Περί Αυτογνωσίας (Του Θοδωρή Ι. Ρηγινιώτη)

Ξέρω ποιος είμαι. Ένας άνθρωπος, προσκαλεσμένος από το Θεό να Τον πλησιάσω, να ενωθώ με την άκτιστη αγαθή ενέργειά Του (αυτήν που ονομάζουμε «θεία χάρη») και να γίνω όμοιος με Αυτόν, όσο μου επιτρέπει η ανθρώπινη φύση μου.

Για μένα (και για σένα, για το διπλανό σου, για το παιδί σου, για το ζητιάνο, για τον εγκληματία πολέμου, για τον εχθρό σου) οι άγιοι δάσκαλοι της πνευματικής μου παράδοσης γράφουν:

Κοιτάζοντας από τον ουρανό, τι είναι εκείνο που διακρίνουμε περισσότερο πάνω στη γη; Όχι τα βουνά ούτε οι θάλασσες ούτε οι πόλεις ούτε οι ουρανοξύστες. Είναι ο άνθρωπος. Διότι η θεοειδής ψυχή του ανθρώπου είναι ένας ήλιος επί της γης. Όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσοι είναι οι ήλιοι επί της γης. Και καθένας απ’ αυτούς τους ήλιους είναι ορατός από τον ουρανό. Αγαπημένο θαύμα του Θεού! Η μικρούτσικη γη, ένα αστεράκι από τα πιο μικρά, να χωράει δισεκατομμύρια ήλιους! Μέσα από το χωματένιο σώμα του ανθρώπου λάμπει ο ήλιος! Ο άνθρωπος! Ένας μικρός θεός μέσα στη λάσπη.

Advertisement

Είναι ευαγγέλιο, παναληθινό ευαγγέλιο –όχι δικό μου, αλλά των αγίων του Θεού– ότι ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ιερό μυστήριο του Θεού. Τόσο μεγάλο και τόσο ιερό, ώστε ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας ερμηνεύσει όλο το βάθος του ανθρώπινου μυστηρίου. Η αλήθεια του ευαγγελίου, η παναλήθεια, είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν.

(άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, †1979).

Ξέρω ποιος είμαι. Ένας άνθρωπος γεμάτος αδυναμίες και πάθη, δηλ. πνευματικές και σωματικές εξαρτήσεις, βαθιά ριζωμένες μέσα μου από πολλά χρόνια, που ρουφούν τις πνευματικές μου δυνάμεις και διεκδικούν την αγάπη μου, εμποδίζοντάς με έτσι να την προσφέρω στο Θεό και το συνάνθρωπο και να προοδεύσω στο δρόμο που μου έδειξε ο Θεός για να Τον πλησιάσω και να ενωθώ με Αυτόν.

Επειδή θέλω πάρα πολύ να ενωθώ με Αυτόν, χρειάζομαι μεγάλο, έντονο και τρομερά κουραστικό ΑΓΩΝΑ, πνευματικό ΚΑΙ σωματικό, για να ξεπεράσω τα πάθη μου (ή μάλλον, ν’ αρχίσω να τα ξεπερνάω) και να μπορέσω ν’ αγαπήσω το Θεό και το συνάνθρωπο πιο πολύ απ’ όσο αγαπάω το Εγώ μου, τα λεφτά, τις ηδονές, τη δόξα και όλα όσα μου χορταίνουν –ή μάλλον μου αυξάνουν– την πείνα και τη δίψα για λεφτά, ηδονές, δόξα και εγωιστική «διόγκωση».

Ο αγώνας αυτός πρέπει ν’ αρχίσει τώρα, αλλά συνεχώς τον αναβάλω (εντάξει, μπουσουλάω κάνοντας μικρά βηματάκια, τόσο μικρά, που σχεδόν σα να μην προχωρώ καθόλου – «σχεδόν» είπα) και τελικά στρέφομαι σε άλλες κατευθύνσεις, σε φωνές που με κολακεύουν λέγοντάς μου γλυκά πως δε χρειάζεται να κάνω τέτοιο αγώνα!

