Επιμέλεια: Θοδωρής Ρηγινιώτης
Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς λένε: “Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, βαστά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι” (=το μελανοδοχείο και το φτερό, με το οποίο έγραφαν τα παλιά χρόνια που δεν είχαν ακόμη μολύβια).
Ο άγιος λοιπόν ΕΡΧΕΤΑΙ, μόνο που δεν κρατάει σακούλι με δώρα, αλλά μια εικόνα (για να ευλογήσει το σπίτι μας) και χαρτί και καλαμάρι για να μας γράψει τις αγιασμένες ευχές του! Ευλογία φέρνει, όχι παιχνίδια – δεν είναι άγιος του εμπορίου, αλλά του παραδείσου!… εδώ τον απεικονίζουμε όπως ήταν η μορφή του, κατά τις αρχαίες βιογραφίες του.
Ψάξτε στο Διαδίκτυο (ή στη Βιβλιοθήκη) να βρείτε το εξαιρετικό – και κλασικό πλέον – διήγημα του Φώτη Κόντογλου «Το βλογημένο μαντρί», όπου περιγράφεται ο θρύλος του άη Βασίλη, όπως τον δέχεται η ορθόδοξη, ρωμέικη, δική μας παράδοση, από πολλούς αιώνες.
Ο άγιος Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους πνευματικούς ανθρώπους, συγγραφείς και κοινωνικούς αγωνιστές όλων των εποχών. Είναι επίσης ο πρώτος που εξήγησε επιστημονικά τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης για τη δημιουργία του κόσμου, με βάση φυσικά την επιστήμη της εποχής του, που είχε σπουδάσει πολύ καλά. Και βέβαια ήταν ένας άγιος, που ΗΞΕΡΕ ποιος είναι ο Θεός από πρώτο χέρι, από την ένωσή του με το Θεό διά του Χριστού, γι’ αυτό και έγραψε σπουδαία βιβλία για την Αγία Τριάδα, το Χριστό και την Αγάπη.
Το παρακάτω βιογραφικό του το έλαβα από το Διαδίκτυο:
Βιογραφία του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου
Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητής του ήταν ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία (δηλ. να γίνει μοναχός). Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο.
Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (αίρεση, παρακλάδι του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του, στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών (=αιρέσεων). Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα» (σ.σ. έτσι την ονόμασαν άλλοι, μετά την κοίμησή του – ο ίδιος ήταν πολύ ταπεινός για να δώσει τέτοιο όνομα). Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος, τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα – πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς, εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «… τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας…». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ’ αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος».
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:
την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,
την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Μπορώ να επικοινωνήσω μ’ αυτόν τον άγιο;
Φυσικά! Οι άγιοι είναι ζωντανοί στον ουρανό, μαζί με το Χριστό και τους αγγέλους. Μιλάμε σ’ αυτούς και τα λόγια που τους λέμε τα ονομάζουμε «προσευχές». Κάθε πρωτοχρονιά στις εκκλησίες οι ορθόδοξοι χριστιανοί κάνουμε λειτουργία και λέμε πολλά πράγματα στον άη Βασίλη. Μια σύντομη προσευχή που μπορούμε να του πούμε (που μπορούμε να την πούμε σε κάθε άγιο) είναι: «Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (=προσευχήσου στο Θεό για να μας βοηθήσει).
Ο άγιος ακούει. Όμως οι επιθυμίες που εκφράζονται με τις προσευχές χρειάζονται δυο πράγματα για να εκπληρωθούν:
α) Επιμονή: μπορεί για κάτι σημαντικό να χρειάζεται να προσευχόμαστε κάθε μέρα, κάθε βράδυ, ίσως για μερικά πράγματα και χρόνια ολόκληρα. Ο Θεός περιμένει, και ο άγιος περιμένει, πότε η καρδιά μας θα είναι έτοιμη για να μη χρειάζεται να προσευχόμαστε έτσι πια, ή μάλλον για να περάσει η προσευχή μας σε άλλο επίπεδο.
β) Σωστή χριστιανική ζωή, για την οποία (αν ενδιαφέρεσαι να μιλήσεις στον άγιο) μπορείς να ρωτήσεις εκείνους που βλέπεις να πηγαίνουν στην εκκλησία ταχτικά. Ίσως μάλιστα και τη μητέρα σου ή τη γιαγιά σου ή τον παπά της ενορίας σου ή τον καθηγητή των Θρησκευτικών (αν είσαι μαθητής ή μαθήτρια). Κάνε μια ερώτηση και μπορεί ν’ ανοίξει μπροστά στα μάτια σου ένας ολόκληρος κόσμος και ίσως ν’ αλλάξει η ζωή σου. Κι αυτό θα ’ναι το πιο πολύτιμο δώρο του άη Βασίλη σε σένα για φέτος.
Ο στρουμπουλός άη Βασίλης ή Santa Claus
Ο στρουμπουλός άη Βασίλης ή Santa Claus είναι γνωστό πια πως είναι ο άγιος Νικόλαος. Αυτός – επίσης ένας μεγάλος προστάτης και βοηθός των φτωχών, θαυματουργός ενώ ακόμα ζούσε, όπως ήταν στην εποχή μας ο γέροντας Παΐσιος π.χ. – κατά τις παραδόσεις των δυτικών λαών έρχεται την παραμονή των Χριστουγέννων και δίνει δώρα στα παιδιά. Παριστάνεται με άσπρα γένια, όπως και στις ορθόδοξες εικόνες.
Φυσικά, η καρικατούρα με την κοιλίτσα και τα κόκκινα ρούχα δεν έχει σχέση με την πραγματική μορφή του αγίου Νικολάου, αλλά ούτε και με την παλιότερη παράδοση των δυτικών χριστιανών, που φαντάζονταν τον άγιο ως πραγματικό χριστιανό άγιο, σεβαστό και σοβαρό, που φέρνει μια πνευματική χαρά κι όχι γελοιότητες (σαν αυτές που βλέπουμε στις «αγιοβασιλιάτικες» ταινίες).
Χριστούγεννα: μέρες χαράς, γιατί γεννήθηκε ο Χριστός κι έδωσε τη δυνατότητα σε όλους μας να γίνουμε άγιοι. Τα υπόλοιπα συμπληρώνουν και εκφράζουν ΑΥΤΗ τη χαρά, δεν την υποκαθιστούν.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!…