Ο Γιάννης ο Κατωχωρίτης της Ευγενίας Ζαμπετάκη

(4η συνέχεια από το προηγούμενο)

Ο Λιγνογιώργης, ο αφέντης του Γιάννη, ήτανε ο καλύτερος χτίστης στα γυροχώριουλα, γι’ αυτό το κονάκι ν-του μπορεί να ‘τανε στη γ-κάτω ρούγα(1), ανάμεσα στα χωράφια, ήτανε όμως το καλύτερο του χωριού. Μεγάλο καμαρόσπιτο, πελεκημένα πιτήδεια πελέκια κάνανε τη γ-καμάρα στη μέση του σπιθιού. Απού τη μπροστινή μεριά ήτανε η παραστιά, δεξιά και αριστερά τα πεζούλια, πέτρινα να κάθεται η φαμελιά. Ένα ξύλινο τραπέζι με έξε καρέκλες για να τρώνε. Στην άκρα ήτανε ο νεροχύτης, από πάνω ο σταμνοστάτης, δίπλα ένα μεγάλο ντολάπι με τα τεντζερικά τση κουζίνας. Οπίσω από τη γ-καμάρα ούλος ο χώρος εχωρίζεντονε με τοίχο σε δύο μεριές. Εσκεπάζανε με ξύλινες τάβλες το μισό ύψος μέχρι τη γ-κορφή του σπιθιού και κάνανε τους σοφάδες, το κάτω μέρος ήτανε οι μαγατζέδες(2). Οι σοφάδες είχανε τα κρεβάθια, τα μπαούλα και τσι κρεμάστρες για τα ρούχα. Κάτω απού τσι σοφάδες ήτανε οι αποθήκες. Στη μία είχανε τα πυθάρια με το λάδι, το κρασί και τσι νταρμετζάνες(3) με τη ρακή και στη ν-άλλη αποθηκεύγανε το γ-καρπό, τα μαγερέματα(4), τα τυρερικά και τα τουρσιά.

Οι γονέοι του Γιάννη του δώσανε το ν-ένα σοφά να παραπαντήσει με τη γυναίκα ν-του. Το καθημερνό συναλλήκι(5) τω δύο γυναικώ ήτανε πολλά δύσκολο. Ουλημερνίσιως τση μέρας εμαλλιοτραβούντανε, εσκλήριζενε η Νουριγέ και ξεμιγούσανε το χωριό.

Advertisement

Ο Γιάννης, ο αγαθός, ήτανε άπραγος(6), δε ν-εκάτεχενε ποιανής τα μπιστά(7) να πάρει κι ‘τανε πολλά ντουσουντισμένος(8). Αρχίνηξενε να χάνεται το χαμόγελο απ’ τα χείλη ν-του. Μούτε γέλια, μούτε χάχαρα μπλιό(9). Εξεθάρευγενε τα μυστικά του σπιθιού ν-του τσι χωριανούς και αυτοί τονε λυπούντανε.

  • Δεν ν-έχω γλυτέρα παρά να χτίσω ‘κεια στα σώχωρα ένα μονοκράτηχτο(10) σπιτάκι να τσι ξεχωρίσω, μα δεν έχω λεφτά, δε ν-έω ντούζια(11) να δουλέψω, εξέκαμεμε ζάβαλε(12) ο πόλεμος κι ο πατέρας μου ‘ναι γέρος μπλιό, αμοναχός του πως θα το χτίσει;
  • Να πιάσεις Γιαννιό να τη ζυγώξεις να πάει από ‘κεια πούρθενε άλλη γλυτέρα δε ν-έεις κακομοίρη…του ‘πενε ο Κασιδομιχάλης.
  • Είντα λες εκειά, σ’ αυτή χρωστώ τη ζωή μου! Όντε μας εζυγώνανε οι Τσέτες με τσι μαχαίρες να μας σε σφάξουνε, ηύρα τη μ-πόρτα κουφωτή την άμπωξα(13) και μπηκα και μ’ έχωσενε η κακομοίρα και δε με μολόησενε, δε ν-έβγαλενε άχνα. Μ’ είχενε στο σπίτι τζη, με ταϊζοπότιζενε ως τα που ‘βρηκενε καιρό και με τη βοήθεια τζη ξεπιτυρίσαμενε(14) οθε ν’ επαέ και πότες έκανε τη ν-Τουρκάλα πότες την Ελληνίδα γιατί πρωτού πάμενε να τσι ξεμυγίσομενε(15) εζούσανε αγαπημένοι οι φτωχοί Τούρκοι με τσ’ Έλληνες και σμίγανε και γειτονεύανε και μιλούσανε και κατέχανε ο γεις τ’ αλλού τη γλώσσα.
  • Επαέ στο χωριό μας, είπενε ο Πριστοβαγγέλης, απου ‘ναι μικρό και φτωχό δε ν-εκάτσανε Τούρκοι, μα στα κεφαλοχώρια και τσι πολιτείες εγειτονεύγανε οι Τουρκάλες με τσ’ Ελληνίδες και στα ντουκιάνια εκάνανε παρέα οι Τούρκοι με τσ’ Έλληνες.
  • Οι Μεγάλοι τσι κάνουνε τσι πολέμους, μα οι φτωχοί κι οι ταπεινοί είναι αγαθοί, είπενε κι ο παπά Νικολής, κι εκούνιενε τη γ-κεφαλή ντου.

Σα έφυγενε ο Γιαννιός, ο γέρο Μαθιός εντάκαρενε(16) να λέει πονετικά λόγια για τ’ αντρόϋνο.

  • Πρέπει να βοηθήσομενε ούλοι κι ούλοι να κάμει μια ν-τρύπα να τρυπώξει με τη γυναίκα που κουβάλησενε, γιατί κατέω τηνε γιω τη μάνα ν-του είντα σκαντρίνα(17) ‘ναι και δε συβάζεται με τη νύφη.
  • Και τσα νύφη! Επέταξενε τη μ-παραπετρέ κι ο γέρο Κωσταντής.
  • Ούλοι οι γι-αθρώποι είναι πλάσματα του Θεού, μη ν-αμαρτάνεις τονε κοντομούρισενε(18) ο παπάς.

Να ‘ρθετε θέλει, είπενε ο παπάς, αύριο απούναι Κυριακή μετά τη λειτουργία να πάρομενε το μ-πατέρα του Γιαννιού απού κατέει να βοηθήσομενε και εμείς ούλοι, να χτίσομενε ένα μονόσπιτο εκειά στα σώχωρα ν’ αναμαζωχτεί ο Γιαννιός με τη γυναίκα ν-του;

Ούλοι εσυμφωνήσανε και την άλλη μέρα, μετά τη λειτουργία, επήρανε ο,τι σύνεργα ‘χενε ο καθαείς και πήγανε στο σώχωρο.

Κουμάντο και διαταγές έδινενε ο Λιγνογιώργης. Ανοίξανε λάκκους, εφέρανε πέτρες τσι πελεκήσανε και κάμανε τα θεμέλια. Άλλοι ανακατεύανε χώμα, ασβέστη και νερό και κάνανε λάσπη, άλλοι πελεκούσανε με το γκασμά τσι πέτρες και τσι χτίζανε με τη λάσπη. Οι νέοι απού ‘τανε δυναμεροί κουβαλούσανε πέτρες. Μερικοί πήγανε στο δάσος κι κόψανε κυπαρίσσια, πρίνους, δρυγιάδες να τα κάμουνε δοκάρια. Επήγανε μερικοί με τα γαϊδουράκια και φέρανε λεπίδα (κόκκινο χώμα) να το βάλουνε στη σκεπή.

Τη μ-πρώτη Κυριακή χτίσανε τσι τέσσερις τοίχους.

Την άλλη Κυριακή εφτιάξανε τη γ-κορφή. Ετοποθετήσανε τα δοκάρια αναμεσικώς τωνε ετζιμπροδέσανε τα καλάμια. Εκοπανίσανε τη λεπίδα και τη ρίξανε πάνω στη οροφή. Ελαντουρίσανε(19) νερό, επατήσανε γερά το λεπιδόχωμα και το κάμανε στέρεο να μη μπαίνει το νερό τση βροχής.

Ούλο το χωρίο δούλεψενε για το χατήρι του Γιάννη απού τανε ο κακομοίρης κακοποδομένος τόσα χρόνια στο μ-πόλεμο.

1 ρούγα = γειτονιά, σοκάκι (λατ. ruga)

2 μαγατζέδες = αποθήκες

3 νταρμετζάνα = μεγάλο γυάλινο δοχείο (βενετ. damegiana)

4 μαγερέματα = όσπρια

5 συναλλήκι = συναλλαγή

6 άπραγος = δεν έχει πείρα

7 μπιστά = εμπιστοσύνη

8 ντουσουντισμένος = συλλογισμένος

9 μπλιό = πλέον

10 μονοκράτηχτο = ένα δωμάτιο μόνο

11 ντούζια = αντοχή

12 ζάβαλε = κακορίζικα (τουρκ. zavalli)

13 άμπωξα = έσπρωξα

14 ξεπιτυρώ = περνώ διαδοχικά εμπόδια να φτάσω κάπου

15 ξεμυγίσουμε = ξεσηκώσουμε

16 εντάκαρενε = άρχισε

17 σκαντρίνα = πεισματάρα

18 κοντομούρισενε = επέπληξε

19 ελαντουρίσανε = εκαταβρέξανε

Ζαμπετάκη Ευγενία

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement