Τουρκική Επέλαση των Δακρύων
Πριν εξακόσια τόσα χρόνια ήταν η Κερκόπορτα. Στο σήμερα ήταν η τηλεόραση.
Την πρώτη, μας αρέσει να πιστεύουμε ότι την άνοιξε κάποιος προδότης εκ των έσω και μπούκαραν οι Οθωμανοί στη Δύση. Αλλιώς δεν θα έπεφτε η Πόλη και δεν θα τσακωνό¬μασταν τώρα αν ο ελληνικός καφές είναι τούρκικος ή το αντίθετο.
Τη δεύτερη τη βρήκαν ορθάνοιχτη οι Οθωμανοί, τη γέ¬μισαν με σίριαλ παραγωγής τους και κατέκτησαν αμαχητί τη μάχη της τηλεθέασης, συναντώντας μόνο συμβολική αντίσταση από ηρωικές επαναλήψεις ελληνικών σειρών.
Ο αδούλωτος ελληνικός λαός όχι μόνο δέχτηκε αδι¬αμαρτύρητα την τηλεοπτική τουρκοκρατία, αλλά εθί¬στηκε σε αυτή και ζητούσε συνεχώς κι άλλο, κι άλλους μουστακαλήδες Ορχάν, κι άλλες φερεντζοφόρες Φατμέ, περισσότερο ιμάμ, μεγαλύτερο σουτζούκ, πιο πικάντικο μπαχάρ. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα έλεγαν κάποτε ότι ο ελληνισμός είχε φτάσει σε τέτοιο τέλμα, που δέχτηκε με χαρά ξανά τους Τούρκους, προσβλέποντας υποσυνείδητα σε μια αναγέννηση του έθνους ύστερα από την (άγνωστο για πόσα χρόνια αυτή τη φορά) τουρκοκρατία, που θα ο¬δηγούσε νομοτελειακά σε νέες εθνοσωτηρίους εγέρσεις, νέες επαναστάσεις, νέες ελλάδες των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.
Τον ατέλειωτο σωρό των τουρκικών σίριαλ κατανάλωνε λοιπόν με μανία το ελληνικό τηλεοπτικό κοινό, και όλα είχαν πάρει το δρόμο τους και κυλούσαν ομαλά, μέχρι που ήρθε στα πράγματα ο Ομάρ.
Ο Ομάρ ήταν τα πάντα. Το σίριαλ στο οποίο πρωτα¬γωνιστούσε είχε όνομα αλλά κανείς δεν το θυμόταν, ό¬λοι το αποκαλούσαν με το όνομα του πρωταγωνιστή του. Οι γυναίκες τρελαίνονταν μαζί του γιατί συνδύαζε ιδανικά τη βαρβατίλα της Ανατολής με το σοφιστικέ της Δύσης, την τσίκνα της λαδόκολλας με το ιλουστρασιόν του Cosmopolitan, τον κυριλέ αισθησιασμό του βαλς με τον φτηνό πόθο του τσιφτετελιού.
Από κοντά και οι άντρες, για τους ίδιους ακριβώς λό¬γους, συν ότι νοίκιαζε με το χρόνο σουίτα στο γήπεδο της Γαλατά Σαράι.
Κακά τα ψέματα, ο Ομάρ μόλις τώρα έμπαινε στην πολύφωτη σάλα της Δύσης, την ώρα που εμάς μας πέταγαν έξω από την πίσω πόρτα της κουζίνας. Και αυτός ήταν αρκετός λόγος για να τον θαυμάζουμε και να τον ζηλεύουμε, και να γράφουμε σελίδες επί σελίδων για να αποδείξουμε ότι είναι μόνο μια ανάξια λόγου σαπουνόπερα αντί να του χαρίσουμε απλά την αδιαφορία μας, αλλά τι να γίνει, και οι τηλεκριτικοί πρέπει να βγάλουν κάπως το ψωμί τους. Λεφτά, αμάξια, γκόμενες, ο Ομάρ είχε τα πάντα εκτός από σενάριο, αλλά δεν είχε σημασία. Κάθε απόγευμα οι δέκτες συντονίζονταν, οι τηλεοράσεις έπαι¬ζαν στη διαπασών και η χώρα παρέλυε. «Ομάρ σκίσε μου την υφαλοκρηπίδα», έγραφαν τα πανό των χιλιάδων εκ-στασιασμένων νοικοκυρών που έβλεπαν τον τούρκο ηθοποιό, όταν μας επισκέφτηκε για το promotion της σειράς. Καθώς λοιπόν έψαχνα να βρω μια αφορμή για να αλλάξω ζωή, αποφάσισα ότι δεν θέλω να ζω άλλο μαζί με όντα που αποθεώνουν ψεύτικα είδωλα.
Στο χώρο της θρησκείας
Είναι γεγονός ότι το χρήμα ρίχνει στ’ αυτιά όλων των γνωστών και άγνωστων θρησκειών δεν νομίζω ότι χω¬ράει αμφιβολία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι γίνονται δύο ληστείες μετά φόνου, στην πρώτη ο ληστής φεύγει με πολλά λεφτά, στη δεύτερη φεύγει με ένα ευρώ. Ποια είναι η πρώτη σκέψη του μέσου ανθρώπου που ακούει αυτές τις δύο ειδήσεις; «Τον κακομοίρη (τον δεύτερο), τον σκό¬τωσαν για ένα ευρώ!»
Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα που το χρήμα στέρεψε, τα μετρητά εξαφανίστηκαν και τα τελευταία κέρματα κρύ¬φτηκαν βαθιά στις τσέπες, ίνα πληρωθή το ρηθέν διά του προφήτου, βρέθηκε ξαφνικά μια τεράστια μάζα πιστών στον αέρα, καθώς το μόνο πράγμα στο οποίο πίστευαν για χρόνια έπαψε ξαφνικά να υπάρχει.
Οι συνήθεις στρατηγικοί επενδυτές στο χώρο της θρησκευτικής πίστης προσπάθησαν να προσεταιριστούν το άφραγκο ποίμνιο, δεν είχαν όμως το κατάλληλο μήνυμα που θα μαγνήτιζε ένα πλήθος το οποίο για χρόνια έστηνε τη ζωή του με τέτοιο τρόπο ώστε ήταν δεδομένο ότι θα ερχόταν κάποτε η στιγμή που δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να καλύπτει τα έξοδά της. Οι παλιές, γνωστές θρησκείες, λοιπόν, δεν έπιαναν μία…
Έτσι, ξεπήδησαν νέα δόγματα και καινούργιες θρη¬σκείες, με ισχυρότερες φυσικά εκείνες που υπόσχονταν τη Δευτέρα Παρουσία του Χρήματος, και μέχρι τότε κα¬λούσαν τους πιστούς σε προσευχή και ληστεία (για να βγάζουν τα μικροέξοδα τους), ενώ τακτικά οργάνωναν λιτανείες, περιφέροντας άδεια χρηματοκιβώτια γύρω από τράπεζες, με πλήθος πιστών να ακολουθεί με ιερή κατάνυξη.
Το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης του Ρευστού έθελγε τα πλήθη και αύξαινε με γεωμετρική πρόοδο τους πιστούς των σχετικών δογμάτων.
Στα ιερά τους κείμενα διάβαζες ότι «κατά την Δευτέραν Παρουσίαν οι πιστοί δανειοδοτηθήσονται μετά χαμηλού επιτοκίου» και «μακάρι οι πτωχοί τω πνεύματι να μην κα-ταλάβουν ποτέ πόσο χοντρά τους κλέβουμε», και μ’ αυτά και μ’ αυτά (και μ’ αυτά), όλο και περισσότεροι άνθρωποι έμπαιναν σε μια τράπεζα, εξέδιδαν ένα μπλοκ επιταγών και έκοβαν μια ακάλυπτη, έτσι για να συχωρεθούν τα πε¬θαμένα τους.
Αυτούς εγώ τους σιχαινόμουν. Είχαν τις παρωπίδες του χριστιανού και τη μιζέρια του μικροαστού, μαζί με την μπόχα του πρώην γιάπη και το φανατισμό του γενίτσαρου, όλα σε ένα, αναγούλα από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ευτυχώς, εκτός από αυτούς υπήρχαν κι άλλοι. Χορτο¬φάγοι, ορειβάτες, κοπρολάγνοι, γκοθάδες, βουλευτές, πουτάνες πολυτελείας, όλοι είχαν ή έφτιαχναν τον δικό τους θεό και ακολουθούσαν τα δικά τους τελετουργικά.
O γιος του κομματόσκυλου
Ο χρυσούς αιών του Δημοσίου βρισκόταν τότε στην κορύφωση του και οι άνθρωποι των πόλεων ήταν διατε¬θειμένοι να βγάλουν άνευ ιατρικού λόγου τη σπλήνα τους αν αυτό τους εξασφάλιζε επιπλέον μόρια και τους έφερνε πιο κοντά σε «μια θεσούλα» σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Ο Σπύρος, από την άλλη, δεν θα χρειαζόταν να μπει χει¬ρουργείο, καθώς ο μπαμπάς του ήταν τρελό party animal – και πιο συγκεκριμένα party dog, επί το ελληνικότερον δε «κομματόσκυλο»- και θα έχωνε τον Σπύρο εύκολα σε κάποια θέση στην Υποδιεύθυνση Εκμετάλλευσης της γνωριμίας του με τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Ονοματοδοσίας Υπουργείων. Μια προοπτική στην οποία βέβαια ο Σπύρος αντιδρούσε με καθαρόαιμη βδελυγμία, πράγμα που στην αρχή προβλημάτισε, στη συνέχεια ανη¬σύχησε και στο τέλος αρρώστησε τον πατέρα του. Ξέρεις τι είναι να πολεμάς μια ζωή να μεγαλώσεις ένα παιδί και στο τέλος να μη σου βγει χαραμοφάης; «Και τι θα κάνεις, παιδάκι μου, πώς θα βγάζεις το ψωμί σου;» τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο γέρος πατέρας από το κρεβάτι του πόνου. «Δεν ξέρω τι θα κάνω…» απάντησε ψυχρά ο Σπύρος, «… πάντως εγώ δεν θα γίνω αυλογέλακας!»
Αυλογέλακας (ο): Γλοιώδης, ανυπόληπτος τύπος, πολύ χαμηλά στην κλίμακα της ανθρώπινης εξέλιξης. Δουλειά του αυλογέλακα είναι να στέκεται πίσω από το αφεντικό του την ώρα που κάνει δηλώσεις στην τηλεόραση και να γελάει φωναχτά όταν το αφεντικό λέει μια φτηνή μαλακία που υποτίθεται ότι είναι αστείο, για να φαίνεται ότι το κοινό γουστά¬ρει τις φτηνές μαλακίες που λέει το αφεντικό και υποτίθεται ότιείναι αστεία. Μεταφορικά χρησιμοποιείται και για τον χαμηλής α¬ξιοπρέπειας άνθρωπο, που δίνει κώλο με ευτελή ανταλλάγματα.]
Έτσι λοιπόν ο Σπύρος, λίγα χρόνια μετά από εκείνη την αποτυχημένη οντισιόν, και τρομοκρατημένος στην ιδέα της εύκολης αποκατάστασης, του εξασφαλισμένου μέλλοντος και της σιωπηρής συνενοχής, έκανε την πραγματική αυτή τη φορά επανάσταση, σηκώθηκε κι έφυγε από το σπίτι του και αναζήτησε την τύχη του αλλού.
Και μετά πέρασαν τα χρόνια, άλλαξαν τα ήθη και ήρθαν νέα έθιμα. Νοικοκυρές που είχαν ήδη κερδίσει πλυντήριο/στεγνωτήριο καλούνταν τώρα υπό τα οργισμένα βελά¬σματα του κοπαδιού να το θυσιάσουν για χάρη της κουρ¬τίνας Β’, και να πάνε για όλα ή τίποτα, τι τρομακτικό δίλημμα θεέ μου. «Την κουρτίνααααα!!!» ούρλιαζε η γριά στην τρίτη σειρά, με τέτοιο ιερό μένος λες και της είχαν πάρει το παιδί από την αγκαλιά, μέχρι που ζαλίστηκε, έχασε τις αισθήσεις της.
Την ίδια ώρα, βλαχοεισοδηματίες και ρουφιανεκδότες άρχισαν να κυκλοφορούν ένα σωρό εμετικά περιοδικά με μονολεκτικά ονόματα, ποτίζοντας μια ολόκληρη γενιά με το δηλητήριο του must, του in και του tredy, και σιγά – σιγά η χώρα ετοιμαζόταν να μπει για τα καλά στον αστερισμό του δωρεάν χρήματος. Ο καπιταλισμός, κρατώντας στο χέρι του ευωδιαστές, φρεσκοκομμένες μετοχές χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας της χώρας, και εκείνη, αθώα μεν, φιλήδονη δε, του άνοι¬γε και τον έμπαζε μέσα. Σίγουρος για τον εαυτό του εκείνος, έφτιαχνε ένα ποτό και περίμενε τη χώρα να κάνει την πρώτη κίνηση. Ακολουθούσε μια αμήχανη σιωπή, ματιές όλο υπονοούμενα και πνιχτά γελάκια, και τότε χτύπαγε το τηλέφωνο και η χώρα έλεγε ένα λάγνο «με συγχωρείς, γυρίζω αμέσως», και όταν ξανάμπαινε στο δωμάτιο πετούσε από τη χαρά της.
«Τι συμβαίνει, μανάρα μου;» ρώ¬τησε τότε ο καπιταλισμός, που είχε αρχίσει να βαριέται τα εξ αποστάσεως προκαταρκτικά και αποφάσισε να μπει επιτέλους στο zoom in. «Καλά ε, δεν θα το πιστέψεις», είπε η χώρα με το σφυριχτό σίγμα της γκόμενας-τούβλου, «μόλις μου αναθέσανε να κάνω τους Ολυμπιακούς Αγώνες!»
«Α, αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε!» είπε ο διακορευτής καπιταλισμός, έβγαλε τα ρούχα του, και έγδυσε τη χώρα, και ουδείς από τους κατοίκους της φαινόταν να ανησυχεί για τις διατροφές που θα καλούνταν να πληρώνει σε λίγα χρό¬νια για όλα τα εξώγαμα που θα γεννιούνταν από την ανομολόγητη αυτή σχέση.
Ήταν ωραία εποχή, οι τράπεζες ήταν πολύ large και όλοι είχαν τζάμπα χρήμα και έριχναν και κανένα ξεροκόμματο παραπάνω στους αλβανούς, και ερχόταν ο Πακιστανός να σου πλύνει το παρμπρίζ και τον άφηνες, γιατί όλο και κανένα ψιλό σου περίσσευε να του δώσεις.
Όχι σαν τώρα, που με το που πλησιάζει ο δύστυχος την ανεξόφλητη τζιπάρα, ο λελές από μέσα του παίζει τους υαλοκαθαριστήρες για να τον διώξει. Τι είναι ρε μαλάκα ο Πακιστανός, μύγα που σου κόλλησε στο τζάμι και τον κα¬θαρίζεις; Κάποια μέρα ρε θα σαλέψει κανένας, θα σκεφτεί τα παιδιά του που τον περιμένουν νηστικά πίσω στο Πουθενιστάν, θα σκεφτεί όλες τις νύχτες που κοιμήθηκε στο δρόμο, θα σκεφτεί τους δουλεμπόρους, τους μπάτσους, τα πρεζόνια, τους Ταλιμπάν, τους κάθε λογής κώλους που έχει φιλήσει για να μπορεί σήμερα να καθαρίζει παρμπρίζ στο φανάρι Βουλιαγμένης και Αλίμου για μερικά ψιλά, θα τα σκεφτεί όλα αυτά μαζί, και την ώρα που εσύ του παίζεις τον υαλοκαθαριστήρα, θα σου τον αρπάξει ξαφνικά, θα τον σπάσει, θα σε κατεβάσει με το ζόρι απ’ το αμάξι και θα σου τον βάλλει εκεί που ξέρεις.
Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης
Όταν ήρθε μια εποχή που το τυρί άρχισε να λιγοστεύει επικίνδυνα, μαζεύτηκαν ως συνήθως όλες οι γάτες μαζί για να βρούνε λύση στο πρόβλημα. Τα πράγματα ήταν ακόμη πιο δύσκολα γιατί εν τω μεταξύ είχαν σηκώσει κεφάλι και τα ποντίκια και ζητούσαν το μερίδιο που τους αντιστοιχούσε από τα αποθέματα. Στη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων υπήρχε μεγάλη αναταραχή, αντεγκλήσεις,. νυχιές, δαγκώματα, χαμός. «Κάτω τα χέρια από τα ποντίκια! Είμαστε όλοι ζώα»! νιαούριζαν ακίνδυνα όσοι κάθονταν στα αριστερά. «Τα θεμελιώδη δικαιώματα των ποντικιών είναι άμεση συνάρτηση των γατίσιων συμφερόντων», πετούσαν την φαντεζί αρλούμπα τους, όπως πάντα, οι γάτες του κέντρου. «Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, θα ταϊζουμε και τα ποντίκια τώρα; Να φύγουνε, να πάνε αλλού!» ούρλιαζαν τα κωλόγατα από τη δεξιά πλευρά της αίθουσας. Το προεδρείο κοιτούσε με απάθεια. Έτσι κι αλλιώς, οι αποφάσεις ήταν ήδη ειλημμένες. Τα ποντίκια φυσικά δεν είαν καμία ελπίδα. Με τα νέα μέτρα, όμως, θα έμεναν και ένα σωρό γάτες ξεκρέμαστες, και αυτό μπορεί να οδηγούσε σε γενικότερες αναταραχές. Ο κεραμιδόγατος δημόσιος τάξης κοίταξε τον πρόεδρο της συνέλευσης και, από το βλέμμα που εισέπραξε, κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να ενεργοποιηθεί για άλλη μια φορά η προαιώνια, κατάπτυστη, ανίερη συμμαχία. Σήκωσε το τηλέφωνο, κάλεσε τον αριθμό, και μια τραχιά φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής απάντησε: «Γαβ».
Πηγή : Κωστής Ανάν «Βασιλική Ευαισθησία» Εκδόσεις babelant
Μανώλης Σκαρσούλης