Παρακολουθούμε για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα την ανάδειξη των προβλημάτων των υπηρεσιών υγείας στο νομό μας και κυρίως θεμάτων που άπτονται της λειτουργίας του Νοσοκομείου μας. Η προσπάθεια αυτή κορυφώθηκε τις τελευταίες μέρες με την κινητοποίηση συνδικαλιστικών, κοινωνικών και παραγωγικών φορέων του νομού μας.
Κατ αρχάς θέλω να υπενθυμίσω ότι έχω δηλώσει κατ’ επανάληψη πως είμαι της άποψης ότι η κινητοποίηση της κοινωνίας, η ενεργοποίηση και η πίεση των φορέων του νομού στη βάση επίλυσης προβλημάτων είναι για μένα όχι απλά θεμιτή αλλά επιθυμητή.
Όλοι όσοι έχουμε την ευθύνη εκπροσώπησης αυτής της κοινωνίας χρειαζόμαστε “την καυτή της ανάσα”, την πίεση της, τη συνεργασία της και τη βοήθεια της.
Στο συγκεκριμένο θέμα που αφορά στη λειτουργία του νοσοκομείου, το τελευταίο διάστημα οι έχοντες την πρωτοβουλία επέλεξαν να εξαιρέσουν από τον κύκλο των συνομιλητών τους, τους πολιτικούς εκπροσώπους του νομού.
Αυτό είναι μια δική τους απόφαση, επιλογή και ευθύνη. Ίσως εκτίμησαν πως σε ότι με αφορά, ενώ ξέρουν ότι είμαι πάντα στην διάθεση της Ρεθυμνιώτικης κοινωνίας για να συμβάλω με όλες μου τις δυνάμεις και τις δυνατότητες στην επίλυση των προβλημάτων, δεν είμαι βολικός συνομιλητής σε υπερβολές, δημαγωγίες και λαϊκισμούς.
Στο μέτωπο διεκδίκησης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στην υπαρκτή τους διάσταση έχω δηλώσει και παραμένω παρών. Έχω επιλέξει συνειδητά να απέχω από εκδηλώσεις οι οποίες δείχνουν να αγνοούν παντελώς το οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η χώρα το τελευταίο διάστημα. Οι νοοτροπίες που αναπαράγουν αντιλήψεις και πρακτικές που παραπέμπουν ευθέως στα αίτια που δημιούργησαν αυτή την κατάσταση που σήμερα διαχειριζόμαστε.
Θέλω και εγώ σήμερα με τη σειρά μου να θέσω στο δημόσιο διάλογο μερικά ερωτήματα σε σχέση με τη λειτουργία και τα προβλήματα του νοσοκομείου Ρεθύμνης:
Γιατί άραγε για να διεκδικήσουμε την επίλυση των προβλημάτων που πράγματι υπάρχουν στο νοσοκομείο Ρεθύμνου, πρέπει να διαστρεβλώνουμε την πραγματικότητα και να απαξιώνουμε όλα εκείνα τα θετικά που ως αποτέλεσμα πολλών προσπαθειών πολλών ανθρώπων έχουν επιτευχθεί το τελευταίο διάστημα;
Γιατί, ενώ πράγματι, όπως συμβαίνει σε όλους τους άλλους εργαζόμενους, οι γιατροί και το λοιπό προσωπικό του νοσοκομείου έχουν υποστεί τις επώδυνες μισθολογικές περικοπές δεν εκφράζεται η διαμαρτυρία αυτή αυτοτελώς, αλλά δίνουμε την εντύπωση ότι χρησιμοποιούνται τα τόσο ευαίσθητα θέματα δημόσιας υγείας για να εκφραστεί αυτή η δικαιολογημένη κατά τα άλλα διαμαρτυρία;
Γιατί επίσης να δίνουμε την εντύπωση ότι μέσω ενός τόσο ευαίσθητου κοινωνικά θέματος πιθανόν κάποιοι να κρύβουν άλλου είδους επιδιώξεις και στοχεύσεις πολιτικού ή συνδικαλιστικού ή κομματικού ή προσωπικού χαρακτήρα;
Ας πούμε λοιπόν κάποια πράγματα τα οποία παρά τη συστηματική προσπάθεια παράβλεψης αποτελούν μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.
