Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη
Συν/χου δασκάλα
Αποδιαφώτιστα(1) έγκαψενε(2) η Ζαχαρένια στ’ αμπέλι. Είναι Αύγουστος και φοβάται τη γ-κάψα του μεσημεριού. Μόλις έφταξενε, έβαλενε κάτω το καλάθι, εγιουρούντηξενε(3) να κόβγει τα λιάτικα που πρωτογινόνουνται. Ασφεντούριξενε(4) στη μπούκα(5) τζη μια ρώγα κι αναστήθηκενε από τη γλυκάδα.
Εγέμισενε το καλάθι γερά – γερά(6) κι ύστερα έκαμενε μια περασιά απ’ ούλο τ’ αμπέλι «Μνήστητί μου Κύριε μια σταφυλική! Γεμάτες οι κουρμούλες σταφύλια, γουζγουνάτα(7), σα ν-τα γουρούνια. Γέρνουνε τα κλήματα απού το βάρος, εβαταλάλιενε αμοναχή τζη η Ζαχαρένια και σταυροκοπιούτανε.
Έβαλενε το καλάθι στον ώμο και εξεκίνησενε για το χωριού, πριχού να βγει ο ήλιος. Έπχαινενε(8) από την απάνω ρούγα του χωριόυ, ν’ αφήσει τσ’ αμπλάς(9) τση μια φουχέ σταφύλια πρωτοφανίστηκα!
-Έλα ζαμπιά μου να δεις είντα σου φερα!
Εβγήκενε η γι’ αδερφή τζη όξω και μόλις τα ‘δενε εμπουντάλιασενε(10)
-Είντα ‘ναι τουτανά τα σταφύλια, ολόμαυρα και γινωμένα, λιάτικα, χαρώ τα! Επόρισενε όξω και φώνιαζενε τσι γειτόνισσες να τ’ αποχερίσει. Η Ζαχαρένια έβγανενε τα σταφύλια από το καλάθι και τα θετενε στο πέτρινο πεζούλι του δρόμου, να δώσει δυο μονοχερές στη κάθε μια χωριανή να συχωρέσουνε τω γονέω τζη α-πουχανε τ’ αμπέλι.
Επρεμαζωχτήκανε για μιας(11) η γι’ Αγγελική, η Νικολάκενα η Κωστίδενα κι γραι Μαριγώ και αποθαυμάζανε.
-Αύγουστε καλέ μου μήνα να ‘σουν δυο φορές το χρόνο. Θεέ μου Παντοδύναμε πόσα καλά πέμπεις(12) τουτονά το μήνα, σύκα, σταφύλια, αχλάδια, ροδάκινα, καρπούζες, πεπόνια και τα χαρίζεις απλόχερα τσ’ ανθρώπους και τα ζωντανά εσιγομουρμούζιενε η Μαριγώ και σταυροκοπιούντανε…
-Πολύ γλυκιά, έλεγενε κι Αγγελική εμάδιενε τσι ρώγες, εγέμιζενε τη μπούκα τζη και τα χαφτενε(13) στο λεφτό!
-Αυτά τα σταφύλια Ζαχαρένια μου είναι έτοιμα να τα τρυγήσετε, έλεγενε το θειαδάκι τζη η γραι Ασπασία.
-Όϊ θειά α δε μ-περάσουνε οι δρίμες τ’ Αυγούστου δε κάνομενε ετσά δουλειά, οπέρυσις α-που δε τζι ξανοίξαμενε και τρυγήσαμενε τσι πρώτες του Αυγούστου, μας εξύδιασενε ούλο ντο κρασί.
-Ακούσετε, είπενε η Ζαμπιά, είντα παθενε η Χρυσή του Κτενιαδοκωστή, οπροχθές τσι τρεις τα’ Αυγούστου, το Σάββατο που μας επέρασενε. Εξερύπησε(14) τ’ ασπρόρουχα και τα βαλενε στο κοφίνι ένα – ένα και τα κούκεζενε με τριμένο σαπούνι. Έβαλενε απάνω την αθοπετσέτα με το γ-κοσκινισμένο άθο. Έβραζενε το νερό στο σιδεροτσίκαλο και το ‘χυνενεν απάνω στον αθό, με τα μάθια μου το ‘δα.
