|
Τι είναι η Πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τα άπαρτα ψηλά βουνά; Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει; Μην είναι τα’ άστρα της τα φωτεινά; |
Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα αρχαία μνημεία της χρυσή στολή, που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί; |
|
Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι; Και κάθε χώρα της με τα χωριά; κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει; κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά; |
Όλα Πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα, Και κάτι που έχομε μες την καρδιά Και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα και κράζει μέσα μας: ‘Εμπρός παιδιά! |
Αυτό το ποίημα συνδυάζει το υλικό με το πνευματικό στοιχείο της έννοιας της Πατρίδας, το έδαφος, το χώμα με το αίμα που κοχ:λάζει μες στην καρδία του Έλληνα και την πυρώνει από την ζέουσα γι’ αυτήν αγάπη !
Ψάχνομε να βρούμε μια ποιητική περιγραφή της κατάντιας της πατρίδας μας, και η διαίσθηση μας οδηγεί στην Ανατολή. Εκεί συναντάμε τους έξης διορατικούς στοχασμούς του μεγαλύτερου Λιβανέζου ποιητή Χαλiλ Γκιμπράν (1883-1931) στο έργο του Ο Κήπος του Προφήτη.
«Να λυπάσθε το έθνος που φορά ένα ρούχο που δεν το έχει υφάνει, που τρώει ψωμί που δεν το έχει θερίσει, και πίνει κρασί που δεν έχει τρέξει από το πατητήρι του. Να λυπάσθε το έθνος που ονομάζει τον βίαιο άνθρωπο ήρωα, Και βλέπει τον λαμπροφορεμένο κατακτητή γενναιόδωρο. Να λυπάσθε το έθνος που δεν υψώνει τη φωνή του παρά μόνο σαν βρίσκεται σε κηδεία, δεν περηφανεύεται παρά μονάχα σαν βρίσκεται μέσα στ’ αρχαία μνημεία του και δεν ξεσηκώνεται παρά μονάχα όταν ο λαιμός του βρίσκεται ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα. Να λυπάσθε το έθνος που ο κυβερνήτης του είναι αλεπού, o φιλόσοφος του ταχυδακτυλουργός , και η τέχνη, τέχνη μπαλώματος και μιμικής. Να λυπάσθε το έθνος που υποδέχεται τον καινούργιο κυβερνήτη του με σαλπίσματα και τον αποχαιρετά με γιουχαΐσματα, για να καλωσορίσει κάποιον άλλο με σαλπίσματα. Να λυπάσθε το έθνος που οι σοφοί του είναι βουβοί από τα χρόνια Και που οι δυνατοί του άνδρες είναι ακόμα στην κούνια».
Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Η σημερινή συνταγματική κρίση είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Συνδέεται με την γενικότερη πολύπλευρη κρίση, που συνίσταται στην έμπρακτη αμφισβήτηση καθιερωμένων δομών, αξιών και θεσμών, στην αμφισβήτηση της ίδιας της εθνικής μας ταυτότητας, όπως ορίζεται ιστορικά από τον Ηρόδοτο («αύτις δέ το ελληνικόν εόν ομαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματα τε κοινά και θυσίαι ηθεά τε ομότροπα», Ιστορίαι, Βιβλ.8ο 144) και συμπληρωματικά από τον Ισοκράτη («μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας παρά τους της κοινής φύσεως μετέχοντας», Πανηγυρικός, εδάφ.5ο). Βέβαια η παράδοση αυτή δεν υπήρξε πάντοτε αδιάσπαστη και αρραγής. Κατά καιρούς εμφανίζονται τάσεις εκνεωτερισμού, που διασπούν την ενότητά της και προκαλούν κρίσεις. Οι τάσεις αυτές στην πορεία του νεοελληνικού βίου, μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, προσέλαβαν διαδοχικά τρείς μορφές :
Στην πρώτη φάση είχαμε τη Μεγάλη Ιδέα, όπως διατυπώθηκε από τον Κωλέττη με τον περίφημο κοινοβουλευτικό του λόγο το 1844: «Η Ελλάδα πρότυπο βασίλειο στην Ανατολή», φάρος εκνεωτερισμού, όχι αναβίωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά εθνική αποκατάσταση όλων των Ελλήνων και των υπόδουλων, υπό ενιαίο κράτος κατά το πρότυπο της Δύσεως (για «γκρέκο-γαλλικό» εθνικό κράτος μιλούσε ο Κοραής). Η φάση αύτη διέπεται από το κοραϊκό πρόταγμα της «μετακένωσης», απόρριψης του Βυζαντίου και δημιουργίας ευρωπαϊκής αερογέφυρας απ’ ευθείας προς την αρχαία Ελλάδα. Είμαστε παιδιά του παππού, όχι εγγόνια του. Το Βυζάντιο δεν θέλομε να το ξέρομε. Στη συνέχεια έρχεται ο Φαλμεράυερ και αμφισβητεί την «αρχαιοελληνική ελληνικότητά» μας, ακριβώς με το επιχείρημα ότι αφού το Βυζάντιο δεν είναι ελληνικό, δεν υπάρχει φυλετική συγγένεια.