Άλλες φωνές μου λένε πως είμαι κιόλας τέλειος, είμαι ήδη «θεϊκός», αρκεί «ν’ αποδεχτώ τον εαυτό μου όπως είναι», ή το πολύ να κάνω και μερικές ασκήσεις αυτοπειθαρχίας, διαλογισμό κ.λ.π., για ν’ ανακαλύψω τον πραγματικό θεϊκό μου εαυτό. Δεν έχω αδυναμίες και πάθη, μου λένε, η άγνοια της θεϊκότητάς μου μού προκαλεί αυτή την ιδέα, και δε χρειάζεται να βάλω περιορισμούς στις επιθυμίες μου ή να προσπαθήσω να γίνω πιο ταπεινός… Το κυριότερο, δεν πρέπει να θέλω να ενωθώ με το Θεό (τον Τριαδκό Θεό, Αυτόν που φανέρωσε ο Χριστός και που μαζί Του ενώθηκαν όλοι οι άγιοι διδάσκαλοί μου), γιατί ο Θεός, όπως μου λένε, «είναι μόνο ένα κομμάτι του εαυτού μου, κάτι που ήδη υπάρχει μέσα μου και μπορώ να το ενεργοποιήσω κάνοντας πνευματικές και σωματικές ασκήσεις». Ο Χριστός, μου λένε, «δεν εννοούσε αυτό που κατάλαβαν οι χριστιανοί άγιοι, αλλά και οι πιο προχωρημένοι χριστιανοί άγιοι δεν εννοούν αυτό που νομίζουν οι χριστιανοί, αλλά αυτά που εννοούν οι ινδουιστές και οι βουδιστές».

Άλλες φωνές μου λένε πως πρέπει ν’ αγωνιστώ, αλλά προς άλλη κατεύθυνση. Πως η επιθυμία να ενωθώ με το Θεό της Αγάπης (τον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό-Χριστό και το Άγιο Πνεύμα) είναι μια δεισιδαιμονία για τους αγράμματους και εύπιστους, ενώ η πραγματικά σημαντική δίψα είναι η δίψα για δύναμη και (λένε άλλοι) για ηδονή!

«Αγωνίσου ν’ αποχτήσεις δύναμη – δύναμη μέσα σου, με αυτοπειθαρχία φυσικά και με σκληρότητα στον πόνο, τις κακουχίες, τις στερήσεις και τις συμφορές, δύναμη πάνω στους άλλους, να κατακτήσεις όλο τον κόσμο, όσο είναι δυνατόν, κι έτσι θα φτάσεις στο αποκορύφωμα των δυνατοτήτων σου και θα δικαιώσεις την ανθρώπινη φύση σου!»

Δηλαδή τη φύση ενός θηρίου, με απεριόριστες δυνατότητες κυριαρχίας και καταστροφής –αυτό που η δική μου πνευματική παράδοση ονομάζει «πτώση του ανθρώπου» και καλεί τον άνθρωπο να θεραπεύσει στον εαυτό του, εγκαθιστώντας μέσα του την ταπεινή και ανιδιοτελή αγάπη, πριν ανοίξει αγιάτρευτες πληγές στους άλλους, στον εαυτό του και σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μα δεν τις έχει ανοίξει ήδη, επειδή ακολουθεί τη δίψα του για δύναμη και ηδονή κι όχι την Οδό που δίδαξε και στην οποία μας προσκάλεσε ο Χριστός;

Υπάρχουν και μερικοί που μοιάζουν με Χριστούς (γλυκείς, πράοι, γεμάτοι αγάπη), που με προσκαλούν να τους ακολουθήσω σε δρόμους ριζωμένους στον ινδουισμό και το βουδισμό ή στη σοφία των ινδιάνων και άλλων. Δεν τους ακολουθώ, γιατί, πρώτον, ισάξια και καλύτερη σοφία έχω κι εγώ στη δική μου (από αιώνες) πνευματική παράδοση και έχω πολύ σημαντικούς δικούς μου αγίους, σοφούς και διδασκάλους, και δε χρειάζομαι την εισαγωγή κανενός ξένου δρόμου για να με οδηγήσει στον προορισμό που λαχταράω.

