Τα κορίτσια στο μεσοπόλεμο 1920-1940 του Μανώλη Σκαρσούλη

Γράφει ο Μανώλης Σκαρσούλης

Νέος τύπος γυναίκας

Στο Μεσοπόλεμο, ακόμα και στην Αθήνα μια γυναίκα που καθόταν μόνη της σε ένα καφενείο ή έστω ζαχαροπλαστείο, που μέσα σε  μια  συντροφιά εξέθετε ανοιχτά τις απόψεις της για την πολιτική κατάσταση ή που δεν είχε να δείξει δικά της εργόχειρα .δεν αντιπροσώπευε το κοινώς αποδεκτό πρότυπο. Κυρίαρχη ήταν η πεποίθηση ότι η θέση της γυναίκας ήταν στο σπίτι και ότι ο προορισμός της ήταν να κάνει παιδιά και να τα φροντίζει. Ακόμα και ο Δημήτρης Γληνός, ένα από τα πιο λαμπρά μυαλά της εποχής , μιλώντας στα εγκαίνια της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής υπέδειξε ένα νέο τύπο γυναίκας μορφωμένης και εργαζόμενης, η οποία όμως δεν θα προσπαθούσε “ν’ αλλάξει τη φύση της” ούτε “να καταργήσει τον προορισμό της”.

Advertisement

Η εκπαίδευση θα αποτελέσει ένα από τα βασικά κλειδιά που θα χρησιμοποιήσουν οι γυναίκες για να “ανοίξουν” την πόρτα ; της δημόσιας σφαίρας . Γι’ αυτό το 1929, χρονιά της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης, μπορεί να θεωρηθεί ως συμβατική τομή. Επιπλέον πρέπει να σημειώσουμε (παρόλο που το θέμα δεν αφορά άμεσα την Ελλάδα) ότι την ίδια χρονιά ξεσπά η μεγάλη οικονομική κρίση και την επομένη δίνεται στις γυναίκες το εκλογικό δικαίωμα μες περιορισμούς για τις δημοτικές εκλογές .

Η εκπαίδευση των γυναικών

Ανάμεσα στις δύο δεκαετίες του  Μεσοπολέμου  τα  ποσοστά  αύξησης των μαθητριών και των φοιτητριών είναι εκπληκτικά. Στη δεκαετία του ’20, στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση , τα αγόρια ήταν τέσσερις φορές περισσότερα από τα κορίτσια. Μετά την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1929, στο τέλος της δεκαετίας του ’30, αποτελούσαν το 45% των μαθητών στην  Πρωτοβάθμια και το 33% στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.  Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το ποσοστό   αποτυχίας  τους στις εξετάσεις,  στη  Μέση Δημόσια  Εκπαίδευση, ήταν μικρότερο από των αγοριών. Η προφανής εξήγηση είναι ότι για να τους δοθεί η δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, έπρεπε η απόδοσή τους να είναι εξαιρετικά καλή. Στην ιδιωτική εκπαίδευση ο αριθμός των κοριτσιών ήταν λίγο μεγαλύτερος από των αγοριών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι γονείς με υψηλό εισόδημα σπούδαζαν τα κορίτσια τους. Ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα η “διακοσμητική” εκπαίδευση (πιάνο, τραγούδι, ξένες γλώσσες) λειτουργούσε ως ένα συμπλήρωμα της προίκας των κοριτσιών των εύπορων οικογενειών. Όσον αφορά την Τριτοβάθμια εκπαίδευση, το σχολικό έτος 1919-20 φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο 77 κοπέλες. Στο τέλος της δεκαετίας του ’30, οι κοπέλες αποτελούσαν το 10% των φοιτητών και σε απόλυτους αριθμούς ήταν περίπου 1.000.

Οι περισσότερες φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών . Το ακαδημαϊκό έτος 1937-1938 φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών , 679 κορίτσια στη φιλοσοφική 188, στη Νομική 167, στην Ιατρική 134 στην Οδοντιατρική 107, στο Φυσιογνωμικό 77, στη Φαρμακευτική 34, στο Χημικό 16, στο Φυσικό 12, στο Μαθηματικό 11 και στη Θεολογική 6. Στο Πολυτεχνείο φοιτούσαν 6  κοπέλες. Από αυτές 3 σπούδαζαν πολιτικοί μηχανικοί και 3 Αρχιτεκτονική. Στη Σχολή Καλών τεχνών φοιτούσαν 44 σε σύνολο 147. Στην Πάντειο 95 και στην ΑΣΟΕΕ 57.

Η εκπαίδευση άνοιξε ένα χώρο μισθωτής εργασίας επίζηλο και άρα διεκδικήσιμο από τα γυναικεία σωματεία του Μεσοπολέμου. Επιπλέον διεύρυνε το πρότυπο της “αξιοπρεπούς” γυναικείας εργασίας που ήδη είχε κατακτηθεί από .τις δασκάλες . Διευρύνθηκαν επίσης τα κοινωνικά στρώματα που επεδίωκαν να στείλουν τα κορίτσια τους να σπουδάσουν για να δουλέψουν .Δεν θα σπουδάζουν πια μόνο οι κόρες των εύπορων οικογενειών ή των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά ακόμα και οι νεαρές “αγρότισσες . Η εκπαίδευση ια παύσει να είναι διακοσμητική . Θα αλλάξει χρήση. Θα αποτελέσει το εφαλτήριο για την πρόσβαση στη δημοσιοϋπαλληλία και τις υπηρεσίες της πόλης. Και τελικά δεν θα δώσει μόνο στις κοπέλες την δυνατότητα να φτιάξουν μόνες τους την προίκα τους, να ξοφλήσουν μόνες τους το “γραμμάτιο” της γέννησής τους, αλλά να θεωρηθεί αυτή καθεαυτή ως προίκα .

Μισθωτή εργασία

Όσο όμως οι γυναίκες προχωρούσαν προς την κατάκτηση του χώρου της μισθωτής εργασίας , τόσο οι αντιδράσεις πλήθαιναν. Το 12930- η Συντακτική Επιτροπή Αστικού Κώδικα θεσμοθέτησε ότι χρειάζεται η συναίνεση  του συζύγου για να μπορέσει η γυναίκα να εξασκήσει οποιοδήποτε επάγγελμα. Φυσικά την άποψη αυτή ενστερνίσθηκε και ο Κώδικας που φτιάχτηκε στη διάρκεια της διδακτορίας του Μεταξά και ίσχυσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έτσι κι αλλιώς για την ελληνική άρχουσα τάξη ο εργαζόμενος και μάλιστα ο μισθωτός δεν υπήρξε ποτέ πρότυπο. Όσον αφορά τις γυναίκες “επιτρεπόταν ” να δουλεύουν μόνον εφόσον ο πατέρας ή ο σύζυγος ήταν ανύπαρκτοι ή ανίκανοι να τις συντηρήσουν . Επιπλέον στα μέσα της δεκαετίας του ’30 θεσμοθετούνται και συγκρούονται απαγορεύσεις που  δεν  υπήρχαν πριν. ώστε να προσδιοριστεί και να περιοριστεί το εργασιακό πλαίσιο δράσης των γυναικών.

Η χαρά της γνώσης

Στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, οι σπουδές δεν ταυτίζονται με τη “χαρά της γνώσης ” αλλά με ένα καλύτερο μέλλον ένα καλύτερο γάμο, τη δυνατότητα μιας καλύτερης  ζωής, και οι γονείς κόπιαζαν σκληρά για να την εξασφαλίσουν στα παιδιά τους. Στις αγροτικές οικογένειες που αποτελούσαν περίπου το 70% του πληθυσμού, η παραγωγή σε χωράφια χωρίς άρδευση, τρακτέρ και λιπάσματα απαιτούσε αφάνταστο μόχθο από όλα τα μέλη της οικογένειας . Στις προσφυγικές οικογένειες  η φυλετική διάκριση στο θέμα των σπουδών φαίνεται ότι λειτουργούσε σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στις παλιοελλαδίτικες. Οι πρόσφυγες σπούδαζαν το ίδιο και τα αγόρια  και  τα κορίτσια τους. “Όποιο μάθαινε, αυτό θα πήγαινε” μου δήλωσε κατηγορηματικά μια γυναίκα . Όσοι κατοικούσαν στις πόλεις εκτός από τη διαφορετική νοοτροπία που έφεραν μαζί τους , είχαν στραμμένη την προσοχή τους κυρίως στα προβλήματα επιβίωσης και στην επούλωση των  πληγών τους, πράγμα που επέτρεπε στα κορίτσια μια μεγαλύτερη ανεξαρτησία κινήσεων.

Τιμή και ηθική

“Ξεβγαλμένες”•• είναι όσες βγαίνουν έξω από το οικιακό χώρο: όσες φεύγουν από το χωριό τους ή έστω από το σπίτι τους. Πολλές φορές η έλλειψη συγκοινωνίας ή η αδυναμία να πληρώσουν το εισιτήριο τις υποχρέωνε να περνούν πολλές ώρες στους δρόμους. Ο δρόμος όμως ήταν ο χώρος δράσης των γυναικών ελευθερίων ηθών. Γι’ αυτό η κοπέλα που ”έβγαινε έξω από το σπίτι εθεωρείτο πόρνη. Αρχικά ακόμη και με το να πάει στο σχολείο ερχόταν σε αντίθεση με τις επικρατούσες αντιλήψεις περί τιμής και ηθικής. Παρόλο όμως που με την πάροδο του χρόνου το γεγονός της σχολικής φοίτησης γινόταν όλο και περισσότερο αποδεκτό, ποτέ δεν σταμάτησε η επιτήρηση των κοριτσιών. Ο φόβος μήπως “παραστρατήσουν ” και τους βγει “κακό όνομα” ήταν δεσμευτικός . Το κακό όνομα ενός κοριτσιού δεν έπληττε μόνο την τιμή της οικογένειας, αλλά είχε και οικονομικές επιπτώσεις.  Μπορούσε  να  αντισταθμιστεί  μόνο  με επιπλέον προίκα , με το πανωπροίκι το λεγόμενο, το οποίο βάρυνε τον προϋπολογισμό της οικογένειας . Ίσως γι’ αυτό τα φτωχά κορίτσια σέβονταν περισσότερο τους ; κανόνες της τιμής και της ηθικής.

Το  κουτσομπολιό

Αποκλίσεις  από  το. πρότυπο  του  “καλού”  κοριτσιού  αποτελούσαν  τα αγοροκόριτσα . Που νικούσαν ακόμα και τα αγόρια στα παιχνίδια, αλλά και οι μικρές κομψευόμενες κυρίες που περνούσαν την ώρα τους στις μοδίστρες χαζεύοντας τα φιγουρίνια . ‘Ένα ολόκληρο σύστημα ελέγχου του χρόνο υ των νέων και ιδίως των κοριτσιών που είχε ως στόχο να τα “συμμαζέψει” και να τα “βάλει στο σωστό δρόμο” φαίνεται ότι λειτουργούσε αποτελεσματικά. Στις γειτονιές των πόλεων, αλλά και των χωριών, η συμπεριφορά μέσα στην οποία ενέπιπταν και οι είσοδοι- έξοδοι από το σπίτι ελεγχόταν με το κουτσομπολιό. Μέσα στην οικογένεια ακόμα και η εργαζόμενη κόρη ‘ήταν υποχρεωμένη να υπακούσει στις εντολές του πατέρα που απαιτούσε να βρίσκεται στο σπίτι στις 8.30 αφού σχόλασε στις 8 από τη δουλειά της. Έτσι η νεαρή κοπέλα κατέθεσε στο όνομα της τιμής της οικογένειάς μαζί με τα χρήματα που κέρδιζε και την όποια ανεξαρτησία αποκτούσε φεύγοντας από το σπίτι. Το “τι θα πει ο κόσμο, άμα σε δει να γυρνάς στους δρόμους έκανε τη μητέρα να στέλνει το μικρό αδελφό να κατασκοπεύει τις κινήσεις της αδελφής του. Μέσα σε αυτό το σύστημα εντάσσονταν και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές που έκαναν παρατηρήσεις ή επέβαλαν κυρώσεις στις μαθήτριες που είδαν να συνομιλούν με αγόρια ή που “χάζευαν” στο δρόμο και δεν τον διέσχιζαν τρέχοντας και με σκυφτό το κεφάλι. Η περίπτωση που ένας καθηγητής είδε κάποιες μαθήτριες παρέα με αγόρια και δεν το ανέφερε θεωρείται σπάνια. Αυτό δε σημαίνει ότι τα κορίτσια δεν έζησαν αρκετές μέρες μέσα στην αγωνία και το φόβο.

Απρόσιτο το σινεμά

Ο φόβος δεν ανέστειλε σε όλες τις νέες κοπέλες την επιθυμία να κάνουν παρέα με τα αγόρια και να γνωρίσουν το μεγάλο έρωτα, τον άντρα των ονείρων τους, ου θα τις απελευθέρωνε από όλες αυτές τις απαγορεύσεις και θα τις οδηγούσε στην ευτυχία, λοιπόν ως ακριβώς στα ρομάντζα και στις ταινίες του σινεμά. Βέβαια το σινεμά δεν ήταν προσιτό σε όλες;. Κάποιες πήγαν μόνο μια φοράμε τη μητέρα τους για να δουν τα πάθη του Χριστού, άλλες, τους επέτρεπαν να δουν μόνο χοντρό Λιγνό και τη Σίρλεϋ Τέμπλ. Ωστόσο ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια – συνήθως στη διάρκεια των σχολικών διακοπών- ήταν να “παίζουν τους ηθοποιούς “…Ακόμα και αν δεν μπορούσαν να πάνε σινεμά, όλα σχεδόν  τα κορίτσια των :πόλεων είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν με τρεις δραχμές από το περίπτερο τις “βιογραφίες” των αστέρων του Χόλιγουντ, όπου περιγράφονταν οι έρωτές τους. Εξάλλου μπορούσαν από τον “Θεατή” ,το “Μπουκέτο” , την ”Οικογένεια” και από το 1934 από το “Ρομάντζο” που η κυκλοφορία του έφθανε τα 30.000 φύλλα να ενημερωθούν για τα πάντα.

Στα καθωσπρέπει κορίτσια δεν επιτρεπόταν η ανάγνωση λαϊκών περιοδικών. Αυτά διάβαζαν βιβλία. Οι ρώσοι κλασικοί ήταν πολύ της μόδας. Τα γαλλικά μυθιστορήματα στην ημερήσια διάταξη.

Το ψέμα ήταν κυρίαρχο

Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις οι νέοι για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τον έλεγχο της οικογένειας, της γειτονιάς , του χωριού , των συγγενών ή των καθηγητών κατέστρωναν απίθανες στρατηγικές και εφεύρισκαν αληθοφανή ψέματα. Όλα έπρεπε να γίνουν κρυφά. Γι’ αυτό ο κατάλληλος χρόνιος ήταν το βράδυ, που τους έκρυβε το σκοτάδι. Ακόμα και στην Αθήνα δεν είχαν όλες οι συνοικίες ηλεκτρικό, και λιγοστοί δρόμοι ήταν ηλεκτροφωτισμένοι. Γι’ αυτό οι γονείς θεωρούσαν ότι το “κακό” μπορεί να συμβεί στα κορίτσια τους μόνο νύχτα. Η επιταγή τους ήταν ρητή: να μαζευτούν νωρίς. Ένα κορίτσι, που αργοπορούσε άκουγε από τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς του βρισιές όπως “Τσούλα ! Πόρνη! Που γυρνάς;”  Ο δε πατέρας , ο μεγαλύτερος αδελφός, μερικές φορές και η μάνα συνήθιζαν να την χτυπούν . Το σώμα ήταν αυτό που θα διέπραττε την αμαρτία , και έπρεπε να τιμωρηθεί . Όσο το ψέμα ήταν κυρίαρχο από την πλευρά των κοριτσιών άλλο τόσο ήταν και το ξύλο από την πλευρά των αρσενικών μελών της οικογένειας. Ξύλο με το χέρι, με τη λουρίδα ή με οποιοδήποτε αντικείμενοι βρισκόταν πρόχειρο. Ακόμα και η μάνα της Μαρίας από την Αθήνα που διάβαζε βιβλία ψυχολογίας και θεωρούσε τον εαυτό της γνώστη της νεότερης παιδαγωγικής έριχνε “ανάποδες” στις κόρες της.

Οι πρώτες εργαζόμενες

Η πολιτική όμως ήταν χώρος κατεξοχήν ανδρικός. Η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτόν θα παρουσιάσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα και δυσκολίες από ό,τι ο χώρος της μισθωτής εργασίας. Οι κοπέλες που ριζοσπαστικοποιούνται , κυρίως στη δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου, θα ενταχθούν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Είναι βέβαια λίγες αλλά το όραμα μιας κοινωνίας  χωρίς  εκμεταλλευτές  και εκμεταλλευόμενους,  μιας κοινωνίας  όπου και οι ίδιες θα είναι ισότιμες εταίροι των ανδρών,  θα  τις  ενθουσιάσει.  Δε φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο και με τους συντρόφους . Η ένταξή τους αποδεικνύεται προβληματική . ‘Ή Ο.Κ.Ν.Ε. Τότε στα Τρίκαλα δεν ήθελε να έχει γυναίκες μέσα. Δεν πέρασα από νεολαιϊστικη οργάνωση, πήγα κατευθείαν στο κόμμα. Μέσα σε δυο τρεις εβδομάδες. Δεν ξέρω γιατί δεν το θέλανε. Μπήκα κατευθείαν στο Κόμμα”.

Η κοινωνία θα τις χαρακτηρίσει , όπως και τις πρώτες εργαζόμενες, ως πόρνες Οι ίδιες θα αντιδράσουν όπως η κοπέλα όπου για να τη στείλουν σχολείο , δεν έλεγε καλημέρα στους συμμαθητές της “Εάν ήταν δυνατόν να ντυθώ μόνο στρατιωτικά  Θα ντυνόμουν. Τόσο πολύ.   Βέβαια αυτό ήταν μια ακρότητα αλλά το κάναμε αυτό , και άλλες κοπέλες το κάνανε αυτό το πράγμα. Προσπαθούσαμε να μην έχουμε τίποτα επάνω μας που  να  θεωρηθεί προκλητικό , γυναικείο. Να είμαστε, δηλαδή να μας βλέπουν οι σύντροφοι της Ο.Κ.Ν.Ε. Σαν τον εαυτό τους. Να μη βλέπουν ότι υπάρχει θηλυκό δίπλα τους και να μη δίνουμε την εντύπωση ότι πήγαμε εκεί πέρα γιατί είμαστε πόρνες ή οτιδήποτε , είχαμε φτάσει στο άλλο άκρο”.

Στο Δημόσιο χώρο

Οι δυο δεκαετίες του Μεσοπολέμου ήταν καθοριστικές για την πορεία των γυναικών στο δημόσιο χώρο. Τότε έγινε κοινωνικά αποδεκτό ότι έχουν το δικαίωμα να βγουν από το σπίτι για να πάνε στο σχολείο ή να εργαστούν . Η εκπαίδευση σε συνδυασμό με την εργασία τους πρόσφερε την δυνατότητα μιας οικονομικής ανεξαρτησίας. Η άποψη ότι οι γυναίκες είναι μόνο για το σπίτι και το νοικοκυριό άρχισε να εξασθενεί. Στη συνέχεια σε δύσκολες συνθήκες του πολέμου και της Κατοχής έδωσαν ένα αποφασιστικό χτύπημα σε αυτές τις αντιλήψεις.

Όσον αφορά το χώρο της πολιτικής η εμφάνιση αυτών των -έστω και ελάχιστων- γυναικών που έδρασαν με στόχο την κοινωνική αλλαγή ήταν σημαντική, επειδή παρ’ όλες τις απαγορεύσεις και παρόλο που δεν είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν. τους όρους του παιχνιδιού μπήκαν στο παιχνίδι, διατεθειμένες να παίξουν και συμμετείχαν ενεργητικά. Εξάλλου αυτές θα αποτελέσουν τη μαγιά κι το πρότυπο για τις χιλιάδες γυναίκες της Αντίστασης.

Πηγή:  Τασούλα Βερβενιώτη

Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement