-Πολλά τα έτη σου συντέκνισσα Μαριγώ, καλή σαρακοστή να περάσομενε
-Χρόνια πολλά συντέκνισσα Αργυρένια, δε ν-το περίμενα πως θελα να σε βρω τέθοια ώρα, αξημέρωτα στη βρύση. Εγώ αναμάζωξα τα χρειασίδια(1) απού το τραπέζι, έβρασα αλουσιά(2) και τάπλυνα καλά – καλά να φύγει η «ελεριά»(3). Επρεμάζωξα τα τραπεζομάντηλα και τσι πετσέτες θα βράσω ίδια δα ένα συντεροτσίκαλο νερό με άθο να κάμω αλουσιά να τα καθαρίσω.
-Εγώ άφηκα το τραπέζι όπως ήτανε γιατί ολονυχτίς τση νύχτας, επρεμάζωνε ο ντελικαλής και τα κοπέλια μου παρέες και τρώγανε, εδά κοιμούνται και δε τα πλυνα, τα τεντζερικά, γιατί δε ν-ήθελα να τσι ξυπνήσω με τη ν-τραβάγια(4). Αποδιαφώτιστα έβαλα το δρόμο μπροστά μου εμάζωξα ξύλα, άναψα τη φωθιά έκαμα την αλουσιά κι είναι ακόμη στο τσικάλι, μη βράσεις συντέκνισσα, ξερύπισέ(5) τα με το κρυγιό νερό και πάρε την αλουσιά απού μ’ απόμεινενε να τα ξεγαμαρίσεις(6) απού τα κρέατα και τα γαλατερά.
Σε μια ουλιά ώρα επρεμαζωχτήκανε ούλες οι γυναίκες του χωριού στη γ-κάτω βρύση, εστέσανε τσικάλια, εβράζανε αλουσιά και ξεγαμαρίζανε τα ρούχα.
-Που αποκρυγιώσατε Αργυρένια; τη ρώτηξενε η Αντρένα απού κάθεται στη μ-πάνω ρούγα του χωριού.
-Θέλει πούρι και ρώτημα; Επήραμενε τα φαητά μας, ούλη η αδερφοσύνη και πήγαμενε στου πεθερού μου. Επρεμαζωχτήκαμενε ‘κειά μαζί με τα κοπέλια μας, μια εικοσαρέ νομάτοι(7) .
-Τα ίδια και μεις, στου πατέρα μου εμονομεριάσαμενε εικοσιπέντε αδέρφια, αδερφές, πρωτοξαδέρφια, συμπεθέρια, είμαστανε μεγάλη φαμελιά εφέραμενε τα φαητά μας κι απής αποφάγαμενε ούλοι μιτσοί μεγάλοι επήγαμενε στο ντουκιάνι του Λιγνογιάννη απού γίνουντανε γλέντι. Αρθούνι(8) δε ν-απόμεινενε στο σπίτι, είπενε κι η Ζαμπιά του Λαγουδονικολή.
Μόλις αποφάγαμενε, μούτε πλύναμενε, μούτε μεταπιάσαμενε πράμα απού το τραπέζι, ετσαέ τ’ αφήκαμενε και γκάψαμενε στο ντουκιάνι(9), είπενε και η Καλλίτσα του Φρυσάρη.
-Δε ξεστρώνει κιανείς το τραπέζι την ημέρα τσ’ αποκριάς γιατί μετά το χορό αντιγιαέρνουνε πατούλιες πατούλιες(10) οι ανθρώποι και ξανατρώνε τα περισσέματα, είπενε κι η γραι Βασιλική. Τούτηνά τη συνήθεια τη ν-αναστορούμαι από ντα ν-εεγεννήθηκα. Η κακομοίρα η μάνα μου, μας εξύπνανε τη νύχτα να κάμομενε τ’ «αποδείπνι» και μεις καλιά χαμενε τον ύπνο, παρά το φαητό.
-Μα είντα όμορφους κι αστείους μασκαράδες είδανε τα μάθια μου οφέτος, έλεγενε η Αργυρένια. Οι λεράδες με τα λέρια τω ν-οζώ καρφωμένα στα ρούχια ντωνε, οι χοροί, τα ταλίμια και τα κουνήματα που κάνανε εκαταχτυπούσανε τα λέρια και ξεκουφαίνανε το γ-κόσμο.
