ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ M.Sc.
E-mail: emmakoum@otenet.gr
http://soixantedix.blogspot.com/
«Αφιερωμένο με πόνο και σεβασμό στη μνήμη του Βαγγέλη, της Στέλλας και στις μνήμες όλων εκείνων των αθώων παιδιών, που κάποιοι δεν τους έδωσαν το δικαίωμα να ζήσουν».
Είναι βέβαιο πως δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος στον πλανήτη που να μην έχει διαψευστεί, είτε σε επίπεδο ρήσεων, είτε σε επίπεδο προσδοκιών. Μερικές φορές η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία και κάποιες άλλες η καταφυγή στη φαντασία αποτελεί καταφύγιο για να αντέξουμε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Όλα όμως έχουν ένα όριο. Ακόμα και η πεισματική άρνηση κάποιων να αποδεχθούν τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα γύρω τους. Το γεγονός είναι είδηση, αλλά η είδηση δεν είναι πάντα γεγονός. Κι αυτό, για τον απλούστατο λόγο, ότι μπορεί ή είδηση να είναι ψευδής, λανθασμένη ή ακόμα χειρότερα παραπλανητική και κακοπροαίρετη.
Το σημερινό μου άρθρο φιλοδοξεί να αποτίσει έναν ύστατο φόρο τιμής στη μνήμη εκείνων των παιδιών για τους θανάτους των οποίων αποδόθηκαν ή δεν αποδόθηκαν οι ευθύνες που αναλογούσαν κι εξακολουθούν να υπάρχουν. Αποσκοπεί στην έγερση των συνειδήσεων και στη συνέγερση όλων των υγιώς σκεπτόμενων ανθρώπων. Οι σκέψεις γύρω μας πολλές, ο προβληματισμός μεγάλος. Από τους υπαίτιους; Καμιά συγγνώμη, καμιά μεταμέλεια, καμιά αναγνώριση ενοχής. Μόνο κραυγές αποδοκιμασίας προς τους θεσμούς, μόνο αρνήσεις αποδοχής ευθύνης. Από το Ρέθυμνο ως τα Γιάννενα ξεδιπλώθηκε η απόλυτη γύμνια επιχειρημάτων μιας δράκας ανεύθυνων βολεμένων, σηκώθηκε το χαλί που φανέρωσε τα σκουπίδια, που σχολαστικά κάποιοι έκρυβαν τόσο καιρό από κάτω. Το απόστημα έσπασε, ο οχετός της συγκάλυψης διερράγη και μυρίζει ενοχή και θάνατο. Η δυσώδης οσμή της παραπλάνησης, ο ρυπαρός ορός του κατεστημένου, η δήθεν αγανάκτηση των καταδικασμένων, η οργή για τις αποκαλύψεις των ανομημάτων τους, η μπόχα της παρέας, η αλληλεγγύη της συνενοχής και η παντελής αδυναμία λύπησης του ανθρώπινου είδους. Τέτοιοι είναι, τέτοια πράττουν.
Κι ενώ ετοιμάζεσαι να αποχωρήσεις νομίζοντας πως όλοι είναι ίδιοι, έρχεται ένα χέρι και σε πιάνει από το μπράτσο. «Σταμάτα!!» σου λέει, «που πας;». Δεν θα φύγεις εσύ, θα φύγουν οι άλλοι, οι όψιμοι τιμητές των πάντων. Και φρενάρεις απότομα. Τι κι αν πέσουν πάνω σου όσοι έπονται. Ας κράταγαν τις αποστάσεις, ας κρατούσαν τα προσχήματα τουλάχιστον. Δεν σε νοιάζει. Σταματάς ευλαβικά με σεβασμό στη μνήμη των παιδιών που έφυγαν. Αντέχεις χρόνια τώρα τόσα χαστούκια, τόσο πόνο, τόση υποκρισία. Πονάς αλλά δεν το δείχνεις, δεν θέλεις οίκτο, δεν θέλεις να δώσεις χαρά στους χαιρέκακους, δεν σε παίρνει να πέσεις κάτω. Θα πας εκεί που πήγες κι ακόμα παραπέρα. Δεν θα πανηγυρίσεις για τίποτα, δεν θα μισήσεις κανένα, δεν θα δακρύσεις μπροστά τους. Θα ραγίζεις μέσα σου και στους έξω θα χαμογελάς. Θα τους αφήσεις να σκάβουν μόνοι τους το λάκκο τους. Δεν θα τους εμποδίσεις να ξεδιπλώσουν όλα τα νοσηρά ένστικτα τους, την απέραντη κακία τους, την αστείρευτη βλακεία τους. Δεν θα πυροβολήσεις κανέναν την ώρα που βυθίζεται στο βούρκο που ο ίδιος δημιούργησε. Δεν θα κλείσεις το στόμα κανενός που σε βρίζει. Εσύ θα φτάσεις στον προορισμό σου χωρίς να χάνεις χρόνο σταματώντας και πετώντας πέτρες σε κάθε λυσσασμένο σκυλί που γαβγίζει. Εκείνοι θα μείνουν παρέα με τις Ερινύες τους, το κρίμα θα βαραίνει σαν πέτρα πάντα στο λαιμό τους. Κι αφού εκείνοι δεν τολμούν να ανοίξουν τις ντουλάπες με τους κρυμμένους σκελετούς στα υπόγεια του μυαλού τους, θα τις ανοίξουμε εμείς με σεβασμό στον θεϊκό και τον ανθρώπινο Νόμο. Κι εσύ θα κάνεις κηδεία και μνημόσυνο κάθε φορά μαζί, δεν θα σταματήσεις να θυμάσαι, θα χαμογελάς πικρά στη θύμησή τους και θα συνεχίζεις να ζεις με ότι σου έχει απομείνει. Δώσε χαιρετισμούς Βαγγέλη.