Η λέξη μεγαλοφαντασία εκφράζει καλύτερα από κάθε άλλη αυτό που θα αναλύσω στο κείμενο αυτό. Είναι μια μεγάλη φαντασία, αυτή που ξεπερνά τις κοινές ή αυτή η φαντασία των μεγάλων που θεωρούν ότι είναι πάνω από τα όρια. Υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι που νομίζουν ότι θα σώσουν την χώρα και υπάρχουν και άλλοι, επίσης μεγάλοι του χρήματος, της πολιτικής, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων, που υποκρίνονται για το ίδιο πράγμα. Όλοι αυτοί δεν έχουν την παραμικρή σχέση με εκείνους που σε άλλες φάσεις βοήθησαν αφιλοκερδώς την πατρίδα να ορθοποδήσει και άφησαν πίσω τους την προσφορά τους να συνδέεται για πάντα με το όνομά τους. Υπήρξαν πολλοί εθνικοί ευεργέτες και καμιά μεγαλοφαντασία δεν τους χαρακτήριζε. Σήμερα έχουν ανατραπεί τα πάντα και υπάρχει εύκολος ο μηχανισμός να χαρακτηριστεί κάποιος ευεργέτης, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που κάνει κινείται από άλλους ποικίλους στόχους και συμφέροντα.
Το φαινόμενο αυτό στην χώρα μας γιγαντώθηκε από τους ολυμπιακούς αγώνες και μετά. Με χρήματα δανεικά και αγύριστα, με ένα σωρό μη κυβερνητικές οργανώσεις που έπαιρναν τεράστια ποσά από ευρωπαϊκά κονδύλια, με έργα αθλητικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος χτίστηκαν αυτοκρατορίες ολόκληρες και βασίστηκαν στα φερέφωνά τους οι κάθε μορφής εξουσίες που διέλυσαν αυτό τον τόπο. Με δανεικά και αγύριστα γι’ αυτά όλα τα σχήματα, με απίστευτα υψηλό κόστος για το σύνολο. Διαβάζουμε στον τύπο σήμερα για τα δάνεια που πήραν και τα χρέη που έχουν και απορούμε πως το κατάφεραν και γιατί δόθηκε η ευκαιρία σε τόσο αντεθνικά στοιχεία να παίξουν αυτό το ρόλο.
Αφορμή για το κείμενο αυτό στάθηκε η συνέντευξη του κ. Ανδρέα Δρακόπουλου, προέδρου του Ιδρύματος Νιάρχου στον Αλέξη Παπαχελά, που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 25 Αυγούστου 2013. Αφορούσε τα έργα στο Φάληρο που θα στεγάσουν την Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Λυρική Σκηνή και αυτά που σχετίζονται με τη διαμόρφωση του Φαληρικού όρμου, που μπορεί σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα (15-9-13) και να μην γίνουν. Σπουδαία έργα που δίκαια θα διασφάλιζαν τον χαρακτηρισμό της εθνικής ευεργεσίας, αν δεν υπήρχαν κάποια στοιχεία που δημιουργούν έντονο προβληματισμό γι’ αυτά. Επίσης δεν θα έμπαινα στον κόπο ν’ ασχοληθώ με το θέμα αυτό, αν δεν χρησιμοποιούσαν συγκρίσεις αστήριχτες και παραπλανητικές. Η δημοσιότητα που δίδεται για τα συγκεκριμένο θέμα είναι τόση και τέτοια, που η αντίθετη άποψη είναι φτερό στον άνεμο. Επανειλημμένα έχω διαβάσει άρθρα και συνεντεύξεις και παρουσιάσεις που εκθειάζουν το γεγονός, πως δηλαδή εκατοντάδες εκατομμυρίων θα ξοδευτούν για να αποκτήσει εκεί κάτω η Αθήνα τέτοια πολιτιστικά κέντρα. Βγήκε και ο δήμαρχος της Καλλιθέας και καμάρωνε κι αυτός με το δίκιο του, γιατί κάτι θα ήταν για την τσιμεντοποιημένη πόλη του αυτά. Αν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη ο πολίτης σ’ ένα δήμαρχο που εκλέγεται ως υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ από το 1998 και σχολίαζε σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, Κυριακή 8-9-2013, τη γνωστή φράση περί «βλαχοδημάρχων» του προέδρου του Σύριζα.