-Εμένα μπρε μ’ άρεσενε ο Θοδωρής ο σωματώδης «κύκλωπας» τον επαρανομοιάζαμενε στο χωριό, απού ντύθηκενε νύφη με βυζιά, άσπρο μακρέ νυφικό, μαλλιά μαύρα τσ’ αίγας στη γ-κεφαλή και τ’ Αλισσαβιώ του Δραπανομιχάλη, κούντουρο κι αδύνατο, μισή μερίδα το κακορίμαλο, εντύθηκενε με αντρικά ρούχα κι έκανε το γαμπρό, δίπλα ντου και ο Ανεμογιώργης μασκαρεμένος παπάς να τσ’ ευλογά. Ήτανε να σκας στα γέλια.
-Ηγούγια μας κακομάζαλες και επιάσαμενε τη γ-κουβέντα και θα περάσει οπουγιά(11) ο Καντής, με τα καρακόλια και πρέπει να ‘χομε ν-το δίσκο έτοιμο με τα τραταμέντα, αλλιώς θα μα σε δικάσει στη μπλατεία του χωριού, είπενε η Αντρένα και έγκαψενε στο σπίτι τζη.
-Ούλες θα πρεμαζωχτούμενε στα σπίθια μας είπενε η Ζαμπιά γιατί πρέπει να ετοιμάσομενε τα νηστίσιμα απού θα πάρομενε μαζί μας στο λόφο τ’ Άι Λια απού θ’ ανοίξομενε τη Σαρακοστή μαζί μ’ ούλο ν-το χωριό.
Αποχαιρετιχτήκανε και ξεκινήσανε για τα σπίθια ντωνε.
Οι γυναίκες του χωριού τη γ-καθαρή Δευτέρα εκαθαρίζανε τα ρούχα και τα χρειασίδια(12) από την «ελεργιά», ετοιμάζανε τα νηστίσιμα και οι άντρες εντύνανε κι εντουρντίζανε(13) το γ-Καντή. Εδιαλέγανε ένα ιστάμενο(14) άντρα τον εντύνανε με γυαλιστερά λαμπερά ρούχα, γένια από μπαμπάκι και μαλλιά από πρόβατο και το πρόσωπο μαύρο από καπνιά τσικαλιού. Είχε κρεμασμένη μπροστά του μια σακκούλα άθο(15) και πίσω ντου επχαίνανε τα καρακόλια δηλαδή οι χωροφύλακες μασκαρεμένοι και όσοι χωριανοί θέλανε μουτζουρωμένοι με κάπνα από τα τσικάλια. Το δικαστήριο εγίνεντονε στη μ-πλατεία του χωριού. Οι ζαφτιγέδες(16) παρουσιάζουν ένα, ένα τους ένοχους.
-Καντή εφέντημ τουτηνέ η φταιξιάρα η γραι Γιωργάκαινα δεν επρόβαλενε όντε ν-επερνούσαμενε από το κονάκι τζη να μα σε τρατάρει.
-Να φέρεις αμέσως ένα γιγούμι κρασί, ένα λεκανιδάκι ελιές και μια φουχτέ λουμπίνους, άλλη φορά να μη ν-το ξανακάνεις.
-εντάξει αφέ ‘η Καντή, να τα φέρω.
Τοτεσάς εδά εκούκιζενε τη φταιξιάρα με στάχτη ένδειξη πως τη συγχωρεί.
Το δικαστήριο είχε πολλές ποινές. Ο ένας να γκαρίσει, άλλος να γαυγίσει, άλλος να κράξει σα ν-το πετεινό, άλλος να πει μια μαντινάδα, άλλος να χορέψει. Ετσά διασκεδάζανε ως αργά ούλοι οι χωριανοί στη μ-πλατεία του χωριού. Στα ξεχωρίσματα εμοιρολογούντανε και λέγανε:
«Ο Κρέως εξεψύχησε, κι ο Τύρος αποθαίνει
και ο καημένος ο κουκάς εις το τραπέζι μπαίνει
Ο Λαζανάς ψυχομαχεί, κι ο Μακαρούνης κλαίει
Κι ο Κρομυδάς σεισοραδεί, απάνω στο τραπέζι!»
1) χρειασίδια= μαγειρικά σκεύη
2) αλουσιά = βραστό νερό με στάχτη
3) ελεργιά = από το ρήμα λερώνω = λερώσιμο
4) τραβάγια = φασαρία
5) ξερύπισε = πρώτο πλύσιμο των ρύπων
6) ξεμαγαρίζει = ξελερώσει
7) νομάτοι = άτομα
8) αρθούνι = ρουθούνι
9) ντουκιάνι = καφενείο
10) πατούλια = παρέα
11) οπουγιά = πιο ύστερα
12) χρειασίδια = σκεύη
13) εντουρτίζανε = οργανώνανε
14) ιστάμενος = μυαλομένος
15) άθος = στάχτη
16) ζαφτιγέδες = χωροφύλακες