Ποίηση Γιάννη Μποτονάκη
Εσύ γεννήθηκες να φέρεις τα χαμόγελα.
Η μάνα που σε κράταγε σφιχτά σε κοίταζε στα μάτια
τη πρώτη φορά που σου ‘δωσε το βυζί της
στη πρώτη σου λέξη, στο πρώτο σου βήμα όρθιο κοριτσάκι
και σχολείο πήγες και τους βαθμούς σου έπαιρνες
και με χαρά τους έφερνες στο σπίτι
και μεγάλωσες και ερωτεύτηκες
και πληγώθηκες.
Κι ύστερα χαρά μου σε ποιό μονοπάτι
άλλαξες τη μοίρα σου
Ποιά μέλισσα σε κέντρισε πρώτη φορά και σε ζάλισε τόσο
που την έψαχνες ξανά και ξανά.
Σε ποιόν κηφίνα χρώσταγες απ’ τη ζωή σου γράμματα
και το μυστικό σου σφύριξε.
Πουτάνα.
Κάθε βραδυά πουλούσες τη ψυχή σου σε γραμμάρια
σίγουρα θα έκλαψες την πρώτη φορά.
Μα είχες πάρει δάνειο απ’ το διάολο κι οι δόσεις τρέχαν
κι έδινες όλο και πιο πολλά
Τα άγρια ζώα δεν κάνουν διακρίσεις
Όταν πεινάνε αρχίζουν να κυκλοφορούν στο αίμα σου,
σε διαπομπεύουν, μα τι με νοιάζει εμένα
Δεν είσαι κόρη μου ούτε αδερφή μου.
Η μήπως είσαι;