Η σύγκριση της Αθήνας με τη Βαρκελώνη, από ανθρώπους που γνωρίζουν και δεν επιτρέπεται να κάνουν λάθη, είναι πέρα για πέρα εσφαλμένη. Με τα έργα αυτά, την βιβλιοθήκη και τη λυρική, η Αθήνα πρέπει να αναβαθμιστεί και να έχει τουρισμό ή δεν ξέρω τι άλλο. Το χαπάκι με τη Βαρκελώνη και τι πρέπει να κάνουμε σαν χώρα με την πόλη αυτή σαν παράδειγμα είναι πολύ πικρό. Γιατί, αν αυτά λέγονται και γράφονται για να αποτελούν πειστήρια για δράσεις που καμιά σχέση δεν έχουν συγκρινόμενες με την πρωτεύουσα της Καταλονίας στην Ισπανία και αν αυτό γίνεται συνειδητά, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ πως δεν είναι σαφέστατα σε δημοσιογράφους πολυταξιδεμένους και υψηλά στελέχη τα όρια ανάμεσα σε συγκρινόμενα στοιχεία, τότε μόνο η μεγαλοφαντασία μπορεί εδώ να εισχωρεί. Τυχαίνει να γνωρίζω τη Βαρκελώνη πολύ καλά, όπως γνωρίζω και την Αθήνα. Την έχω περπατήσει από άκρη σε άκρη, δεν είναι μια μεγάλη πόλη και έχω επισκεφτεί τα περισσότερα από τα μουσεία της και έχω διαβάσει πολλά για την ιστορία της. Για τις τεράστιες διαφορές ή τις ελάχιστες ομοιότητες που έχει με την Αθήνα θα μπορούσαν να γίνουν διατριβές, τόσο μεγάλο σε έκταση είναι θέμα. Να το αρπάζεις όμως και για το χατίρι μιας προβολής των δραστηριοτήτων σου να το περνάς εσφαλμένα στον κόσμο, αυτό δεν ανήκει στην δημοσιογραφική δεοντολογία. Η Αθήνα έχει πολλά κέντρα πολιτισμού που, μέσα στην παρούσα κατάσταση, είναι σε τραγική παρακμή, έχει πεζόδρομους που δεν μπορεί να κρατήσει σε αξιοπρεπή κατάσταση και βρωμούν και ζέχνουν, έχει μνημεία που δεν μπορεί να προφυλάξει από τους νεοβανδάλους, βρίσκεται σαν πόλη στην πιο θλιβερή θέση της ιστορίας της και η σύγκριση με την Βαρκελώνη δείχνει ακόμα περισσότερο την άσχημη θέση και την παρακμή της ελληνικής πρωτεύουσας. Τα έργα στο Φάληρο δεν έχουν καμιά σχέση με ότι έγινε στην Βαρκελώνη και δεν θα προσφέρουν στην πόλη της Αθήνας καμιά λάμψη, όπως προβάλλουν οι σχεδιαστές και διαχειριστές τους. Ούτε τα μεγάλα ονόματα, αρχιτέκτονες και λοιπά προσθέτουν κάτι παραπάνω, γιατί και αυτά αποτελούν μέρη της κατανάλωσης για το πλήθος.
Στην συνέντευξη του κ. Δρακόπουλου μπορούμε διαπιστώσουμε και μερικά ακόμα στοιχεία που έχουν ενδιαφέρον. Πέρα από τα εκατομμύρια που θα επενδυθούν σε δημόσια γη και χώρο, τζάμπα οικόπεδο δηλαδή, αναφέρεται ότι «το έργο ανήκει στο ελληνικό δημόσιο και θα το διαχειρίζεται ένας Οργανισμός, μια μη κερδοσκοπική Α.Ε., στην οποία έχει παραχωρηθεί η χρήση γης, που ανήκει φυσικά στο δημόσιο. Ο Οργανισμός ελέγχεται κατά 100% από το Ίδρυμα (Νιάρχου), που πληρώνει τα πάντα (μελέτες, κατασκευή, εξοπλισμό). Η συμφωνία με το κράτος είναι ότι στο τέλος του 2015, οπότε υπολογίζεται πως θα τελειώσει το έργο, θα παραδοθεί μαζί με την Α.Ε. στο ελληνικό δημόσιο, το Ίδρυμα θα αποσυρθεί εντελώς και το μόνο που θα έχει δικαίωμα είναι να προχωρήσουν στη στελέχωση του Οργανισμού». Είναι αρκετά αυτά που λέγονται, δεν γίνεται να τα αναφέρω όλα, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τα βρει στην εφημερίδα. Το δημόσιο, λοιπόν, πρέπει να είναι εκείνο που θα υποστεί το κόστος ενός οργανισμού του οποίου τη στελέχωση θα έχει διαμορφώσει το Ίδρυμα. Αυτό τα λέει όλα και στην ερώτηση, αν δεν είναι σε θέση το κράτος να υποστηρίξει ένα τέτοιο οργανισμό, παραδέχεται πως υπάρχει ένας τέτοιος κίνδυνος, αλλά γι’ αυτούς αποτελεί ένα στοίχημα. Κάνοντας δηλαδή θα δούμε. Κι ας έχουμε το παράδειγμα του Μεγάρου Μουσικής που χρεοκοπημένο και σε φάση παρακμής δεν μπορεί να καλύψει τα βασικά του έξοδα.
Στην ερώτηση γιατί η Λυρική Σκηνή δεν μπορεί να στεγαστεί στο Μέγαρο Μουσικής, που θα ήταν μια κάποια λύση δεν υπάρχει απάντηση, για το ρόλο του Μεγάρου Μουσικής και την προοπτική του, που θα μπορούσε να έχει, υπάρχουν γενικότητες κα αοριστίες. Αυτό που καταλαβαίνει ο καθένας είναι «εμείς το δικό μας να κάνουμε, τους δικούς μας να βολέψουμε, τους υπουργούς και πρωθυπουργούς τους δικούς μας τους έχουμε, τέτοια μεγάλα λόγια τα χρειάζονται και οι δυο πλευρές. Όσο για τα υπόλοιπα, όταν και εφόσον έχει γίνει η πράξη, ισχύει και εδώ το «μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, το λάθος δεν αναγνωρίζεται».
Επίσης θα ήθελα να τονίσω σχετικά με το Μέγαρο, πως και αυτό ξεκίνησε με τον ίδιο περίπου τρόπο, επεκτάθηκε και έγινε χαοτικό, με φαραωνικούς διαδρόμους και υπόγεια και τόσες πολλές αίθουσες, με τόσα άχρηστα επίπεδα, που και μόνο από αυτά ήταν φανερό που οδηγείται. Αποτέλεσε και αυτό μια μεγαλοφαντασία ενός σε καιρούς της απόλυτης σπατάλης και τώρα περιμένει χωρίς χορηγίες τα έσοδα συναυλιών στο κήπο του. Δεν φοβούνται την αντίστοιχη πορεία και αυτών των επίσης μεταμοντέρνων κτιρίων που ετοιμάζουν στο Φάληρο. Από τις μακέτες φαίνεται πως όμορφα δεν είναι, όπως και το Μέγαρο, οι λιμνούλες και τα ποταμάκια σε τέτοιους χώρους, όταν χαλαρώσει η φύλαξη, ξέρουμε πως καταλήγουν, οι αχανείς δομημένες εκτάσεις τουλάχιστον θα εξασφαλίσουν κάποιες θέσεις εργασίας σε καθαρίστριες και φύλακες και αν γίνει και αυτό. Στα σχολεία θα απολύονται οι καθαρίστριες και θα σταλούν όλες στη Λυρική και στη Βιβλιοθήκη.
Πάντως βιβλιοθήκη της Αθήνας δεν θα είναι, της Καλλιθέας μπορεί. Τι σχέση έχει η Αθήνα με το χώρο εκεί κάτω. Κόσμος πολύς δεν πηγαίνει στην Κεντρική Βιβλιοθήκη τώρα στην Πανεπιστημίου, για εκεί κάτω και χωρίς καλή συγκοινωνία και χωρίς θέσεις για στάθμευση ποιος θα πηγαίνει πέρα από μια φορά από περιέργεια. Δεν είναι ένα βασικό ερώτημα και αυτό. Μήπως θα βάλουν, όπως το ΙΚΕΑ, μικρά λεωφορεία για την δωρεάν μεταφορά το κόσμου; Η Αθήνα δυστυχώς έχει αφεθεί στη μοίρα της και οι εθνικοί ευεργέτες μπορούσαν να διαθέτουν τα χρήματά τους μέσα στην πόλη, στα υπέροχα κτίσματα που αντιστέκονται ακόμα, στις γειτονιές της που έχουν καταληφθεί από ναρκομανείς και επαίτες, εκεί που τα πορνεία και η φτώχια και η εξαθλίωση είναι η μόνη και κυρίαρχη εικόνα. Δυο χρόνια και ο περίφημος κινηματογράφος «Αττικόν» πυρπολημένος περιμένει στη Σταδίου. Ακόμα και ένα δρόμο σε τούτους τους καιρούς της κρίσης να αναλάμβαναν να τον πλένουν και να τον συμμαζεύουν, αυτό θα ήταν μια πρώτης τάξης ευεργεσία. Μα όταν το ένα Ίδρυμα έχει στην αρχή της Συγγρού τη δική του αυτοκρατορία, γιατί όχι και το άλλο στην άλλη άκρη. Η Συγγρού όμως σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να γίνει η Ράμπλα της Αθήνας, αυτό για όσους ξέρουν τι είναι η Ράμπλα στη Βαρκελώνη και αυτό δεν θα γίνει στην Αθήνα όσα κι αν γράψουν οι εφημερίδες και όση προβολή και να γίνει από οπουδήποτε και οποιονδήποτε.
Αιμίλιος Γάσπαρης