Ποιος ο λόγος δηλαδή να μην αναγνωρίζουμε ότι είναι μια θετική εξέλιξη και μια μεγάλη ανάσα για το κτηριακό πρόβλημα του νοσοκομείου το γεγονός ότι μέσα σε αυτό το εφιαλτικό για τη χώρα περιβάλλον αποπερατώθηκε το κτήριο της επέκτασης με συνολική δαπάνη που υπερέβη το 1,5 εκ ευρώ;
Ποιος ο λόγος να μην αναγνωρίζουμε ότι σήμερα, αναφορικά με το ιατρικό προσωπικό, το νοσοκομείο βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση από ποτέ; Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το γεγονός ότι ενώ το 2009 στο νοσοκομείο Ρεθύμνου υπηρετούσαν 119 γιατροί σήμερα υπηρετούν 139;
Όσο αδιαμφισβήτητο και αν είναι πως σε ότι, αφορά το νοσηλευτικό προσωπικό όσο πράγματι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα υποστελέχωσης για να υποστηριχθεί η λειτουργία του νοσοκομείου άλλο τόσο, δεν είναι υπαρκτό και αδιαμφισβήτητο ότι το 2009 εργάζονταν 201 νοσηλευτές και σήμερα που γίνεται όλος αυτός ο ντόρος υπηρετούν 206;
Γιατί άραγε ενώ στρέφουμε τους προβολείς της δημοσιότητας σε ελλείψεις που έχει σήμερα ο εξοπλισμός του νοσοκομείου την ίδια στιγμή να μην εκφράζουμε την ικανοποίηση μας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ο διαγωνισμός προμήθειας σύγχρονου εξοπλισμού του νοσοκομείου μας ενταγμένου στο ΕΣΠΑ που υπερβαίνει τα 2 εκ ευρώ;
Δεν πρέπει να αναφέρουμε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ενταγμένες επίσης στο ΕΣΠΑ εργασίες αναβάθμισης των κέντρων υγείας του νομού ύψους περίπου ενός εκ ευρώ;
Γιατί αλήθεια, δεν πρέπει να μάθουν οι Ρεθεμνιώτες, ότι ένα νοσοκομείο που πριν 2 χρόνια χρωστούσε 22,5 εκ ευρώ σήμερα χρωστάει μόνο 3,5; Ότι το ετήσιο κόστος λειτουργίας του από 12,5 εκ ευρώ σήμερα ανέρχεται σε περίπου 10 εκ ευρώ με ταυτόχρονη αύξηση όλων των δεικτών παραγωγικότητας; Δεν αποτελεί αυτό σεβασμό και προστασία των χρημάτων του Έλληνα φορολογούμενου που τόσο πλήττεται;
Δεν πρέπει όλοι να κάνουμε την αυτοκριτική μας και πρώτος εγώ γιατί δεν δείχναμε την ανάλογη ευαισθησία και αγωνιστικότητα την περίοδο που στο χώρο της υγείας επικρατούσε ένα όργιο σπατάλης, αδιαφάνειας και διαφθοράς, με πραγματικά υποβαθμισμένες υπηρεσίες υγείας για τους Ρεθεμνιώτες;
Χρειάζεται να υπενθυμίσω ότι υπήρχαν σενάρια που ήθελαν το νοσοκομείο, τις κοινωνικές και προνοιακές δομές όπως το ΚΕΚΥΚΑΜΕΑ και το Γηροκομείο να απορροφώνται από αντίστοιχες όμορων νομών;
Θα μπορούσε κανείς να απευθύνει και άλλου τέτοιου είδους ερωτήματα. Ας μείνουμε όμως στην ουσία. Ουσία είναι ότι το νοσοκομείο Ρεθύμνου έχει πράγματι προβλήματα.
Θέλω να είμαι απολύτως σαφής, ούτε ωραιοποιώ καμία κατάσταση, ούτε δηλώνω ικανοποιημένος, ούτε είμαι εφησυχασμένος και συμβιβασμένος με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο νοσοκομείο Ρεθύμνου. Γιατί πράγματι υπάρχουν προβλήματα τα οποία και γνωρίζω και με τα οποία παλεύω 2 χρόνια τώρα.
Όμως αυτό απέχει πολύ από την εικόνα ενός νοσοκομείου που δεν λειτουργεί με ασφάλεια για την υγεία των ασθενών του, ενός νοσοκομείου που μετατρέπεται υποτίθεται σε κέντρο υγείας αστικού τύπου, ενός νοσοκομείου που λειτουργεί υποτίθεται οριακά.
Είναι άδικη αυτή η εικόνα και για το νοσοκομείο μας αλλά πάνω από όλα για τους εργαζόμενους στο νοσοκομείο που καταβάλουν καθημερινά μια μεγάλη προσπάθεια, που παρέχουν υπηρεσίες στους συνανθρώπους μας οι οποίες εκτιμώνται και αναγνωρίζονται.
Επί των συγκεκριμένων υπαρκτών θεμάτων, που σωστά τίθενται. Σε ότι αφορά τον εξοπλισμό ήδη ανέφερα ένα γιγαντιαίο, για τα δεδομένα του Ρεθύμνου, πρόγραμμα που υλοποιείται μέσω ΕΣΠΑ και υπερβαίνει τα 2,3 εκ ευρώ.
Σε ότι αφορά στο νέο οργανισμό του νοσοκομείου: υπενθυμίζω ότι ενώ από το 2005 πηγαινοέρχονται οργανισμοί προς έγκριση στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, μόλις πρόσφατα υποβλήθηκε ένας νέος οργανισμός του νοσοκομείου ρεαλιστικός και εφαρμόσιμος κατόπιν σοβαρής επεξεργασίας στη βάση συνεννόησης που έγινε με τον Υπουργό Υγείας Ανδρέα Λοβέρδο όταν επισκεφτήκαμε μαζί το νοσοκομείο στα τέλη του 2010. Αυτός ο οργανισμός εγκρίθηκε από την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας χωρίς καμία περεταίρω περικοπή, βρίσκεται στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και θα δημοσιευτεί στο ΦΕΚ, ελπίζω μέσα στον τρέχοντα μήνα.
Σε ότι αφορά στο θέμα των ελλείψεων προσωπικού, ζήτημα εξίσου υπαρκτό και που ήδη αναγνώρισα: Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου είχα μία συνάντηση με τον Υπουργό Υγείας. Ανάλογη επαναλήφθηκε στις αρχές του νέου χρόνου, στα μέσα περίπου Ιανουαρίου και έχω λάβει τη διαβεβαίωση ότι στο πλαίσιο των προγραμματισμένων προσλήψεων επικουρικού προσωπικού, θα καλυφθούν κατά προτεραιότητα οι ανελαστικές για τη λειτουργία μας δαπάνες σε νοσηλευτές και παραϊατρικό προσωπικό και αυτό θα συμβεί το αργότερο μέχρι τέλος Μαρτίου. Ελπίζω πως όλοι γνωρίζουν ότι στη χώρα, δυστυχώς, δεν γίνονται προσλήψεις μόνιμου προσωπικού αυτό το διάστημα. Λόγω της λήξης των συμβάσεων επικουρικού προσωπικού από 1η Φεβρουαρίου θα υπάρξει πράγματι ένα διάστημα που το πρόβλημα θα είναι ιδιαίτερα έντονο, το οποίο προσπαθούμε να είναι το μικρότερο δυνατόν.
Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι μετά και τις ανακοινώσεις του διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης κου Καρατσή, ο οποίος ήταν πρόσφατα εδώ και κατόπιν της τακτικής συνεργασίας μας με το Υπουργείο Υγείας, ό,τι είναι δυνατόν να γίνει για το Ρέθυμνο, γίνεται και θα εξακολουθήσει να γίνεται, στις παρούσες βέβαια δημοσιονομικές συνθήκες και στο πλαίσιο που λειτουργεί συνολικά η χώρα αλλά και ο τομέας της υγείας. Επαναλαμβάνω ότι εγώ με όλες μου τις δυνάμεις και τις δυνατότητες ήμουν, είμαι και θα είμαι παρόν επιζητώντας τη βοήθεια και τη συνεργασία όλων αναγνωρίζοντας όχι το δικαίωμα αλλά την υποχρέωση των κοινωνικών φορέων να κινητοποιούνται στη βάση αυτή.