Όταν η πλατεία Μικρασιατών στην παλιά πόλη ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε σε χρήση θεωρήθηκε από πολλούς, και δικαίως, το στολίδι του ιστορικού κέντρου.
Ο ίδιος ο δήμαρχος τον Ιανουάριο του 2009 σε εισήγηση του στο Σπίτι του Πολιτισμού μιλώντας για την πλατεία την είχε χαρακτήρισε ως «τόπο αναψυχής, όαση ανάπαυσης και γαλήνης», ενώ είχε προσθέσει: «είναι πρόσκληση επικοινωνίας, είναι αφορμή αρμονικής συνάθροισης».
Μάλιστα, είχε τονίσει ότι: «από τα πρώτα πράγματα που προσέχει κανείς όταν επισκεφθεί το χώρο της πλατείας είναι η απουσία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος από βορά, δύση και νότο, γεγονός που κατοχυρώσαμε θεσμικά και για το μέλλον» (κατοχύρωση από το ΚΑΣ).
Πεντέμισι χρόνια μετά, όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα δεν πήγαν όπως είχαν σχεδιαστεί, με αποτέλεσμα σήμερα η πλατεία Μικρασιατών να μην εκπληρώνει ένα μεγάλο μέρος των στόχων του αρχικού της σχεδιασμού.
Ο κλειστός περιμετρικά χώρος σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπορικής δραστηριότητας μεταμορφώνουν την πλατεία μόλις πέσει το σκοτάδι σε άντρο περιθωριακών ατόμων.
Η καντίνα
Η ειλημμένη εδώ και 4 χρόνια απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής για παραχώρηση χώρου για τη δημιουργία καντίνας με τα μέλη της να τάσσονται υπέρ, με την προϋπόθεση όμως, ο ανάδοχος που θα προκύψει από διαγωνισμό, να έχει στις αρμοδιότητες του και τη φύλαξη της πλατείας, ευτυχώς δεν έχει υλοποιηθεί ακόμα.
Από τη μία, η τοποθέτηση καντίνας στο χώρο της πλατείας θα αποτελούσε την απόλυτη παραφωνία, αφού μια καντίνα, όσο περιποιημένη και να είναι, δε δένει αισθητικά με τον χώρο και από την άλλη τι είδους εποπτεία και φύλαξη θα μπορούσε να κάνει ένας άνθρωπος που θα είναι κλεισμένος στην καντίνα η οποία θα βρίσκεται σε μια γωνιά της πλατείας;
Άλλωστε, ως γνωστόν, οι καντίνες βρίσκονται σε περιοχές απομακρυσμένες ή δίπλα σε σημεία που μαζεύουν κόσμο και δεν υπάρχει οργανωμένη εμπορική δραστηριότητα τριγύρω.
Μάλιστα, πριν από τη θεσμική κατοχύρωση και την απαγόρευση της εμπορικής δραστηριότητας στην πλατεία υπήρξε πρόταση, να δημιουργηθεί αναψυκτήριο που θα εκμεταλλεύονταν οικονομικά ο δήμος, δίπλα στο σπίτι του πολιτισμού σε κτίσμα που επικοινωνεί με την οδό Βερνάδου από μία πλευρά και με την πλατεία από την άλλη.
Δυστυχώς, αυτή η θεσμική κατοχύρωση για την απουσία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, σήμερα ουσιαστικά κρατάει τον κόσμο μακριά από την πλατεία και την καθιστά απλά έναν ανοικτό χώρο που θα εξυπηρετήσει ανάγκες πολιτικής προστασίας σε έκτακτη περίπτωση.
Βανδαλισμοί από την πρώτη στιγμή
Από τις πρώτες κιόλας μέρες που παραδόθηκε στο κοινό «περιήλθε στο έλεος» ατόμων που με καταστροφική μανία, έσπασαν, βρώμισαν, ζωγράφισαν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δήμου να την αναδείξει σε χώρο πολιτισμού και συνάντησης. Τα αποτελέσματα των βανδαλισμών είναι γνωστά, τα κάγκελα του 1ου Δημοτικού (τούρκικο) χρειάστηκε να αντικατασταθούν με σιδερένια, το σιντριβάνι έσπασε, οι κρήνες δεν κατάφεραν να λειτουργήσουν, ενώ τις τουαλέτες τις έσπαγαν και τις σπάνε σε κάθε ευκαιρία. Η παιδική χαρά μόνο αισθήματα λύπης μπορεί να φέρει, η υποτυπώδης απογευματινή κίνηση των παιδιών γίνεται μόνο με τη συνοδεία γονέων, ενώ οι «εικαστικές παρεμβάσεις» με σπρέι αποτελούν ένα ακόμη «αγκάθι» στην όψη της πλατείας.
Η αναθεώρηση ίσως βοηθούσε
Παρά το γεγονός ότι η πλατεία Μικρασιατών βρίσκεται δίπλα στους πιο πολυσύχναστους δρόμους της παλιάς πόλης, οι οποίοι σε όλη τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας σφύζουν από ζωή, εκείνη παραμένει απλά ένα πέρασμα με ελάχιστη κίνηση το απόγευμα, που σταματά απότομα μόλις νυχτώσει.
Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι μόνο ν’ αποκτήσει ζωή και κίνηση η πλατεία, λόγω κάποιας εμπορικής δραστηριότητας, αλλά να σταματήσουν οριστικά οι βανδαλισμοί και η γκετοποίηση της, από άτομα που βρίσκουν ελεύθερο πεδίο δράσης.
Είναι σαφές, ότι παρά τα συχνές περιπολίες της Αστυνομίας το σκηνικό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει, αν δε δημιουργηθεί κίνηση που μόνο η εμπορική δραστηριότητα μπορεί να φέρει, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής σαιζόν. Για το θέμα αυτό ο δήμος θα μπορούσε λόγω της υφιστάμενης κατάστασης ν’ αναθεωρήσει την προηγούμενη του άποψη (απουσία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος) και να κινήσει τις διαδικασίες άρσης της απαγορευτικής απόφασης, προκειμένου να επιτευχθεί ο βασικός στόχος, που είναι η προστασία της πλατείας, αλλά και η ουσιαστική χρήση της από τους πολίτες.