Διάβασα τις προηγούμενες μέρες στον τοπικό Τύπο, άρθρο, αναδημοσίευση από τα Χανιώτικα Νέα, που αφορούσε ένα θέμα λογοκλοπής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και ειδικότερα στο πολύπαθο Τμήμα της Πολιτικής Επιστήμης. «Κατηγορούμενη» η Λέκτορας του Τμήματος κα. Βλαχάδη Μαρία.
Ευθύς εξ αρχής θέλω να ξεκαθαρίσω ότι με την κα Βλαχάδη γνωριζόμαστε εδώ και δυο χρόνια, αφού ήταν διδάσκουσα σε σεμινάρια του Κοινωνικού Πολύκεντρου της ΑΔΕΔΥ, τα οποία παρακολουθούσα. Απ’ την πρώτη στιγμή εκτίμησα το ήθος καθώς και την επιστημονική της κατάρτιση.
Σκοπός του γράφοντος, σήμερα, δεν είναι να λειτουργήσει ως δικηγόρος ή ως μάρτυρας υπεράσπισης της κας Βλάχάδη. Άλλωστε, απ’ ότι διάβασα στο αναδημοσιευμένο άρθρο, «για την υπόθεση διατάχθηκε Ε.Δ.Ε. και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μελών Δ.Ε.Π., το οποίο καλείται να αποφασίσει, αν όντως η συγκεκριμένη καθηγήτρια έχει πραγματοποιήσει λογοκλοπή ή αν οι καταγγελίες είναι αβάσιμες».
Αυτό που με προβληματίζει και με θλίβει, παράλληλα, είναι ο τρόπος που το θέμα ήρθε στη δημοσιότητα. Την καταγγελία απέστειλε ομάδα πολιτών με την επωνυμία «ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ», οι οποίοι αναφέρουν στην καταγγελία τους ότι είναι «μια κίνηση σκεπτόμενων πολιτών που ενδιαφέρονται για την αξιοκρατία και τη διαφάνεια στο Πανεπιστήμιο». Ουσιαστικά, πρόκειται, δηλαδή, για μια ανώνυμη καταγγελία, αφού δεν φέρει την υπογραφή κανενός φυσικού προσώπου, ούτε η συγκεκριμένη κίνηση πολιτών είναι κάποιο επίσημο Σωματείο με καταστατικό και εκλεγμένο Συμβούλιο ώστε να μην απαιτείται υπογραφή φυσικού προσώπου στις ανακοινώσεις του.
Και όταν αυτή η καταγγελία αφορά μία Πανεπιστημιακό, με τόσο σοβαρές καταγγελίες, θα περίμενε κανείς οι αποδέκτες της επιστολής να είναι πιο προσεκτικοί. Αναφέρομαι, βέβαια, στον έγκριτο δημοσιογράφο των Χανιώτικων Νέων καθώς και στον κ. Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος έστειλε την υπόθεση στο πειθαρχικό Συμβούλιο των μελών ΔΕΠ, στηριζόμενος σε ανώνυμη καταγγελία.
Είναι, τουλάχιστον, θλιβερό, ο οποιοσδήποτε, ενδυόμενος λευκό μανδύα και κρατώντας πύρινη ρομφαία, να εκτοξεύει κατηγορίες –δίκαιες ή άδικες – διατηρώντας, όμως, την ανωνυμία του. Προσωπικά, έχω μάθει και το εφαρμόζω απαρέγκλιτα, τα χρόνια που ασχολούμαι με τα κοινά, να μην κρύβομαι ποτέ πίσω από το δάχτυλό μου. Οτιδήποτε γράφω το υπογράφω με όνομα και επώνυμο.
Θα περίμενα το ίδιο να συμβαίνει και στην ανώτατη και ευαίσθητη, βαθμίδα της Εκπαίδευσης. Ο πανεπιστημιακό δάσκαλος, είναι πρώτιστα ΔΑΣΚΑΛΟΣ. Είναι αυτός που διδάσκει ήθος, που είναι μπροστάρης, που δίνει το παράδειγμα. Αυτός που έχει το θάρρος της γνώμης του, που δεν κρύβεται. Από αυτόν θα οραματιστούν οι φοιτητές του, οι αυριανοί πολίτες αυτής της χώρας. Και μην ξεχνάμε, ότι στη δύσκολη περίοδο που διάγουμε, ως κράτος και ως Έθνος, θέλουμε φωτισμένους Δασκάλους. Τέτοιοι φωτισμένοι δάσκαλοι σήκωσαν το βάρος της ανάτασης του Έθνους σε δύσκολες στιγμές. Και κατάφεραν να βγάλουν τη χώρα απ’ το τέλμα.
Η Τριτοβάθμια εκπαίδευση πλήττεται βάναυσα τελευταία. Δίκαια ή άδικα δεν είναι της παρούσης. Η πολιτική της «κλειδαρότρυπας», των ανώνυμων καταγγελιών και των σκανδάλων, μόνο κακό κάνει. Ας ομονοήσουν, επιτέλους, όλοι για το καλό της Εκπαίδευσης, για το καλό των φοιτητών, για το καλό της χώρας. Οι καιροί ου μενετοί!
Νίκος Δερεδάκης
Δάσκαλος
Πρόεδρος Ν.Τ. ΑΔΕΔΥ Ρεθύμνου.