Του Μανώλη Σκαρσούλη
Εν αρχή ην ο λόγος και μάλιστα ο παλιός
«Ας ήμουν διαφορετικός –να μη καταλαβαίνω
να μη θεωρώ να μη γροικώ –χαμπάρι να μην παίρνω»
Αποκλειστικά αφιερωμένη σε μένα, στον Χαρίδημο και κυρίως σε όσους έχουν χάσει τον ύπνο τους και παίρνουν χάπια να κοιμηθούν. (ακροτελεύτια παράγραφος του επιλόγου).
Τους Διαφορετικούς τους πήρα από το Ρέθυμνο, στις 12 του Γενάρη, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Τους ανέβασα χωρίς προβλήματα στην Αθήνα, παρά το απαγορευτικό, στρωματσάδα στο σαλόνι της τουριστικής. Καλύτερη παρέα στο καράβι, δεν είχα ποτέ. Το μόνο μου πρόβλημα ήταν το μάτι του εξωφύλλου. Μόλις το ξεπέρασα, έπιασα το μολύβι, υμνολογώντας, πρώτα την πανανθρώπινη ευαισθησία (του Χαρίδημου).
Εμφανιζόμαστε πάνω στην Γη, σαν ξεχωριστά άτομα με διαφορετικά πεπρωμένα.
Αλλά όπως κάθε ξεχωριστή σταγόνα βροχής, είναι μέρος της θάλασσας, έτσι κι ο καθένας από μας, είναι μέρος του ωκεανού της συνείδησης του σύμπαντος κόσμου. Την αγάπη και την εσωτερική γαλήνη την βρίσκουμε, βαθιά μέσα στην αλήθεια ότι ανήκουμε όλοι σε μια Οικογένεια.
Συμπόνια είναι η αναγνώριση, ότι ο καθένας μας κάνει ότι μπορεί, μέσα στα όρια της αξιοπρέπειας και της αγάπης και του σεβασμού για να δόσει το χέρι στον συνάνθρωπό του. «Να είσαι ευγενής γιατί έχεις φτιαχτεί από την ύλη των άστρων» Σέρβικη παροιμία.
Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των γραπτών του Χαρίδημου Παπαδάκη.
Ο Γιώργος Φρυγανάκης, γράφοντας έμμετρα, αμφιβάλλει αν ήρθε η μπονάτσα στην ψυχή του συγγραφέα. Το ίδιος αμφιβάλλω κι εγώ, που μπορεί να κουβαλώ όλους τους Διαφορετικούς μέσα μου.
Μόνο πέτρες που δεν πετώ. Ώρες και βολές όμως μου χρειάζονται και ψάχνω τις τσέπες μου. Παλιά θύμηση από το Γυμνάσιο, που με έπαιζαν τ΄ Αγιοβασιλειωτάκια πως οι Αμαριώτες, κουβαλάνε πέτρες. Ω! ανάθεμά του κι ας έχουν γίνει οι καλύτεροι μου φίλοι.
Στα χωριά μας η διάγνωση του Διαφορετικού επιβεβαιωνόταν με δυο κριτήρια. Αν πετούσε πέτρες ή αν κουνούσε τα πόδια του, όταν καθόταν στον γάϊδαρο μποντερά.
«Τ΄άτομα αυτά ήταν ευτυχισμένα με ένα κομμάτι ψωμί». Έχει δίκιο ο Χαρίδημος. Προσωπικά δεν έχω νοιώσει ποτέ την ανταπόδοση της προσφοράς, όσο μου την έδιναν 5-6 ασθενείς, μεταξύ αυτών κι ένας φίλος μου, σ΄ένα θεραπευτήριο στα Βριλήσσια/Κοντά στα 5 χρόνια κράτησε η συναναστροφή μας και ποτέ δεν κουράστηκαν να με υποδέχονται με την αγάπη τους. Όταν σμίγαμε, αν είχα καιρό να πάω, μιλούσαν μπερδεμένα ή δεν μιλούσαν. Όταν έφευγα πήγαινε η γλώσσα τους ροδάνι.
Στο σημείο αυτό, θα κάνω μνεία στους αναφερόμενους Ρεθεμνιώτες από τον Χαρίδημο «Μιχ. Καλαϊτζάκη –Αδελφοί Τζέληση –Μιχ. και Κώστας Σταγάκη και Μιχ. Χρήστο Σιμιτζή» για την ανθρωπιστική προσφορά τους, στα σπουργίτια που πετροβολούσαν και κλωτσοβολούσαν οι σαλτσόμαγκες της μπριγιαντίνης της οδού Χειμάρας και των ομόρων στενών.
Οι δάσκαλοι κι οι καθηγητές ήταν όντως ξεχωριστοί άνθρωποι. Στη θύμησή μου έρχεται πάλι ο Κων. Στρατιδάκης τον χειμώνα του 63-64, όταν είχε κονέψει ένα σπουργίτι σε μια διπλανή του Γυμνασίου οικοδομή, ονόματι Χρήστος. Μας έκανε μάθημα πώς να συμπεριφερόμεθα σ΄αυτούς τους δυστυχισμένους, όταν είδε μερικούς μαθητές που μυρίζανε τον διαόλον, να τον πετροβολούν.
Για τον Χρήστο ο «Λοδουβίκος» το 1995 έγραψε και μελοποίησε το τραγούδι «Το ξύλινο παλτό». Αναφέρω τα δυο τελευταία τετράστιχα.
Βήματα αργά και λασπωμένα
αστράφτει βρέχει και φυσά
κι ο Χρήστος με μισή ομπρέλλα
περνά και σιγοτραγουδά
________
Τον βρήκαν στον Προφήτη Ηλία (Ευληγιά)
το εξήντα πέντε δυο παιδιά
μ΄ένα χαμόγελο στα χείλη
και με το χέρι στην καρδιά
Ο Χαρίδημος τελειώνοντας το βιβλιογέννημα τον φτάνει στην κοινή διαπίστωση, ότι η λογική με το παράλογο ακροβατούν σε ένα τεντωμένο σχοινί. Αν όλοι εμείς κυκλοφορούσαμε στο παλιό Ρέθεμνος βιαστικά σαν να μας έχουν βάλει νέφτι με το κινητό στ΄αυτί, σίγουρα δεν θα γλυτώναμε το σφύριγμα.
Η σημερινή εποχή αποδυνάμωσε τον άνθρωπο και απομύζησε κάθε του ελπίδα. Κλήθηκε να παλέψει με την απελπισία και ηττήθηκε. Έχασε την απλότητα και φορτώθηκε με όλου του κόσμου τα περιττά, ξεχνώντας τον εαυτόν του.