Δεύτερον, γιατί ο προορισμός που λαχταράω είναι τελείως διαφορετικός απ’ αυτούς που μου προτείνουν αυτοί – όλοι αυτοί, που ανέφερα παραπάνω, όλες οι «φωνές», από τις οποίες έχει πλέον γεμίσει η πόλη μου, η χώρα μου, η κοινωνία μου, ο δυτικός κόσμος, όλος ο κόσμος. Ο προορισμός που λαχταράει η καρδιά μου είναι ο Χριστός, και στο Χριστό δε με πηγαίνουν οι δρόμοι που μου ζητάνε ν’ ακολουθήσω οι άλλοι, αλλά ο δρόμος που μου πρότεινε ν’ ακολουθήσω ο ίδιος ο Χριστός.

Το ότι υπάρχει αυτός ο δρόμος, έχει αποτέλεσμα και οδηγεί ακριβώς στην ενότητα με το Θεό και με όλα τα όντα, το ξέρω πολύ καλά, γιατί φαίνεται στη ζωή όλων των αγίων της πνευματικής μου παράδοσης, όχι μόνο από παλιότερες εποχές, αλλά και από την εποχή μας, από τη γενιά μας, από τη γενιά μου – που μπορώ να τους γνωρίσω από κοντά και να τους μελετήσω πάρα πολύ προσεχτικά! Μάλιστα υπάρχουν και ζωντανοί άγιοι, που μπορώ να τους αναζητήσω και να μάθω πολλά από τις εμπειρίες και από τη σοφία τους, που είναι μια σοφία στο δρόμο του Χριστού κι όχι σε άλλους δρόμους, που οδηγούν αλλού και που δε μ’ ενδιαφέρουν.

Οι πνευματικοί καθρέφτες και η αλλαγή του κόσμου

Όμως, πώς ξέρω αυτό που λέω ότι ξέρω;

Δηλ. πώς ξέρω αν έχω προχωρήσει ή όχι, και σε ποιο βαθμό, στο δρόμο που οδηγεί στο επιθυμητό τέρμα;

Για να δω το πρόσωπό μου χρειάζομαι καθρέφτη και για να δω την πνευματική και ηθική μου κατάσταση επίσης χρειάζομαι καθρέφτη. Από την παράδοσή μου έχω δύο πολύ καλούς τέτοιους καθρέφτες: την Καινή Διαθήκη και τους βίους των αγίων.

Το Ευαγγέλιο (μέσα στην Κ. Διαθήκη) είναι ο πρώτος τέτοιος καθρέφτης, γιατί διαβάζοντάς το, αν βέβαια ξέρω τον εαυτό μου και είμαι ειλικρινής κι όχι τυφλός ή υποκριτής (ώστε να λέω στον εαυτό μου πως είμαι διαφορετικός απ’ αυτό που είμαι), μπορώ να συγκριθώ με τη ζωή και τη διδασκαλία του Ιησού μου –του Δασκάλου που επιθυμώ να έχω– και να δω αν μοιάζω καθόλου στην αγάπη που έχει και σ’ αυτά που λέει.

Δεν εννοώ να Του μοιάζω, δηλ. να κάνω θαύματα (πολλοί «κάνουν θαύματα» αναπτύσσοντας δυνάμεις από πηγές αντίθετες με το Χριστό), αλλά να Του μοιάζω, δηλ. ν’ αγαπάω και να συγχωρώ όλο τον κόσμο, ακόμη κι εκείνους που με σταυρώνουν (κατά Λουκάν 23, 34). Μα εγώ θυμώνω ακόμη και με το παιδί του γείτονα που παίζει το μεσημέρι στο μπαλκόνι και δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ, νιώθω μίσος γι’ αυτόν που θέλει να με αδικήσει (κι αν το καταφέρει κιόλας, τότε είναι!!), περιφρονώ εκείνον που θεωρώ υποκριτή, αμαρτωλό και «κακό» (χωρίς μάλιστα να σκέφτομαι πως μπορεί να μην κρίνω σωστά ή να ’χει χίλια ελαφρυντικά) και μπορώ να σκέφτομαι αν …μοιάζω καθόλου με το Χριστό, που συγχώρησε την πόρνη και τον τελώνη, που πλησίαζε με αγάπη τους λεπρούς και τους αμαρτωλούς, που μίλησε για τον Άσωτο Υιό;

Εξάλλου, διαβάζοντας την Επί του Όρους Ομιλία, στα κεφάλαια 5, 6 και 7 του κατά Ματθαίον, το κεφ. 6 του κατά Λουκάν (που μιλάει για την αγάπη προς τους εχθρούς) και άλλα σημεία της διδασκαλίας του Ιησού, μπορώ να καταλάβω πως είμαι ακόμη μακριά απ’ αυτά που μου προτείνει. Όχι μόνο από την τελειότητα (να πουλήσω όλα μου τα υπάρχοντα, να τα μοιράσω στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσω χωρίς δεκάρα, όπως είπε στον πλούσιο νέο – κατά Ματθαίον 19, 16-26), αλλά κι από τα πρώτα στάδια, όπως απλά να εφαρμόσω στη ζωή μου τους Μακαρισμούς (να είμαι «πτωχός τω πνεύματι» [=ταπεινός, όχι αλαζόνας για τη δύναμη του νου, τη λογική και τις γνώσεις μου], πράος, ειρηνοποιός κ.τ.λ.) και ν’ αγαπήσω αυτόν που δεν πιστεύω ότι «του αξίζει» αγάπη…

Αυτός ο καθρέφτης, προς το παρόν, με εμφανίζει πολύ μακριά από το Χριστό μου. Χρειάζομαι πολύ δουλειά, έντονο αγώνα, για να κάνω βήματα προς Αυτόν.

Ο δεύτερος καθρέφτης, οι βιογραφίες των αγίων, μου δείχνει πώς ζουν οι άνθρωποι που έχουν πλησιάσει πολύ το Χριστό, οι άγιοι. Συγκρίνοντας πάλι τον εαυτό μου μ’ εκείνους, καταλαβαίνω πού βρίσκομαι ηθικά και πνευματικά. Βλέποντας δηλ. πόσο αγάπησαν το Χριστό οι άγιοι, τι πρόσφεραν στο συνάνθρωπο, πόσο αγωνίστηκαν για να νικήσουν τον εγωισμό και τα πάθη τους (είτε ως μοναχοί –πολλοί, από εγωισμό, περιφρονούν τους μοναχούς, γιατί δήθεν «δεν προσφέρουν κοινωνικό έργο»– είτε δρόμους εγκληματικούς και σκοτεινούς (πολλοί άγιοι ήταν φονιάδες, διεστραμμένοι, αμαρτωλοί, λάτρεις δαιμόνων, που μετανόησαν κι αγωνίστηκαν τρομερά να βγάλουν από μέσα τους το σκοτάδι που είχε συσσωρευτεί απ’ όλα αυτά) κ.τ.λ., όχι μόνο βλέπω σε τι επίπεδο παίζει ο δικός μου αγώνας, αλλά παίρνω και υπόδειγμα για το πώς πρέπει να ζήσω και ν’ αγωνιστώ.

Ανάλογα βέβαια με το τι μου ταιριάζει, γιατί άγιοι είναι άνθρωποι κάθε επαγγέλματος και τρόπου ζωής: μοναχοί, ερημίτες, οικογενειάρχες, αγρότες, αστοί, ιερείς, δεσποτάδες, δάσκαλοι, στρατιώτες, επιστήμονες, πολιτικοί, έμποροι, φιλάνθρωποι, ιεραπόστολοι (χωρίς αποικιοκρατικούς σκοπούς, εννοείται), μάρτυρες κ.τ.λ. Στο Γέροντα Παΐσιο πήγε ένας άνθρωπος που είδε το Άκτιστο Φως (για το οποίο δεν είχε ιδέα) όταν προσευχήθηκε με πόνο κι αγάπη για τη γυναίκα του, που τον είχε απατήσει με το χειρότερο τρόπο. Είμαι πρόθυμος εγώ να συγχωρήσω έτσι;

Πιστεύω πως κάποιος που συγχωρεί έτσι, ακόμη κι αν δεν είναι χριστιανός, βρίσκεται πολύ κοντά στο Χριστό κι έχει περισσότερες πιθανότητες να σωθεί παρά οι περισσότεροι από μας τους χριστιανούς, με την επιφύλαξη βέβαια των εμποδίων που μπορεί να του θέτει η θρησκεία του, όπως ίσως λατρεία σκοτεινών πνευμάτων (σε πολλές θρησκείες υπάρχει) κ.τ.λ. Αλλά ο Θεός μπορεί να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο για να σωθεί ένας αγαθός και ταπεινός άνθρωπος, με τρόπο που εγώ δε φαντάζομαι. Επιθυμία μου είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι.

Μα τι διαφορά έχουν οι άγιοι της φιλανθρωπίας (όπως ο άγ. Ιωάννης ο Ελεήμων, ο άγ. Φιλάρετος, ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η αγία Φιλοθέη κ.λ.π.) από τους άθεους κοινωνικούς ακτιβιστές π.χ.; Ή οι χριστιανοί μάρτυρες από τους κομουνιστές π.χ. που εξορίστηκαν στη Μακρόνησο, όπου βασανίστηκαν τρομερά από σαδιστές όργανα του καθεστώτος;

Η διαφορά είναι ότι οι άγιοι έχουν ως βάση αυτό που ποθώ να καλλιεργήσω μέσα μου: την αγάπη για το Χριστό. Απ’ αυτή την αγάπη προέρχεται η μεγάλη αγάπη και αυτοθυσία τους, που τους κάνει να είναι φιλάνθρωποι αγωνιστές ή ηρωικοί μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες. Ένας άθεος ορθολογιστής μπορεί να θεωρεί τελειότητα το να αγωνίζεται για την «κοινωνική δικαιοσύνη» ή για την απελευθέρωση των σκλάβων ή για τη δίκαιη κατανομή του πλούτου (να έχουν όλοι ένα πιάτο φαΐ) ή το να θυσιάζεται κάποιος για την ιδεολογία του, όποια κι αν είναι. Όμως δεν κάνει άνοιγμα στο Χριστό. Πάλι μπορεί να Τον πλησιάζει, χωρίς να το ξέρει (αν είναι ταπεινός και η καρδιά του επιτρέπει στη θεία χάρη να μπει μέσα της και να τον ενώσει με το Θεό), αλλά μπορεί και ν’ απομακρύνεται απ’ Αυτόν, αν πιστεύει εγωιστικά πως μ’ αυτά που κάνει «ήδη πλησίασε την τελειότητα» και πως δε χρειάζεται στη ζωή του κανένα Θεό και κανένα Χριστό (βέβαια μόνο ο Θεός ξέρει ποιος είναι κοντά Του και ποιος όχι, τώρα δεν κρίνω, απλά φέρνω ένα παράδειγμα όπως το νομίζω με το «πτωχό πνεύμα μου» και την ατελή & ανώριμη κρίση μου).

Εμένα όμως δε μ’ ενδιαφέρει γενικώς ν’ αγωνιστώ κοινωνικά ή να γίνω μάρτυρας. Μ’ ενδιαφέρει ο Χριστός, καταλάβατε; Με το Χριστό στην καρδιά μου, ευχαρίστως ν’ αγωνιστώ κοινωνικά και ό,τι θέλετε (θα έχω άλλωστε μεγάλη αγάπη προς όλους – αλλά και προς τους «κακούς», τους εξουσιαστές και τους άδικους, ως συνανθρώπους, αν δε σας πειράζει [όχι βέβαια προς την κακία, την κατάχρηση εξουσίας και την αδικία]). Αλλά πρέπει και να θεραπεύσω τα πάθη μου, να κάνω και πνευματικό & ηθικό αγώνα, με βάση αυτό που βλέπω στον εαυτό μου κοιτώντας στην Καινή Διαθήκη και στους βίους των αγίων. Μπορώ παράλληλα ν’ αγωνιστώ (όπως κι ένας οικολόγος ή κοινωνικός ακτιβιστής μπορεί παράλληλα ν’ αγωνίζεται για το περιβάλλον και τους πάσχοντες συνανθρώπους μας και για την κάθαρση της καρδιάς του και την προσέγγιση προς το Χριστό), όμως δεν πρέπει να ξεχάσω αυτό που λαχταρώ, το Χριστό, γιατί τότε ο «αγώνας μου» θα γίνει παγίδα και, επιπλέον, δε θ’ αλλάξει και τον κόσμο.

ΕΧΕΙ ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΗ…

 

Επιμέλεια Θοδωρής Ι. Ρηγινιώτης

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement