Πρώτη μέρα στη δουλειά… (Μέρος Β’) της Αναστασίας Βενιέρη

Ο Σήφης πετάγεται από το κάθισμά του. Το πρόσωπό του είναι κατακόκκινο από θυμό.

‘Τι είπες; Τρομοκράτης; Γιατί;’ Φωνάζει δυνατά. Οι επιβάτες γυρίζουν αμήχανα στα κινητά τους και τα μισάνοιχτα βιβλία τους.

‘Το ξέρω ότι δεν είσαι τρομοκράτης. Πως κάνεις έτσι; Σιγά το πράγμα!’ ανασηκώνει τους ώμους και ξαναγυρίζει στο κινητό της.

Advertisement

Η νοσηλεύτρια δίπλα του σηκώνεται κι αυτή και τον αγγίζει απαλά στον ώμο. ‘Δεν αξίζει τον κόπο.’

Ο Σήφης κοιτάζει θυμωμένα τη μητέρα που δε σηκώνει το βλέμμα απο το κινητό. ‘Γιατί;’ φωνάζει ξανά.

Εκείνη τον κοιτάζει επιτέλους στα μάτια. ‘Το μούσι!’ Πίσω στο κινητό. Το αγοράκι έχει πλέον κρυφτεί ολόκληρο κάτω από το παλτό της μητέρας του. Έκπληκτος, ο Σήφης κοιτάζει τη νοσηλεύτρια. ‘Έλα μαζί μου’ του λέει εκείνη και τον τραβάει από το χέρι.

Πηγαίνουν στο διπλανό βαγόνι. Το τραίνο είναι τόσο γεμάτο που μόλις κρατιούνται από το κάθισμα δίπλα τους. Ο Σήφης βυθίζεται σ’ ένα σύννεφο θυμού και σύγχυσης. Απαντάει μηχανικά στις ερωτήσεις της, όμως το μυαλό του γυρνάει συνεχώς στο περιστατικό.

Ακόμα θυμάται τα λόγια της καινούριας του διευθύντριας στην παιδιατρική κλινική. Η ευγένεια, λέει,  είναι πολύ σημαντική εδώ στην Αγγλία. Άσε που ούτε τσίχλα δεν πρέπει να πάρει χωρίς να πει ευχαριστώ. Μωρέ, όλο ευγένεια ήταν η κυρία στο διπλανό βαγόνι! Ανατροφή να σου πετύχει! Ωραίο παράδειγμα δίνει στο παιδί της!

Κατεβαίνει στην επόμενη στάση προσπερνώντας τους υπόλοιπους επιβάτες. Είναι η πρώτη μέρα στη δουλειά.

Λίγο αργότερα στο ιατρείο της κλινικής, ο Σήφης περιμένει τον πρώτο ασθενή.  Η  βοηθός του έχει πάει να φωνάξει κάποιον Όλιβερ Χάρις, ένα παιδί με σοβαρό άσθμα. Κοιτάζει αφηρημένα τους πολύχρωμους τοίχους με τα αυτοκόλλητα ουράνια τόξα και τις πεταλούδες.

‘ Ποιος το περίμενε; Είμαι ένας μετανάστης.’ σκέφτεται. Η πόρτα ανοίγει και η βοηθός εμφανίζεται χαμογελώντας. Μητέρα και παιδί ακολουθούν διστακτικά.

Μικρός που είναι ο κόσμος! Η νεαρή μητέρα από το τραίνο! Ο Όλιβερ βλέπει τον Σήφη και βάζει τα κλάματα.

‘Μαμά! Ο τρομοκράτης!’ κλαίει το αγόρι και τρέχει να φύγει. Μετά βίας τον κρατά η μητέρα του.

Ο Σήφης ανοίγει το συρτάρι και βγάζει ένα κόκκινο ασύρματο αυτοκίνητο.  Κάθεται στο πάτωμα και το οδηγεί στα πόδια του παιδιού. Παύση! Χαμογελά και κλείνει το μάτι στον Όλιβερ.  Το παιδί μαλακώνει λίγο. Δειλά, κάθεται δίπλα στο Σήφη και απλώνει το χέρι στο παιγνίδι. Σύντομα, τα αναφιλητά αραιώνουν και οι δυο τους παίζουν σιωπηλά.

‘Όλιβερ, είμαι εδώ για να σε βοηθήσω, το ξέρεις;’ ρωτάει ο Σήφης και το παιδί του γνέφει καταφατικά και χαμογελά.

Με πλάτες γυρισμένες, ίσα που ακούνε την μητέρα

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement