Οράματα και ρεαλισμός

Του Μανώλη Σκαρσουλή

 

ΠΟΣΟ ΜΕΤΡΟΥΝ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Advertisement

Είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι παράγοντας καθοριστικός της εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους μπορεί να είναι η μέριμνα για την περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάποια περιοχή του κόσμου; Ή η μέριμνα αυτή δεν είναι παρά εξωραϊστικό πρόσχημα για την ‘άσκηση κάποιας πολιτικής που έχει άλλα κίνητρα και αποβλέπει σε άλλους σκοπούς.  Κάποιας πολιτικής που καθορίζεται με βάση τα συμφέροντα του οικονομικοστρατιωτικού κατεστημένου.

Για ποια  ανθρώπινα δικαιώματα μιλάμε όταν τόσα σημάδια δείχνουν πως το εμπόριο των όπλων ή η τιμή του πετρελαίου, η κατάπνιξη κάποιου λαϊκού  κινήματος ή η εξασφάλιση κάποιας αγοράς επηρεάζουν πολύ περισσότερο τις κυβερνητικές αποφάσεις; Τελικά ποιος νοιάζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα –εκτός από εκείνον που υποφέρει από την παραβίασή τους;

Η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τουλάχιστον στις πιο χτυπητές περιπτώσεις, δεν μένει άψυχη περιγραφή με λόγια και έννοιες αλλά γίνεται εικόνα με ανθρώπινο πόνο και με ανθρώπινο αίμα. Προκαλούνται έτσι λαϊκές αντιδράσεις που δύσκολα αφήνουν αδιάφορες τις κυβερνήσεις.  Κι αυτές ακριβώς οι αντιδράσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ενέργειες για την περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων –ενέργειες που άλλοτε, χωρίς δημοκρατία και χωρίς ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης θα ήταν αδιανόητες.

Άρνηση της δυναμικότητας επηρεασμού των κυβερνητικών αποφάσεων από την κοινή γνώμη σημαίνει παραίτηση από την ελπίδα της δημοκρατίας, Γιατί τι νόημα έχει όλη η φιλολογία περί δημοκρατικών θεσμών αν οι κυβερνήσεις πράττουν περιχαρακωμένες στα συμφέροντα που εκπροσωπούν, αγνοώντας  τις λαϊκές επιλογές;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης από την τηλεόραση και τα άλλα μέσα μαζικής  επικοινωνίας μπορεί να είναι μονομερής ή ακόμα και ελλιπής ή ανύπαρκτη –άλλωστε και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας συχνά είναι όργανα κάποιου κατεστημένου (μόνο στον τόπο μας θεωρήθηκε φωνή της αλήθειας η τηλεόραση της κόρης δικτάτορα). Στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, άλλα βέβαια θα είναι τα κίνητρα των παρεμβάσεων που επικαλούνται την περιφρούρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  Αλλά κι έτσι ακόμα, η επίκληση, μπορεί να είναι χρήσιμη ως ένα βαθμό, κάθε παρέμβαση είναι δέσμια των προσχημάτων της, και ενώ για αλλού ξεκίνησες μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση κάποιων κανόνων που αποτελούν πρόοδο στη μακριά πορεία της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Η ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑΣ

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χώρος των διεθνών σχέσεων είναι μια ζούγκλα όπου τα συμφέροντα συγκρούονται αμείλικτα.  Και, βεβαίως, θεωρούμε πρόοδο ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η σύγκρουση αυτή είναι μόνον οικονομική –δεν είναι πολύ μακριά η εποχή όπου οι συγκρούσεις αυτές συνοδεύονταν από τεράστιες υλικές καταστροφές και χιλιάδες νεκρούς.  Τα συγκρουόμενα συμφέροντα είναι συμφέροντα ορισμένων οικονομικών ομάδων που ταυτίζονται ή έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι ταυτίζονται με τα λεγόμενα εθνικά συμφέροντα του κάθε κράτους.  Καμιά φορά παρεμβάλλονται το φωτοστέφανο του εθνικού ή κάποιου ομαδικού συμφέροντος και κρυφά [προσωπικά συμφέροντα.  Και συχνά τα συμφέροντα είναι τόσο απώτερα και έμμεσα, σωστές καραμπόλες που 2δυσκολεύεσαι να τα εντοπίσεις.

Μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα, μικρό ρόλο μπορούν να παίξουν τα αισθήματα συμπάθειας ή αντιπάθειας, ατομικής ή ομαδικής.  Η αντιμετώπιση των διεθνών σχέσεων με κατηγορίες όπως φιλέλληνες και μισέλληνες είναι καταρχήν προσέγγιση νηπιακή, μια μέθοδος επικίν2δυνα αναποτελεσματική.  Όμως, τελικά, ο ρόλος των αισθημάτων είναι μεν μικρός, όχι όμως και ανύπαρκτος.

Στο μέτρο που κάποια αισθήματα μπορεί να παίξουν κάποιο ρόλο στις διεθνείς σχέσεις, αναγκαίο είναι να ξέρει κανείς ότι το απόθεμά τους είναι πάντα περιορισμένο.  Μπορεί κανείς να το επικαλεσθεί και να βασισθεί σ’ αυτό μία ή δύο, κάποτε και περισσότερες φορές, αλλά πάντως όχι επ’άπειρον, όπως και στις προσωπικές εξυπηρετήσεις, ζητάς μια, ζητάς δύο, κάποτε αυτό σταματάει. Η πίστωση της συμπάθειας είναι αγαθό «εν ανεπαρκεία» γι’αυτό και χρειάζεται πολύ προσεκτική διαχείριση.

Η αίσθηση του παραγνωρισμένου δίκιου μπορεί να οδηγήσει και σε έναν πεισμωμένο πατριωτισμό, που κι αυτός είναι επικίνδυνος.  Γιατί ο πατριωτισμός του ενός κράτους ποτέ δεν αποτελεί επιχείρημα πειστικό για τα άλλα.  Και γιατί ο πεισμωμένος πατριωτισμός τελικά καταλήγει σε μια επίδειξη παλληκαρισμού (πρόσφατα έγινε λόγος και για «τσαμπουκά»), που δεν περνάει στις διεθνείς σχέσεις, μέσα στις διεθνείς ρυθμίσεις, και, προπάντων, όταν προέρχεται από κράτος για το οποίο ο παλληκαρισμός ή μπλόφα είναι ή πρόθεση αυτοκτονίας –ή απειλή ενός χορού του Ζαλόγγου ποτέ δεν έπεισε τους αντιπάλους.

Λάθος μάχες

Ειδικά για την περίπτωση του βλαβερού πατριωτισμού θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά παραδείγματα από την πρόσφατη ελληνική ιστορία.  Αλλά για να ξεφύγουμε από τα παρόντα προβλήματα μ τις πιθανές διχογνωμίες, ας διηγηθούμε μια διδακτική παλαιά ιστορία: Στην εποχή των ναπολεοντείων πολέμων, μια μοίρα του αγγλικού στόλου έφθασε στις Σεϋχέλλες για να προμηθευθεί τρόφιμα και νερό.  Ο Γάλλος διοικητής, καλός πατριώτης, αρνήθηκε να βοηθήσει τον εχθρικό στόλο.  Ο Άγγλος ναύαρχος μέτρησε τις δυνάμεις που διέθετε, μέτρησε και τις γαλλικές δυνάμεις που θα προστάτευαν τα νησιά και .. τα κατέλαβε.  Έτσι οι Σεϋχέλλες έγιναν βρετανική αποικία για περίπου εκατόν πενήντα χρόνια.  Ο γαλλικός πατριωτισμός φάνηκε «αντιπαραγωγικός».

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

Η πίστη στην οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δικαιολογεί, ίσως και επιβάλλει, τις προσπάθειες και για την οικουμενική περιφρούρησή τους.  Αυτή βρίσκεται στη βάση και των σύγχρονων κινήσεων για κάποια δικαιώματα διεθνούς επέμβασης, όταν τα δικαιώματα  αυτά παραβιάζονται, τουλάχιστον στις πιο κραυγαλέες ή απάνθρωπες περιπτώσεις, όταν η παραβίαση παίρνει μορφή ολοφάνερα εγκληματική με γενοκτονίες ή με τη δυναμική υποδούλωση ενός λαού ή με βασανιστήρια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η λεγόμενη εθνική κυριαρχία παίρνει χαρακτήρα πλασματικό ;  κατά τι η δικτατορία μιας στρατιωτικής συμμορίας, ας πούμε στη Χιλή ή στην  Ελλάδα, αποτελούσε έκφραση της κυριαρχίας του χιλιανού ή του ελληνικού έθνους;

Αυτό το σύστημα –σκέψης και πράξης-λειτουργεί όσο οι προσβολές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προέρχονται από καθεστώτα που επιβάλλονται με τη, συνήθως στρατιωτική, βία σ’ ένα λαό ή σε κάποια τμήματά του.  Τότε αρκεί να απομακρυνθεί κατά κάποιο τρόπο –έστω, δυναμικά-αυτός ο παράγοντας της βίας για να αποκατασταθεί το καθεστώς της εκτοπισμένης δημοκρατίας και η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αποτελεί την πεμπτουσία του.  Τα πράγματα περιπλέκονται αν το καθεστώς της ανελευθερίας και της προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στηρίζεται σε κάποια λαϊκή πλειοψηφία, ίσως μάλιστα εκδηλωμένη και με εκλογές όπως είχε συμβεί (αρχικά τουλάχιστον αλλά πιθανότατα και στη συνέχεια) στη ναζιστική Γερμανία.  Είναι δικαιωμένη και η εξωτερική επέμβαση για την προστασία τ5ων δικαιωμάτων της μειοψηφίας;

Η περιπλοκή είναι απόλυτη όταν, και μετά την απομάκρυνση κάθε συντελεστή δυναμικής επιβολής του καθεστώτος που προσβάλλει τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκαλύπτεται ότι το καθεστώς της προστασίας τους δεν ριζώνει στο συγκεκριμένο κράτος.  Σε απλούστερη διατύπωση, όταν όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι διάφορες κοινωνικές ομάδες που απαρτίζουν το κράτος δεν θέλουν, δεν μπορούν, δεν ξέρουν να βιώνουν σε καθεστώς που σέβεται τα δικαιώματα της καθεμιάς ή ακόμα και μέσα στην ομάδα, τα δικαιώματα του κάθε ατόμου. Σ’ αυτήν την ν περίπτωση, η πιστευόμενη οικουμενικότητα των αξιών που στηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα διαψεύδεται και ο καλός σπορέας της ελευθερίας παραμένει με το σπόρο του αζήτητο, άρα άχρηστο.

ΕΚΧΩΡΗΣΕΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ

Φαινόμενο αρχαιότατο, από τότε που υπάρχουν κράτη (είτε ως πόλεις είτε  ως απέραντες αυτοκρατορίες), είναι η κατάρτιση ασυμφωνιών μεταξύ τους για την ειρήνη, για το εμπόριο, για την υποτέλεια του ενός στο άλλο. Κάθε τέτοια διεθνής σύμβαση, κάθε ανάληψη υποχρεώσεων, του ενός κράτους προς το άλλο, τι άλλο είναι παρά μερική εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, μικρή ή μεγάλη; Και οι διεθνείς συμβάσεις μπορεί, βέβαια, να είναι πολυμερείς, όταν ένα κράτος αναλαμβάνει απέναντι στα άλλα την υποχρέωση να τηρήσει ορισμένη συμπεριφορά, όταν αποδέχεται έναν κανόνα διεθνούς δικαίου, δεν παραιτείται από ένα μέρος της αυτονομίας του, δεν εκχωρεί κομμάτια από την εθνική του κυριαρχία;

Αυτή η εκχώρηση φαίνεται ακόμα πιο καθαρά στη συμμετοχή ενός κράτους σε κάποιο διεθνή οργανισμό, προπάντων όταν οι αποφάσεις του οργανισμού μπορούν να παίρνονται με πλειοψηφία.  Γιατί επιτέλους, όταν απαιτείται παμψηφία, δηλαδή όταν το κάθε κράτος έχει δικαίωμα, βέτο, σ’ αυτό το δικαίωμα επιβιώνει ένα κρίσιμο στοιχείο εθνικής κυριαρχίας.  Όταν όμως ο διεθνής οργανισμός μπορεί να παίρνει αποφάσεις δεσμευτικές για όλα τα κράτη μέλη του, ακόμα και για εκείνα που διαφωνούν τι γίνεται η εθνική κυριαρχία;

Κι είναι πολλοί στις μέρες μας, οι υπερκρατικοί διεθνείς οργανισμού που ασκούν μια κυριαρχία ανώτερη, από την εθνική κυριαρχία των κρατών, συγκροτημένη από τα τμήματα της εθνικής κυριαρχίας που τους έχουν εκχωρηθεί.  Το πιο χτυπητό αλλά και πιο κοντινό μας δείγμα τέτοιου υπερκρατικού μορφώματος είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, Αυτή μπορεί να δεσμεύει τα μέλη της, δηλαδή και την «κυρίαρχη» πατρίδα μας, παρά την τυχόν διαφωνία μας.  Και οι αποφάσεις της είναι τόσο δεσμευτικές, ώστε, για την παράβασή τους, προβλέπονται κυρώσεις, δικαστήρια, πρόστιμα.  Κι ακόμα για την συμμετοχή σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, τα κράτη-μέλη αντιπροσωπεύονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που ψηφίζει για λογαριασμό τους.

Όταν φαινόμαστε έτοιμοι να αντιδράσουμε στην ιδέα της εκχώρησης τμημάτων της εθνικής μας κυριαρχίας, σημαίνει αυτό ότι δεν ξέραμε τι κάναμε όταν ζητούσαμε να ενταχθούμε στην Ε.Κ. ή όταν πανηγυρίζαμε για την ένταξή μας; Η τίμια απάντηση είναι ότι καταλαβαίναμε ή έστω, διαισθανόμασταν –πολύ καλά τι σημαίνει η ένταξη σε μια υπερκατική κοινότητα.  Απλώς, εκάναμε τους λογαριασμούς μας, είδαμε τι δίνουμε και τι παίρνουμε και καταλήξαμε ότι η ένταξη, με εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, συμφέρει τον τόπο.

Άσχετα από τις δεσμεύσεις του διεθνούς δικαίου και τη συμμετοχή σε υπερκρατικές κοινότητες, η εθνική κυριαρχία έχει πραγματικό νόημα στο μέτρο που μπορεί να ασκηθεί και να περιφρουρηθεί. Πόσο ουσιαστικό περιεχόμενο μπορεί να έχει η εθνική κυριαρχία κρατών που μαστίζονται από την πείνα, τις φυσικές καταστροφές, τις αρρώστιες και τους πολέμους ανάμεσα στις φυλές που τα απαρτίζουν και που επιβιώνουν χάρη σε βοήθειες και παρεμβάσεις;  Η χώρα μας δεν βρίσκεται, βέβαια, σε τέτοιο επίπεδο, αλλά εξαρτάται από ξένα δάνεια, ξένες επενδύσεις, ξένο τουρισμό, ξένο εξοπλισμό, ξένες πολιτικές καλύψεις.  Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πόσο γεμάτο ή πόσο άδειο είναι το ωραίο κέλυφος της εθνικής κυριαρχίας; Κι αν για την χώρα μας, κάποιες από τις ανάγκες καλύπτονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση κι αυτό γίνεται χάρη στη μερική εκχώρηση της κυριαρχίας μας.

Πηγή    : «Θητεία στην Ελευθερία» Γεωργίου Κουμάντου

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement