Η σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης προσφέρει απλόχερα την ευκαιρία προκειμένου να αναδειχθούν ορισμένες πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας του Ρεθύμνου, οι οποίες δεν τυγχάνουν της πρέπουσας προβολής και της προσοχής όλων μας. Ο λόγος για τους δεκάδες αξιόλογους νέους καλλιτέχνες του νομού, που υπηρετούν με σεμνότητα τις Τέχνες και τον Πολιτισμό και οι οποίοι δρουν υπό τη σκιά των αυξημένων οικονομικών προβλημάτων, καταδικασμένοι να ισορροπούν ανάμεσα στις αντικειμενικές δυσκολίες και την ανάγκη να εκφράσουν τον ψυχισμό τους και να μας τον δωρίσουν ως χάρισμα, ως μια άλλη «θεία κοινωνία».
Γέννημα θρέμμα μιας μεγαλούπολης – για τα ελληνικά δεδομένα – του 1.5 εκατομμυρίου κατοίκων, όπου η πολιτιστική παραγωγή αγγίζει τα όρια του οργασμού, η απόφασή μου να μετακομίσω μόνιμα στο Ρέθυμνο μου επιφύλασσε αρκετές ευχάριστες εκπλήξεις. Η αλήθεια είναι πως, για κάποιον που δεν έχει επισκεφτεί ποτέ την Κρήτη, οι εικόνες και οι μύθοι που ακολουθούν τους κατοίκους αυτού του νησιού είναι πολλοί και, σε κάποιες περιπτώσεις, παραπλανητικοί. Με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπίστωσα πολύ σύντομα πως, στον ευλογημένο αυτόν τόπο, δεν υπάρχουν μόνο οι μαυροντυμένοι με τις μπαλωθιές, τα Ανώγεια και ο Ξυλούρης αλλά και πολλά κοπέλια και κοπελιές με υψηλό επίπεδο μόρφωσης, οι οποίοι φορούν πολύχρωμα ρούχα και δημιουργούν αθόρυβα Ήθος και Πολιτισμό, συνδυάζοντας την όποια γνώση και κατάρτιση απέκτησαν με τις παραδοσιακές αρχές και αρετές που διδάχθηκαν από τους γονείς τους.
Και είναι αυτή η ματιά του «ξένου» που μου επιτρέπει να κάνω μερικές διαπιστώσεις δίχως συναισθηματισμούς, συγγένειες ή γνωριμίες, οι οποίες στην μικρή αυτή κοινωνία δεσμεύουν καθημερινά συμπεριφορές, προκατασκευάζουν ή ακόμη υποθηκεύουν το μέλλον ανθρώπων, από το που για παράδειγμα θα βρει κάποιος δουλειά μέχρι το από ποιον θα αγοράσει τα έπιπλα για το σπίτι του ή το πως θα εκφραστεί για κάποιον σε δημόσιο χώρο, μην τύχει και τον ακούσει ο διπλανός που μπορεί να γνωρίζει τον σχολιαζόμενο και «η ρουφιανιά πάει σύννεφο» όπως λέμε και εμείς οι Μακεδόνες.
Σε αυτό λοιπόν το άγονο, όσο και ματαιόδοξο έδαφος, έχουν φυτρώσει ιδιοφυώς συγκροτημένες προσωπικότητες νέων και, συνάμα, ανήσυχων Ρεθεμνιωτών, οι οποίοι τολμούν να εκφραστούν μέσω της δημιουργικότητας, δίχως να καταπατούν την κρητική τους καταγωγή, αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύοντάς την με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, εκτός από τα πολλαπλά προβλήματα, στο Ρέθυμνο έχουν «ανθίσει» νέοι λογοτέχνες, ζωγράφοι και εικαστικοί. Άσχετα με το πως ονειρεύονται οι παλαιότεροι το μέλλον των παιδιών τους, μιλούμε για ένα κομμάτι του πληθυσμού που επιδιώκει την πρόοδο, όχι ως ανατροπή ή προγονική απαξία, μα ως μια αξιοπρεπή για τον τόπο συνέχεια του παρελθόντος. Μιλούμε για καλλιτέχνες που θεωρούν τιμή τους να διαδώσουν την κρητική τους κληρονομιά, μέσα από τις σύγχρονες μορφές της Τέχνης. Σεβόμενοι τις ρίζες τους, να την πλάσουν όπως επιτάσσει η εποχή με μοναδικό στόχο να τη διατηρήσουν και να τη μεταλαμπαδεύσουν στις επόμενες γενεές.
Αυτοί οι νέοι δημιουργοί ποτέ δεν σκέφτηκαν το εύκολο, τα χρήματα, τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, τις γνωριμίες ή τις συγγένειες που θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν πολιτιστικά στην μικρή κοινωνία του Ρεθύμνου. Ψάχνουν απλώς ένα βήμα, έναν χώρο που θα τους προσφερθεί για να εκφραστούν, για να στεγάσουν την ανήσυχη ψυχούλα τους, επιθυμώντας τη δημοσιότητα, όχι για να την μετατρέψουν πρόσκαιρα σε χρήμα, όπως εδώ και χρόνια κάνουν τα στελέχη του «Πολιτιστικού Κατεστημένου Ρεθύμνης», που ανακυκλώνουν εαυτούς και αλλήλους εξαργυρώνοντας σε ευρώ ένα πελατειακό καθεστώς.
Και είναι αυτοί οι νέοι άνθρωποι, τους οποίους έχει υποχρέωση η Πολιτεία να βοηθήσει και να ενισχύσει την άδολη προσπάθειά τους και, γιατί όχι, να την συνδυάσει με το παρεχόμενο τουριστικό προϊόν. Να καταστεί το Ρέθυμνο η πρωτεύουσα της σύγχρονης κρητικής τέχνης όλων των ειδών. Να επιδιώξει η Περιφέρεια, ο Δήμος και οι φορείς ξενοδοχειακών και τουριστικών καταλυμάτων, με την όποια δύναμη και οικονομική επιφάνεια διαθέτουν, να προωθήσουν αυτούς τους νέους καλλιτέχνες. Όπως επίσης χρέος των τελευταίων θα πρέπει να αποτελεί η προσπάθεια να συνδεθούν μεταξύ τους. Να συγκεντρωθούν και να συγκροτήσουν παρέες, να ανταλλάξουν απόψεις και ευαισθησίες, να συναναστραφούν. Η προσπάθεια αυτή δεν απαιτεί κονδύλια, ούτε καν κάποια πολύπλοκη σκέψη. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί θέληση κι ένα ταπεινό όραμα για το μέλλον της Κρήτης και του αρχέγονου Πολιτισμού της.