-Καλησπέρα γειτόνισσα Βαγγελιά, είντ’ απόκαμες με τη μέση σου απου ‘σουνε οψάργας ένα γ-κουβάρι και δε ν-εμπόριες κακομάζαλη ν’ ανατρανίσεις;
-Καλώς τηνε τη Ζαχαρένια απού ‘χει τη ν-έγνοια μου κι ήρθενε αξημέρωτα να με συνδράμει στη δουλειά.
-Γιάντα ζάβαλε μου παραπονάσαι; Του λόγου σου εμεγάλωσες τα κοπέλια σου τα’ αποκατάστεσες, είσαι αμοναχή στο κονάκι σου, σα θέλεις ψήνεις, σα θέλεις ξεκουράζεσαι, σα θέλεις θέτεις και κοιμάσαι, από μένα περιμένεις αναβάσταξη, απού ‘χω τέσσερεις άντρες στη γ-κεφαλή μου; Οψάργας απού εβεγγερίζαμενε και εγκουζιόσουνε(1) πως πονείς δε σου ‘πα να ‘ρθω να σε τρίψω με μια σταλέ τσικουδιά και μου ‘πες πως θα κάμεις ένα μπλάστρι να το θέσεις εκειδά απού πονείς να παγουριάνει(2) το μ-πόνο;
-Ε, πούρι(3) δε ν-το κατέεις πως είναι τω ψυχώ σήμερο; Δε έβρασες ένα γ-κουκί στάρι για τσ’ αποθαμένους;
-Χαράς το γ-κόπο, έβρασα ένα χριγιδάκι έκαμα στη μέση με σταφίδες ένα Σταυρό, το πήγα στο νεκροταφείο και μνημόνεψενε ο παπάς τσι αποθαμένους μου απού δε ν-είναι και λίγοι…
-Γι’ αυτό σ’ αναζήτηξα από το Σπερνό, εγώ δε ν-επήγα στο νεκροταφείο γιατί ‘ναι αλάργο(4) και δε με βαστούνε τα πόδια μου.
-Μα γιάντα μπρε Βαγγελιά μου παραπονέθηκες; Ήθελες βοήθεια πως έβρασες ένα μ-πιατάκι κόλλυβα;
-Δε ν-είναι για το γ-κόπο Αυγενιά μου, είναι η ανυμποριά του παντέρμου μου κορμιού απού μ’ εφάγανε οι πόνοι. Αναστοράσε όντε ν-εσκοτώσανε οι Γερμανοί το ν-άντρα μου και ‘μεινα χήρα με τέσσερα κοπέλια μικιά – μικιά, ορφανά και το μικρότερό μου ήτανε μωρό στη γ-κούνια; Τετεσιδά εκάναμενε μνημόσυνα πούχανε κόπους και βάσανα και πολλά έξοδα. Ένα μήνα πια ομπρός εξεκινούσαμενε. Επαστρέβαμενε το στάρι και δε ν-ήτανε μια χουφτέ, ήτανε πέντε – έξι οκάδες γιατί ετοιμάζαμενε δυο δίσκους μεγάλους για την εκκλησία, αλλά και σ’ ούλα τα σπίθια του χωριού εμοιράζαμενε χυλό και κόλλυβα. Εκαθαρίζαμενε και πλύναμε το σουσάμι, το καβουρτίζαμενε και το κοπανίζαμενε στο γουδί. Εκάναμε τα ροβύθια αστραγάλια και τ’ αλέθαμενε στο χειρόμυλο, εκοπανίζαμε τα καρύδια, τ’ αμύγδαλα, τα φυστίκια στο χαβάνι.
Το Σαββατόβραδο ήρχεντονε η Ασπασία του Κουντουρογιαννιού και τα στόλιζενε. Αυτή τανε η ξομπλιάστρα των κολλύβων όλου του χωριού. Στον ένα δίσκο εξόμπλιαζενε με σταφίδες το Σταυρό και στον άλλο εχάραζε μ’ ένα σπίρτο τ’ όνομα του νεκρού και πάνω στο περίγραμμα έβανε γυαλιστερά μικρά κουφετάκια. Γύρω – γύρω στο δίσκο εβάνανε μεγάλα άσπρα κουφέτα, που τα λιγουρεύουντανε τα κοπέλια και κάνανε προσευχές την ώρα τση Λειτουργιάς να τονε τύχει ένα. Τα κόλλυβα εμοίραζενε πάντοτε η γρια Βαγγέλενα. Η Ζαμπιώ μου με παρακάλιενε να τση δώσω το Σάββατο αργά δυο αυγά να τα πάει τση κολλυβομοιράτρας το σπίτι. Τση δίνε τα’ αυγά και τση λεγενε: «Πάρε θεια δυο αυγά και αύριο να μου βάλεις στα κόλλυβα ένα κουφέτο».
Τέσσερα κοπέλια ορφανά ν’ αναθρέψω και σε κάθε μνημοσυνο του άντρα μου, εσφάζανε ένα οζό οι μπαρμπάδες του και το κάναμενε ραέτι(5) τσι ξένους απού ‘ρχουντανε από τα χωριά ντωνε, να τιμήσουνε τη μνήμη του αδικοσκοτωμένου άντρα μου και να μας σε παρηγορήσουνε. Ξενοδοχεία ετότεσάς δε ν-ήτανε, αυτοκίνητα να φύγουνε να πάνε τσι τόπους τωνε δεν εβρίχνουντανε, νηστικοί να φύγουνε; Ήτανε μεγάλη ντροπή.
Πως εμπόρεσες γειτόνισσα και τα μεγάλωσες και τα σπούδασες ούλα και δε κάθουνται στο χωριό ν’ ανακατώνουνε τα χώματα σα και μας.
-Πρώτα πρώτα Ζαχαρένια μου τα μαθαίνανε τα γράμματα και ‘γω δούλευα η κακομοίρα ουλημερνίς τση μέρας, εδουλεύανε κι αυτά το καλοκαίρι στα περβόλια, πριχού ανοίξουνε τα σκολειά εμαζώναμε τα χαρούπια, τα καρύδια, τα σταφύλια.
Τσι διακοπές τω Χριστουγέννω εμαζώναμενε τσ’ ελιές.
-Είχενε Βαγγελιά μου ο άντρας σου πολύ περιουσία γιατί ‘τανε μοναχόπαιδο!
-ήτανε και τα κοπέλια μου καλοπίταγα και δουλευταρούδικα δε ν-επεινάσανε, κατέεις μόνο γιάντα τα λυπούμε, εμεγαλώσανε μέσα στο μ-πόνο και το μοιρολόι χωρίς χάδια και στοργή από πατέρα. Εμέναμε στο ίδιο σπίτι με τη μ-πεθερά μου και νουργάτονε(6) από το πρωί ως το βράδυ και να μη ν-είχα τ’ ακούσει να γελάσουνε να τραγουδήσουνε «Τα ορφανά δε γελούνε» έλεγενε.
Αναστορούμαι τσι Κυριακές έσφαζα ένα κοτοπουλάκι, το ‘κανα έξε μερίδες και μια για τη ψυχή του άντρα μου εφτά. Το καλύτερο κομμάτι ήτανε ο μπέτης(7) του πουλιού, το κάνα δυο κομμάτια, το ένα έβανα στο πιάτο του αρσενικού μου κοπελιού και το άλλο στο πιάτο του φτωχού, τση ψυχής. Την ώρα που ήταν έτοιμο το φαητό σερβιρισμένο στο τραπέζι έβανενε η πεθερά μου στη μέση του τραπεζιού, ένα αναμμένο κερί, ένα θυμιατό, ένα ποτήρι νερό, μια κούπα κρασί κι έκανε μια σπονδή.
Έλεγε αφού έπαιρνε μια σταγόνα νερό και το ριχνενε στο θυμιατό: «Τη δροσεράδα του νερού, την αφρατάδα του ψωμιού, έριχνε ψωμί, τη νοστιμάδα του φαγητού έβανε λίγο φαγητό, έπαιρνε με την μπαλάμη τη φλόγα και την έριχνε στο θυμιατό, έλεγε τη φωτεράδα του κεριού, να βρει η ψυχή σου γιε μου. Αρχίνανε δα ύστερα τα μοιρολόγια, εφώναζενε τη μεγαλύτερη μου θυγατέρα, τη Ζαμπιά μου και τση δινε τη γκαλύτερη μερίδα να τη μπάει τσ’ Αθηνιάς απού τανε γραί και φτωχή και δε είχενε όξω το νερό στο σταμνί. Εκεινηνά η μεγάλη μου κοπελιά επειδής ήτανε γουμανωπή(8) τση βανα τη πια μικρή μερίδα κρέας, ένα ποδαράκι. Μια φορά απού πήγαινε τσ’ Αθηνάς το κομμάτι το άσπρο κρέας, έβαλενε από την άκρα το ανυχάκι τζη να δοκιμάσει ένα ψίχουλο να δει πως είναι και έπεσενε όλο το κρέας κάτω. Εγιάγυρενε γλακιχτή κι έκλαιγενε πως τση πεσενε το κρέας. Δεν έβγαλενε άχνα η γραι μόνο τση βαλενεν στη χέρα τη μερίδα που τση ‘χενε κενώσει και με τη χέρα, τση δειξε το δρόμο. Η Ζαμπιώ έκαμε το δρομολόγιο ως το σπίτι της Αθηνάς και της έδωσε ευχαρίστως τη μερίδα τζη. Αρκεί που δε τη μαλώσανε εγιάιρενε οπίσω και δε τη πείραζενε που θα τρωενε σκέτο ρυζάκι.
Όμως όντε ν’ έκατσενε στο τραπέζι είχενε ομπρός τση ένα γεμάτο πιάτο κρέας. Τ’ αδέρφια τζη μοιραστήκανε τη μερίδα ντωνε μαζί τζη. Πρώτο πρώτο εξεχώριζενε ένα άσπρο κομματάκι μπέτη από τη μερίδα του αδερφού τζη. Αυτό έφαε πρώτα να δει πως είναι να τση φύγει η λαχτάρα, να μη ξανακλέψει ένα ψιχουλάκι από τη μερίδα της Αθηνάς.
-Ηγούγια μου Βαγγελιά και πως την άφηνες και στενοχώρανε ετσά τα κοπέλια σου!
-Είντα θελα να τση πω, απούχενε στη γ-καρδιά τζη πόνο παιδιού, να μη ν-αξιώνει ο Θεός σε κιαμιά μάνα να χάνει το κοπέλι τζη, δε γατέεις τα παλιά λόγια απού λένε για το θάνατο:
Του άντρα είναι χωρισμός
και τ’ αδελφού μαχαίρι
και του παιδιού καφτή φωθιά
κι όπου κι α μ-πέσει καίει
Λέξεις:
(1) γκούζιομαι = θρηνώ γοερά
(2) παγουριάνει = καταπραϋνει
(3) πούρι = άραγε
(4) αλάργο = μακριά
(5) ραέτι = ωραίο φαγητό
(6) νουργάται = κλαίει συνέχεια
(7) μπέτης = στήθος
(8) γουμανωπή = γεροδεμένη