Γράφει όπως τα θυμάται
ο Γιάννης Τσακπίνης, Απόστρατος Αξιωματικός
Συνεχίζουν οι σκέψεις των ηλικιωμένων να ταξιδεύουν εκεί που ζήσανε τα παιδικά τους χρόνια.
Τα λόγια που μας είπε πρόσφατα ο κύριος Κώστας Β. που κατοικεί στο ορεινό χωριό του Βρύσινα σε ηλικία 86 χρόνων και με πρόβλημα υγείας είναι όλα αληθινά.
Μας είχε πει στην επίσκεψη που του κάναμε ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει τη σκέψη του και του φεύγει άθελά του και πηγαίνει εκεί που τα είδε όλα σκούρα στην Κατοχή.
Το ίδιο αυτή τη φορά συνέβη και με την σκέψη του φίλου του Γιάννη Τ. που έζησε σε γειτονικό χωριό την ίδια εποχή με τους γονείς του που ήτανε γεωργοί και κτηνοτρόφοι των οποίων η καταγωγή τους ήτανε από την Μ. Ασία.
Θυμήθηκα, μας είπε, όλα τα φυτά – δέντρα που καλλιεργούσανε και τα ζώα που είχανε οι γονείς μου για τη διαβίωσή μας.
Πρώτα ανέφερε τα λαχανικά που φυτεύανε στο περιβόλι τους με κάθε λεπτομέρεια στις εργασίες και τα οφέλη που είχανε στο σπίτι τους.
Συνέχισε με τα δέντρα που είχανε: ελιές, πορτοκαλιές, ροδακινιές, συκιές κ.λπ. και για τα οφέλη που είχανε και από αυτά.
Και τέλος είπε για τα ζώα τους: τη μια αγελάδα, τις δυο κατσίκες, τα λίγα πρόβατα που είχανε και τη φροντίδα τους προκειμένου να πάρουν τα εισοδήματά τους για την οικογένειά τους.
Όταν είχανε περισσότερη παραγωγή από όλα, κρατούσανε όση χρειαζότανε και την υπόλοιπη την πουλούσανε για την καλύτερη αντιμετώπιση των υποχρεώσεών τους.
Για όλα αυτά χρειαζότανε οι άνθρωποι να διαθέτουν πολλή εργασία προκειμένου να έχουν επιτυχίες που τις είχανε ανάγκη για την διατροφή τους.
Την εποχή εκείνη αγαπούσανε τα φυτά, τα δέντρα και τα ζώα τους. Αναγνωρίζανε τα όσα τους προσφέρανε για να ζήσουν. Τα θεωρούσανε συνεργάτες της οικογένειάς τους.
Τους προσφέρανε αγάπη και πάντα με το χαμόγελο πηγαίνανε να τα καλλιεργήσουν, να τους βάλουν την κοπριά από τα ζώα τους, να τα πατήσουν και για να μαζέψουνε τα εισοδήματά τους.
Με το ίδιο ενδιαφέρον και την συμπεριφορά είχανε και για τα ζώα τους.
Την αγάπη τους οι γονείς μας την εκδηλώνανε χαϊδεύοντας με το χέρι τους, τα φυτά και τα ζώα μας λες και ήτανε όλα παιδιά τους.
Οι Μικρασιάτες πιστεύανε πολύ στο Θεό και στους Αγίους και παίρνανε δύναμη ν’ αντέξουν την Κατοχή που περνούσανε.
Ο Έλληνας ποτέ δεν αποθαρρύνεται, δεν κάμπτεται, επιχειρεί στα δύσκολα και αγωνίζεται.
Πιστεύει στο θεό και στον εαυτό του. Εκείνη την εποχή έδειχνε όλο το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής του, άντεχε στα πάντα, στο φόβο, στην πείνα, στην κακουχία, στην ταλαιπωρία.
Λάτρευε τη φύση και την εκμεταλλευότανε σε ότι μπορούσε να ωφελήσει και να ωφεληθεί.
Τελειώνοντας, ο Γιάννης πρόσθεσε: την Κατοχή που ήμουν μικρός, οι γονείς μου εκτός από την καλλιέργεια στα φυτά και στα ζώα τους προσφέρανε και την απεριόριστη αγάπη τους. Πιστεύανε ότι και αυτή συντελεί για να έχουν επιτυχίες. Τα θεωρούσανε ότι είναι και αυτά παιδιά τους. εγώ είχα δει με τα μάτια μου πως την εκδηλώνανε αλλά πάντα ζητούσανε και την βοήθεια του θεού και των Αγίων, όπως παρακάτω:
Μια ημέρα πήρε λάδι η μάνα μου και πήγαμε μαζί στην εκκλησία ν’ ανάψει το κανδήλι του Αγίου. Συγχρόνως έκανε την προσευχή της λέγοντας: Θεέ μου, ζητώ την βοήθειά σου, του χρόνου να έχουν βεντέμα οι ελιές να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Οι Γερμανοί μας τα πήρανε όλα από το σπίτι μας, δεν έχω τίποτα.
Μια άλλη μέρα πήρε Αγιασμό και πήγε στο περιβόλι και ράντισε όλα τα φυτά. Μετά πήγε στις ελιές και το βράδυ ράντισε όλα τα ζώα για να πάνε καλά στο εισόδημά τους.
Επίσης είχα δει τη μάνα μου που χάιδευε τα φυτά στο περιβόλι και τους έλεγε να κάνετε πολλά γιατί έχω πολλά παιδιά. Το ίδιο χάιδευε την αγελάδα το μοσχάρι της, τις κατσίκες, τα κατσικάκια τους και τα πρόβατά με τα’ αρνιά τους. τα αγαπούσε πολύ όλα. Ορισμένα της γλείφανε τα χέρια, δείχνοντας ότι και αυτά την αγαπούν. Μια φορά η αγελάδα μας με τη γλώσσα της με έγλειψε στο πρόσωπό μου.
Ο πατέρας ένα πρωινό το καλοκαίρι πήγε με τον γάιδαρο να μαζέψει τα περβολικά όπως λέγανε.
Γέμισε ένα μεγάλο καλάθι κολοκύθια, δυο τσουβάλια αγγούρια, ένα μικρό τσουβάλι μαρμπουνοφάσουλα και δυο τσουβάλια πατάτες. Τα φόρτωσε και τα έφερε στο σπίτι. Μόλις μπήκε στην αυλή φώναξε: Γεωργία, Γεωργία, (τη μάμα μου), έλα να δεις το κισμέτι (δώρο) που μας έστειλε ο Θεός. Και είπε: πρώτη φορά έχουμε τόσο μπερεκέτι (μεγάλη σοδειά) στο σπίτι μας. Ο Θεός άκουσε όλες τις προσευχές μου και μας έστειλε πολλά.
Μόνο είπε ο πατέρας: Κράτησε όσα θέλουμε για το σπίτι και τα άλλα αύριο, πρωί – πρωί θα τα πάω στη χώρα να τα πουλήσω να πάρουμε ρούχα και παπούτσια στα παιδιά.
Τις άλλες πατάτες που θα βγάλω τον άλλο μήνα να τις βάλεις κάτω από τον καναπέ και στην αποθήκη να τις έχουμε για το χειμώνα μόνο μην ξεχάσεις να βάλεις δάφνη και φασκομηλιά για το σκουλήκι.
Επίσης το χειμώνα που είχαμε βεντέμα πήγε περισσότερο λάδι στην εκκλησία να ανάβουν το καντήλι της όσοι πηγαίνουν να προσκυνήσουν.
Η μάνα γεμάτη όρεξη, συνέχεια έκανε το σταυρό της και ευχαριστούσε το Θεό που μας έστειλε πολλά σε όλα τα εισοδήματά μας.
Σήμερα εμείς οι ηλικιωμένοι ακόμα συνεχίζουμε να διατηρούμε την αγάπη μας προς όλα τα φυτά και ζώα καθότι πιστεύουμε αλλά και αναγνωρίζουμε ότι η ζωή μας την Κατοχή διατηρήθηκε από όλα αυτά για να υπάρχει σήμερα και εις τους νεώτερούς μας.
Όμως το παράπονό μας είναι ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον από όλους τους αρμόδιους για να συμβάλλουν ώστε συγχρόνως οι νέοι που φοιτούν εις τα σχολεία να διδάσκονται και για όλα αυτά που διατηρεί η φύση και από τα οποία ο άνθρωπος επωφελείται για την διατροφή του και ακόμα εις το μέλλον να γνωρίζει για να επιλέξει ένα από αυτά ως επάγγελμα να δημιουργηθεί.