Στην δεύτερη φάση (από την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 έως την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο το 1974) κυριαρχεί ο εθνοφυλετισμός (Είμαστε Έλληνες, γιατί ρέει αρχαιοελληνικό αίμα στις φλέβες μας, κι όχι γιατί μετέχομε ελληνικής παιδείας). Το κοραϊκό πρόταγμα εδώ τροποποιείται και γίνεται «ελληνοχριστιανικό» (με ένα «χριστιανισμό» κατά τα προτεσταντικά πρότυπα ευσεβιστικό).
Στην τρίτη φάση (από το 1974 έως σήμερα) κυριαρχεί ο εθνομηδενισμός (η άρνηση της ιστορικής συνέχειας. Η νέα Ελλάδα είναι ένα «καινούργιο έθνος» όπως τα ευρωπαϊκά, αν είναι καν έθνος, γιατί κι αυτό συζητείται). Ο εθνομηδενισμός συμπίπτει στο πεδίο του πολιτισμού με τον μεταμοντερνισμό, την ύστερη φάση της Νεωτερικότητας, που αρχίζει το 1968 (με την εξέγερση του Μάη στη Γαλλία και την πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα) και κορυφώνεται με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989/90. Κύριο ρεύμα του μεταμοντερνισμού (εθνομηδενισμού) είναι η αποδόμηση (η αποδόμηση σε όλα τα επίπεδα του πολιτισμού).
Και οι τρείς αυτές φάσεις του εκνεωτερισμού («εκσυγχρονισμού») προκάλεσαν βαθιές κρίσεις. Βαθύτερη είναι η τελευταία, τρέχουσα πολύπλευρη κρίση, κρίση καθολική, εθνική. Ρώτησαν κάποτε τον Σολωμό πώς πάει το έθνος. Και αποκρίθηκε: «έχεις δει κότα να της μαδάνε τα φτερά και να συνεπαίρνει ο αέρας τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος».
Η οικονομική κρίση είναι αυτόδηλη και τα αίτια πολλά. Ένα από αυτά είναι η κομματοκρατία. Λέει ο Χρ. Γιανναράς «Ποιος ήταν ο λόγος που μειώθηκε το αποθεματικό των Τραπεζών; Οι επεμβάσεις των κυβερνήσεων, δηλαδή το κομματικό κράτος. Οι κυβερνήσεις υποχρέωσαν τις τράπεζες να χορηγούν δάνεια τεράστια, εξωφρενικά, που ήταν αδύνατο να εξοφληθούν ποτέ. Σε ποιους; Στα ίδια τα κόμματα, που τα έξοδα λειτουργίας τους και αυτοδιαφήμισής τους ήταν αχαλίνωτα, επομένως τα χρέη τους ιλιγγιώδη. Αλλά, οι τράπεζες εκβιάζονταν να δανείζουν και δημόσιους οργανισμούς, που τα έσοδά τους είχε λεηλατήσει το κομματικό κράτος. Nα δανεlζουν, χωρίς καμιά προοπτική επιστροφής, επιχειρηματίες διαπλεκόμενους με τα κόμματα, εργολήπτες και προμηθευτές του Δημοσίου, που μοιράζονταν με τους πολιτικούς τη λωποδυσία του κοινωνικού χρήματος». Τέτοια φαινόμενα οδήγησαν τη χώρα σε «πτώχευση», στον διεθνή υπέρ-δανεισμό και στο καθεστώς των Μνημονίων, με αποτέλεσμα την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας. Λέγεται ότι σε μια ανάλογη περίπτωση στη Γαλλία, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ο Κλεμανσώ δημοσίευσε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον ακόλουθο νόμο: «Άρθρο μόνο. Δεν υπάρχει τίποτε. Στον υπουργό μας επί των Οικονομικών αναθέτομε την εκτέλεση του παρόντος». Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και σήμερα. στην Ελλάδα, mutatis mutandis. Αλλά η οικονομική κρίση ίσως κάποτε, με τον καλύτερο ή τον χειρότερο τρόπο επουλωθεί ταμειακά. Εκεί που δεν εμφανίζονται σημεία ανάκαμψης είναι οι κοινωνικο-ηθικές, πολιτισμικές και πολιτικές αναπηρίες που την προκάλεσαν.
2) Η κοινωνικο-ηθική κρίση έχει ανθρωπολογική βάση: βρίσκεται στον αχαλίνωτο μηδενιστικό ατομικισμό που χαρακτηρίζει διαχρονικά τον Έλληνα, είναι το έθνος μας βαμπίρ, το γνωστό και από άλλες εποχές της ελληνικής ιστορίας. Το άτομο πού μέτρο «πάντων χρημάτων» έχει τον εαυτό του, μόλις βρήκε τον εαυτό του, μόλις βρήκε το οικείο περιβάλλον του, δηλαδή συνθήκες πολιτικής ελευθερίας, ξεπήδησε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη υπερώριο και σε πλήρη εξάρτυση – σαν την Αθηνά από το κεφάλι του Δία. Η κατάρρευση της εμφυλιοπολεμικής πόλωσης, αναγκαία και ζωτική για τον τόπο, που επήλθε με την μεταπολίτευση, απελευθέρωσε ένα αχαλίνωτο ατομικισμό. Ο ατομικισμός αυτός δεν δέχεται καμιά κοινωνική υποχρέωση και μιλά μόνο για «δικαιώματα» για «ανθρώπινα δικαιώματα». Ποιός θυμάται την ορθή παρατήρηση του Σολζενίτσιν: «’Ηρθε η στιγμή στη Δύση να προασπίσομε όχι τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο τις ανθρώπινες υποχρεώσεις. ‘Εχομε εκχωρήσει στην ολέθρια και ανεύθυνη ελευθερία μας απεριόριστο χώρο», που αφορά και εμάς που «ανήκομε εις την Δύση»! Αυτός ο άκρατος ατομικισμός μας εκβάλλει στον μηδενισμό, τον ανεξέλεγκτο καταναλωτικό μηδενισμό: (querenda pecunia prίmus est, virtus post numnos» («το πρώτο ζητούμενο είναι τα χρήματα, η αρετή έρχεται μετά», Οράτιος, Έπιστ. Ι, ιβ’) και την ηθική αναρχία, που διεκτραγωγεί ο Πλούταρχος: «αναρχία, ην ένιοι των νέων ελευθερίαν απαιδευσία νομίζουσι, χαλεπωτάτους δεσπότας εφίστησι τας επιθυμίας, ώσπερ δεσμών λυθείσας» (Ηθικά 37c). Πανευδαιμονισμός, νεοεπικούρεια νοοτροπία, νεοηδονισμός, αυτή είναι η κυρίαρχη νοοτροπία.
3) Η πολιτισμική κρίση έχει κλονίσει τους βασικούς άξονες του πνευματικού μας πολιτισμού: γλώσσα, θρησκεία, παιδεία. Παντού ακολουθείται η θεωρία αλλά και η πρακτική της αποδόμησης. Στην γλώσσα: Μόλις – κατά τον εκφραστικό λόγο του Τάσου Λιγνάδη – «αποκόψαμε από τον ελληνικό οργανισμό την γονιμότητα του γεννητικού του οργάνου, τα “αρχαία ελληνικά”» (το 1976), προχωρήσαμε και στην αποψίλωση των Νέων Ελληνικών, με την επιβολή του μονοτονικού (το 1982), που έκανε την γλώσσα μας να μοιάζει με ένα απέραντο «σεληνιακό» τοπίο (Δ. Σαββόπουλος) και αποτελεί τον Δούρειο Ίππο των επιδιωκόμενων περαιτέρω στόχων: της φωνητικής ορθογραφίας, του λατινικού αλφαβήτου και της κατάργησης της ελληνικής ως επίσημης γλώσσας.
4) Η σημερινή κρίση είναι όμως και πολιτική. Κρίση του πολιτικού συστήματος. Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά: ο λαϊκισμός και ο πελατειακός κοινοβουλευτισμός, ώριμοι καρποί μεταπολιτευτικής δεκαετίας του 1990. «Είναι ένα φάντασμα που όλοι το ξορκίζουν και που οι περισσότεροι το κρυφο-λατρεύουν και το κρυφο-διακονούν…
Μ’ όλο που τα χαρακτηριστικά του μένουν σκόπιμα ακαθόριστα, θα μπορούσαμε να πούμε πώς ο λαϊκισμός είναι ένα «κίνημα» ή «σύστημα» που κλιμακωτά και σωρευτικά λιβανίζει το λαό, τον αποπροσανατολίζει, τον ψευτοψωμίζει, τον ευτελίζει, τον εξανδραποδίζει, τον ροκανίζει και, τελικά, τον αφανίζει». Με δικά μας λόγια: Λαϊκισμός ως πολιτικό «κίνημα» είναι η κολακεία των μαζών, των αδυναμιών και ελαττωμάτων του λαού, η ρητορική υπέρ «των καταπιεζομένων», η προοδευτικοφάνεια, η ψευδεπίγραφη ισότητα και ισονομία» (που μεταφράζεται στο αξίωμα «όποιος είναι ανώτερός μας είναι εχθρός μας» ή στο περιβόητο σλόγκαν της Φάρμας των ζώων του Όργουελ, «όλα τα μέλη του λαού είναι ίσα, αλλά μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα»), η υιοθέτηση επιχειρημάτων ή θέσεων που ευχαριστούν τον λαό, χωρίς όμως να τον ωφελούν, με σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του. Λαϊκισμός είναι και η καλλιέργεια τυφλού φανατισμού, μανιχαϊσμού και μισαλλοδοξίας, πού χωρίζει την κοινωνία σε φίλους και εχθρούς. Είναι και η υπερευαισθησία έναντι ελευθεριών, που θυμίζει το αναφερόμενο από τον Πλάτωνα και εφαρμοζόμενο επί Ροβεσπιέρου κατά την γαλλική επανάσταση, κατά το οποίο οι οδηγοί αμαξών απαγορευόταν να φωνάζουν και να ειδοποιούν τους πεζούς να παραμερίσουν, από φόβο μήπως θίξουν τις ατομικές ελευθερίες τους. Ο λαϊκισμός οδήγησε και στον πελατειακό κοινοβουλευτισμό, που η βασική λειτουργία του είναι να εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους του και το έθνος στους δανειστές του. Γύρω του τα ποικίλα «διαπλεκόμενα» και οι «στρατοί κατοχής» (συντεχνίες, κομματικές νομενκλατούρες, συνδικαλιστικές μαφίες).
Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΥ – ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Το θεμέλιο της δημοκρατίας είναι το κοινοβουλευτικό σύστημα. Με τον όρον αυτό νοείται ένα είδος κυβερνητικού συστήματος κατά το οποίο η κυβέρνηση εξαρτάται καθ’ ολοκληρίαν από το κοινοβούλιο. Toύτo σημαίνει
ότι η κυβέρνηση αναδεικνύεται στην εξουσία, διατηρείται σ’ αυτήν, ελέγχεται και εκπίπτει από αυτήν πάντα με την θέληση του κοινοβουλίου. Επομένως η κυβέρνηση από το κοινοβούλιο. Ενόσω έχει αυτή την εμπιστοσύνη, παραμένει στην εξουσία, την οποία ασκεί υπό τον έλεγχο του κοινοβουλίου . Όταν απολέσει την εμπιστοσύνη της Βουλής, η κυβέρνηση εκπίπτει από την εξουσία. Η εξάρτηση της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο παραπέμπει στην εξάρτηση, από τον λαό, ο οποίος εκλέγει το κοινοβούλιο. Έτσι σε τελευταία ανάλυση στο κοινοβουλευτικό σύστημα η κυβέρνηση εξαρτάται από τον λαό. Αυτός είναι ο βασικός πυρήνας του κοινοβουλευτικού συστήματος, τον οποίο υιοθετεί πλήρως το Σύνταγμά μας, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 51§3 και 84 αυτού.
Όπως προκύπτει από τα άρθρα 37§§1 και 2 και 81§1 του Συντάγματος, κατά βάση η κυβέρνηση προέρχεται από το κόμμα εκείνο το οποίο ο Λαός ανέδειξε πρώτο στις εκλογές. Από αυτό το κόμμα διορίζεται ο πρωθυπουργός, ο οποίος προτείνει τα λοιπά μέλη της κυβερνήσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 37§2 του Συντάγματος, «πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος, το οποίο διαθέτει στην βουλή την απόλυτη πλειοψηφία». Αυτό σε τελευταία ανάλυση σημαίνει ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα στηρίζεται στην κομματική πλειοψηφία της Βουλής, και κατά συνέπεια η κυβέρνηση εξαρτάται από αύτη την κομματική πλειοψηφία, η οποία όμως κομματική πλειοψηφία στην
ουσία ελέγχεται από τον πρωθυπουργό, ο οποίος, όπως προειπώθηκε, είναι ο αρχηγός του πλειοψηφούντος στην Βουλή κόμματος. Έτσι, στην πραγματικότητα η κυβέρνηση δια της κομματικής πλειοψηφίας είναι αυτή που ελέγχει την Βουλή και όχι η Βουλή την κυβέρνηση! Επομένως το κοινοβουλευτικό σύστημα ανατρέπεται στην ουσία, αφού και η κοινοβουλευτική εξάρτηση είναι στην ουσία ανεστραμμένη. Έτσι, στην σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία φθάνομε στο σημείο να διερωτώμεθα ποιός ελέγχει ποιόν, η βουλή την κυβέρνηση, όπως απαιτεί το κοινοβουλευτικό σύστημα, ή η κυβέρνηση την βουλή, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα; Εδώ διαπιστώνεται το πρώτο σημείο νόθευσης του κοινοβουλευτικού συστήματος. Πρόκειται για την κομματική νόθευση της ίδιας της Δημοκρατίας.
Εξ άλλου ο έλεγχος της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, όπως απαιτεί το κοινοβουλευτικό σύστημα, στην ουσία είναι έλεγχος του πλειοψηφούντος κόμματος, ο οποίος όμως δεν είναι πραγματικός έλεγχος, δεδομένου ότι το πλειοψηφούν στην Βουλή κόμμα είναι κόμμα «κυβερνητικό», αφού είναι το κόμμα του πρωθυπουργού, ο οποίος και το ελέγχει. Επομένως η Βουλή κατ’ ουσίαν δεν ασκεί κανένα έλεγχο επί της κυβερνήσεως, η οποία απλώς «αυτοελέγχεται». Αυτός όμως ο αυτοέλεγχος είναι ανεξέλεγκτος, διότι δεν προβλέπονται στο Σύνταγμα μηχανισμοί που να τον ελέγχουν. Ούτως όμως εχόντων των πραγμάτων, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί εμπιστοσύνης της Βουλής προς την κυβέρνηση, αλλά μόνο περί εμπιστοσύνης του κυβερνώντος κόμματος, η οποία όμως είναι πάντοτε δεδομένη, έν όψει μάλιστα της αρχηγικής δομής και οργάνωσης των κομμάτων περί της όποιας θα γίνει εκτενέστερος λόγος στην συνέχεια. Περί άρσεως της κομματικής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση ουδείς λόγος βεβαίως, διότι δεν την επιτρέπει η κομματική πειθαρχία, την οποία επιβάλλουν στα μέλη τους όλα τα κόμματα, νοθεύοντας έτσι περαιτέρω όχι μόνο το κοινοβουλευτικό σύστημα, αλλά και την ίδια την Δημοκρατία. Όποιος βουλευτής του κυβερνώντος εκάστοτε κόμματος διαφωνεί με την κυβέρνηση και θέλει να άρει την εμπιστοσύνη του προς αυτήν, απειλείται με διαγραφή από το κόμμα, η οποία κατά κανόνα έχει ως αποτέλεσμα την πολιτική καταδίκη του. Υπό το βάρος λοιπόν της κομματικής αυτής απειλής συντηρείται η λεγόμενη κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση, και κάθε προσπάθεια δοκιμασίας της με τον προβλεπόμενο τρόπο της πρότασης μομφής προς την κυβέρνηση είναι καταδικασμένη σε. .. θριαμβευτική για την κυβέρνηση αποτυχία!
Όταν μιλάμε για κοινοβουλευτική εξάρτηση της κυβέρνησης, πρέπει στην πραγματικότητα να αναφερόμαστε στην εξάρτηση από τον κυρίαρχο Λαό! Και όταν περαιτέρω γίνεται λόγος για κοινοβουλευτική, εμπιστοσύνη, πρέπει να εννοούμε τελικώς την εμπιστοσύνη του Λαού προς την κυβέρνηση. Εδώ όμως τα πράγματα περιπλέκονται. Διότι, όσον άφορα μεν την ανάδειξη της κυβέρνησης από τον Λαό, η εμπιστοσύνη του Λαού προκύπτει αμέσως από τις εκλογές σε μια όντως δημοκρατική Χωρά.
Η εμπιστοσύνη όμως του Λαού προς την κυβέρνηση, όσον άφορα την διατήρησή της στην εξουσία, με ποιόν τρόπο ελέγχεται; Το Σύνταγμα δεν προβλέπει ρητώς τρόπο ελέγχου της εμπιστοσύνης του Λαού προς την κυβέρνηση. Η προβλεπόμενη διαδικασία της πρότασης μομφής προς την κυβέρνηση δυστυχώς δεν φαίνεται αποτελεσματική διότι, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, εξουδετερώνεται από τα κομματικά επιτελεία. Ο θεσμός του
Ελέγχου της εμπιστοσύνης του Λαού προς την κυβέρνηση
Από τον ανώτατο άρχοντα με την αναγνώριση δικαιώματος διαλύσεως της Βουλής σε περίπτωση που διαπίστωνε δυσαρμονία στις σχέσεις Λαού και κυβέρνησης, καλώς ή κακώς καταργήθηκε με το ισχύον Σύνταγμα. Έτσι δεν απομένει πλέον παρά μόνο η προσφυγή στις κάλπες προς διαπίστωση της άρσης τής εμπιστοσύνης του Λαού από την κυβέρνηση. Αν όμως υπάρχει όντως δυσαρμονία στις σχέσεις Λαού και κυβέρνησης, μέχρι να γίνουν νέες εκλογές, πώς νομιμοποιείται η κυβέρνηση να παραμένει στην εξουσία; Εδώ προς άρση του αδιέξοδου εφεύραν το «τεκμήριο της εμπιστοσύνης», σύμφωνα με το όποιο η με τις εκλογές δοθείσα στην κυβέρνηση εμπιστοσύνη τεκμαίρεται, και μάλιστα αμαχήτως, ότι εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις επόμενες εκλογές. ‘Επομένως η νομίμως εκλεγείσα κυβέρνηση απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του Λαού μέχρι την προκήρυξη νέων εκλογών, έστω και αν ομολογουμένως ο Λαός την αποδοκιμάζει παντοιοτρόπως!
Από τις διαπιστώσεις αυτές αντιλαμβανόμαστε ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα διέρχεται κρίση, η οποία έχει ασφαλώς αντίκτυπο στην λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι έχομε ένα από τα πλέον δημοκρατικά Συντάγματα. Που λοιπόν οφείλεται η κρίση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος; Στην ασέβεια και ανυπακοή μας στο Σύνταγμά μας!
Πηγή :Βασίλης Νικόπουλος
Πρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ.Δ.Ν.