Ετότεσάς εδά να ‘χα βρεθεί μια νοικοκερά να τση πει να καρφώξει μερικές χοντρόμπροκες στον αθό, εμπόριενε να περνά το νερό, είπενε η Αγγελική. Δεν το ‘βγαλα από τη καζάνα(15) μου, θωρώντας το ‘χω.
Αναστορούμαι το συχωρεμένο το αφεντάκι μου και δε ν-έκοβγιενε ξύλα να τα στερέψει για το χειμώνα, γιατί σαθρακιούσανε(16) είπε η Ζαχαρένια.
Ακόμη δε νε κατάλαβα ‘γω, σιγομουρμούρισενε η Ασπασία είντα ‘ναι τουτεσάς οι δρίμες;
Η γραι Μαρία άρχιξενε να εξηγεί σ’ ούλες εκειά τσι γυναίκες, γιατί ‘χενε τα πιο πολλά χρόνια στη ράχη τζη. Δρίμες κοπελιές μου είναι οι ζημιάρες νεράγδες που ‘χουνε την εξουσία να κατεβαίνουν τσι πρώτες μέρες τ’ Αυγούστου να κάνουνε ζημιές τσ’ ανθρώπους. Οι πρώτες μέρες τ’ Αυγούστου λογιάζουνται άτυχες, αποφράδες, δυσοίωνες, προμηνύουν το κακό. Αν λουστείς πέφτουν τα μαλλιά σου, αν πλύνεις ρούχα στο μ-ποταμό και τ’ απλώσεις στα κλαδιά να στεγνώξουν, σκίζουνται, σκίζουνται, αν φυτέψεις φυτά, θα ξεραθούν.
Ξαφνικά εκειά που τα λέγανε τουτανά, ακούσανε τη μπαστούνα του γερο – Αναγνώστη να χτυπά στο γ-καλντερίμι(17). Εγκλάκανε η Ζαμπιά να τονε συδράμει γιατί δεν εκαλοθώριενε, είχενε μια θαμπάδα στα μάθια. Ήτανε εκατό χρονώ πλιο(18), αλλά πολύξερος, ούλα τα κάτεχενε και συμβούλευγενε ούλους τσι χωριανούς, ήταν ο σοφός του χωριού.
Έκατσενε στο πεζούλι και οι γυναίκες βρίκανε την ευκαιρία να τον ρωτήξουνε για τσι δρίμες.
-Δε γ-κατέω αν είναι οι δρίμες νεράγδες και ξωτικά, αυτά είναι θρύλοι. Δε πειράζει να τα κατέμενε και να τα κουβεντιάζομενε, δε μ-πρέπει όμως να τα πιστεύομενε. Παλιά οι άνθρωποι πιστεύανε τα ημερομήνια, παρατηρούσανε, τη ζέστη, τον αέρα, το κρύο, τα σύννεφα τον ήλιο και βγάνανε συμπεράσαματα για το χειμώνα, αν θα ‘χει πολλές βροχές, πολλή κρυγιότη και ανάλογα κατεβάζανε τα ωζά χαμηλά στα βοσκοτόπια γη τ’ αφήνανε ψηλά στα χειμαδια να ξεχειμωνιάσουνε. Τα μερομήνια τα μελετούν οι βοσκοί και οι ρεσπέρηδες(19) και σε γενικές γραμμές δε πέφτουνε όξω.
Ερμηνεία λέξεων
(1) αποδιαφώτιστα = αξημέρωτα
(2) έγκαψενε = επορεύτηκε, πήρε το δρόμο
(3) εγιουρούντηξε = εμόνταρε, έκανε γρήγορα
(4) ασφεντούριξε = πέταξε με δύναμη
(5) μπούκα = στόμα
(6) γερά – γερά = γρήγορα
(7) γουζγουνάτα = καλοθρεμένα
(8) έπχαινε = επήγαινε
(9) αμπλά = αδερφή
(10) εμπουντάλιασε = ετρελάθηκε
(11) γιαμιάς = αμέσως
(12) πέμπεις = στέλνεις
(13) χάφτομαι = καταπίνω
(14) εξερύπησε = έβγαλε τη βρωμιά
(15) καζάνα (μεταφορικά) = κεφάλι
(16) σαθρακιούσανε = σαπίζανε
(17) καλτερίμι = χαλικοστρωμένος δρόμος
(18) μπλιο = πια
(19) ρεσπέρηδες = γεωργοί