Υγεία, ευεξία, αρμοννία (απαραίτητες διευκρινίσεις) του Θοδωρή Ρηγινιώτη

Επιμέλεια Θοδωρής Ι. Ρηγινιώτης

Στο προηγούμενο άρθρο μας σκιαγραφήσαμε μερικές σκέψεις και προτάσεις για μια ζωή σωματικά και πνευματικά ισορροπημένη, με βάση της δική μας, ελληνική – ρωμέικη και ορθόδοξη πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά. Τονίσαμε ότι οι προτάσεις αυτές απευθύνονται και σε βαφτισμένους ορθόδοξους χριστιανούς που νιώθουν ότι «δεν πιστεύουν πια» στην Ορθοδοξία, αλλά τη βλέπουν μόνο ως πολιτισμό και παράδοση.

Οφείλω τώρα μερικές επεξηγήσεις για αναγνώστες που είναι και πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί.

Advertisement

Πώς μπορώ να γράφω «άναψε καντήλι, νήστεψε κ.τ.λ. ακόμη κι αν δεν πιστεύεις»; Μήπως θεωρώ «μαγεία» την ορθόδοξη πνευματική ζωή, ώστε να επιδρά, είτε θέλουμε είτε όχι, είτε καταλαβαίνουμε τι κάνουμε είτε όχι (όπως ο μάγος μουρμουρίζει ξόρκια με ακατανόητες φράσεις); Όχι βέβαια. Το σωστό είναι να καταλαβαίνουμε απόλυτα τι σημαίνει αυτό που κάνουμε και φυσικά να αναγνωρίζουμε ότι είναι αληθινό και χρήσιμο. Το να εφαρμόζω ορθόδοξες πρακτικές, όπως το θύμιασμα, οι μετάνοιες, η νηστεία κ.τ.λ. «χωρίς να πιστεύω», κατ’ αρχάς είναι ανόητο.

Όμως ακόμη και κάτι ανόητο μπορεί να το αξιοποιήσει ο Θεός για να σώσει τον άνθρωπο, γιατί κάθε άνθρωπο τον αγαπά, ό,τι κι αν κάνει, όπως κι αν προχωράει στη ζωή του. Έτσι, θεωρώ ότι η εφαρμογή ορθόδοξων πρακτικών στην καθημερινή μας ζωή (και μάλιστα ΑΝΤΙ για τις πρακτικές των θρησκευτικών παραδόσεων της Άπω Ανατολής, από Ινδία μέχρι Ιαπωνία) προσφέρει σημαντική ωφέλεια ακόμη κι αν δε συνοδεύεται από «πίστη», παρόλο που το σωστό και πραγματικά ωφέλιμο είναι να συνοδεύεται.

Αφήνω στην άκρη το προφανές, ότι έτσι επιβιώνει η πολιτισμική μας παράδοση (που μεταφέρει και σημαντικές ηθικές, κοινωνικές, αισθητικές αξίες κ.λ.π.) και παρεμποδίζεται η απόλυτη αλλοτρίωσή μας από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Όταν νηστεύεις ή ανάβεις το καντήλι στο σπίτι σου, μπροστά στις ορθόδοξες εικόνες, κάνεις αντίσταση στις πολυεθνικές και στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό – αντίσταση απαραίτητη για σένα και τα παιδιά σου!…

Το αφήνω λοιπόν αυτό κατά μέρος και επισημαίνω τα εξής:

1. Ο άνθρωπος γαληνεύει εφαρμόζοντας τις ορθόδοξες πρακτικές της καθημερινότητας, όπως το καντήλι, το θυμίαμα, τη νηστεία, την προσευχή, το να διαβάσει την Παράκληση της Παναγίας ή τους Χαιρετισμούς στο σπίτι του, ή να συμμετάσχει στις εκκλησιαστικές τελετές, ιδίως τις πιο αγαπητές και κατανυκτικές, όπως η Παράκληση της Παναγίας (το 15αύγουστο), οι Χαιρετισμοί, η Μ. Εβδομάδα κ.τ.λ. Ομοίως, ως γνωστόν, ωφελείται ψυχοσωματικά από τη νηστεία, όπως ορίζεται στην Ορθοδοξία (δηλ. πώς; Αν δεν ξέρετε, ρωτήστε να μάθετε – αυτή η ερώτηση επίσης θα σας ωφελήσει πάρα πολύ, γιατί θα δραπετεύσετε για λίγο από το άγχος της καθημερινότητας προς ένα παραδείσιο κόσμο).

2. Μια προσευχή που γίνεται μηχανικά, ή ένα καντήλι ή θυμιατό που ανάβει μηχανικά, μπορεί να εισακουστεί από το Χριστό χωρίς να το περιμένει κανείς!…. Μπορεί επίσης να ανοίξει η καρδιά του ανθρώπου, αν κάνει ό,τι κάνει σεμνά, κάνοντας εκείνη την ώρα ανακωχή με την «απιστία του», και τελικά να μεταστραφεί στην πίστη – πράγμα που τώρα μπορεί να το θεωρεί ανεπιθύμητο, αλλά στην αιωνιότητα θα είναι γι’ αυτόν σωτήριο. Υπάρχουν τέτοια παραδείγματα, θα αναφέρω ένα: ο άγιος Πορφύριος ο Μίμος (15 Σεπτ.), ένας ειδωλολάτρης ηθοποιός, προσκλήθηκε στα γενέθλια του Ιουλιανού του Παραβάτη (361 μ.Χ.) να μιμηθεί και να περιπαίξει τα Μυστήρια των Χριστιανών. Όταν όμως, κατά την παράσταση, μπήκε στην κολυμπήθρα και φώναξε: «Βαπτίζεται Πορφύριος, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ένιωσε το άγγιγμα της θείας χάριτος και διακήρυξε μπροστά στον αυτοκράτορα ότι είναι χριστιανός και έτοιμος να πεθάνει για την αγάπη του Χριστού. Συνελήφθη αμέσως και θανατώθηκε. Δηλ. αξιώθηκε να μαρτυρήσει για το Χριστό και αγίασε.

3. Τέλος, είναι πιθανόν να σωθεί (δηλ. να πάει στον παράδεισο) ακόμα κι αν δε γίνει ποτέ πιστός, μόνο και μόνο επειδή νίκησε τον εγωισμό του και υπάκουσε σ’ αυτά που διδάσκουν οι άγιοί μας ή και σ’ αυτά που διάβασε σ’ ένα ταπεινό βιβλίο ή άρθρο και τα εφάρμοσε. Μόνο και μόνο επειδή συμμορφώθηκε μ’ αυτά που του είπε μια αγράμματη γιαγιά π.χ. που τη ρώτησε πώς θυμιάζουν ή πώς νηστεύουν τη μέρα του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτ.) και δεν περιφρόνησε την εμπειρία της, ενώ ο ίδιος μπορεί να είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Να, και οι καθηγητές πανεπιστημίου, ακόμη και παγκοσμίου φήμης ερευνητές, μπορεί να κερδίσουν τον παράδεισο ή την κόλαση, είτε πιστεύουν είτε όχι.

Ας ερευνήσει την Ορθοδοξία κάθε ενδιαφερόμενος. Κανείς δε ζητά «τυφλή πίστη», ούτε οι άγιοι διδάσκουν το «πίστευε και μη ερεύνα». Μάλιστα, σε κάποια πόλη (είδα τη φωτογραφία στο Διαδίκτυο), όπου υπάρχει Οδός Παϊσίου (ενός μεγάλου σύγχρονου αγίου) είναι γραμμένο στον τοίχο: «Πίστευε και ερεύνα». Αυτό είναι το δίδαγμα του μεγάλου εκείνου αγίου και γενικά της ορθόδοξης παράδοσης. Ευχαριστώ.

 

Ολίγη βιβλιογραφία (αναζητήστε την και στο διαδίκτυο):

π. Σεραφείμ Ρόουζ, «Η Ορθοδοξία και η Θρησκεία του Μέλλοντος», εκδ. Μορφή εκδοθείτω.

π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «Περί Προσευχής» και «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστίν», εκδ. ιεράς μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας.

Διονύσιος Φαρασιώτης, «Οι γκουρού, ο νέος και ο γέροντας Παΐσιος», εκδ. Παναγόπουλος.

Κλάους Κένεθ, «Χιλιάδες μίλια προς τον τόπο της καρδιάς» και «Θεοί, είδωλα, γκουρού», εκδ. Εν πλω.

Κυριάκου Μαρκίδη, Τριλογία: «Ταξίδι με τον λέοντα», «Το όρος της σιωπής», «Δώρα της ερήμου», εκδ. Διόπτρα.

 

Συμπλήρωμα: Προσευχή και καρδιά

 

Η προσευχή είναι το εκπληκτικό κανάλι άμεσης επικοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό. Κατ’ ουσίαν, όλες οι χριστιανικές τελετές («ακολουθίες») είναι προσευχές. Υπάρχει όμως και η προσωπική προσευχή, που μπορεί να γίνεται παντού και πάντα. «Κάθε έργο που έγινε από αγάπη Χριστού φέρει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όμως αυτό κατορθώνεται ευκολότερα με την προσευχή, γιατί αυτή αποτελεί το όργανο που διαθέτουμε. Μπορεί να τύχει να θέλετε να πάτε στην εκκλησία, αλλά η εκκλησία να μην είναι κοντά ή να έχει τελειώσει η ακολουθία. Ή να έχετε την επιθυμία να ελεήσετε κάποιον πτωχό, αλλά πτωχός να μην υπάρχει. Ίσως επιθυμείτε να γίνετε απαθής, αλλά δεν έχετε γι’ αυτό δυνάμεις. Για την προσευχή όμως υπάρχει πάντοτε δυνατότητα. Η προσευχή είναι προσιτή τόσο στον πλούσιο όσο και στον πτωχό, τόσο στον εγγράμματο όσο και στον απλοϊκό, στον ισχυρό όσο και στον αδύναμο, στο δίκαιο όσο και στον αμαρτωλό. Η δύναμη της προσευχής είναι τεράστια και περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο αυτή ελκύει το Άγιο Πνεύμα» (άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, Ρωσία 19ος αι.).

Ο μέσος άνθρωπος, κατά κανόνα, προσεύχεται, για να ζητήσει από το Θεό γήινα αγαθά –υγεία, πρόοδο, ευημερία– ή λύση σε συγκεκριμένα προβλήματα. Αν τα αιτήματά του ικανοποιηθούν, δοξάζει το Θεό. Αν όχι, Τον κατηγορεί ως άδικο ή αδιάφορο, κι ας ξέρει ότι Εκείνος, ως πάνσοφος, μπορεί να κρίνει καλύτερα. Ακόμα κι αυτές οι γραμμές πιθανόν να σκανδαλίζουν τον αναγνώστη, που είναι βιαστικός και απαιτητικός και υψώνει ενώπιον του Θεού το ανυποχώρητο θέλημά του.

Αν και είναι φυσικό να προσευχόμαστε για τις γήινες ανάγκες μας (και στη θεία λειτουργία λέγονται τέτοιες προσευχές), ο αληθινός σκοπός της προσευχής είναι ν’ ανοίξει την καρδιά του ανθρώπου για να δεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό, κυρίως οι μοναχοί, αλλά και αρκετοί «κοσμικοί» (δηλαδή άνθρωποι που δεν είναι μοναχοί), λένε σύντομες προσευχές, που μπορούν να τις επαναλαμβάνουν όσες φορές θέλουν, ακόμα και την ώρα της δουλειάς τους ή όταν ξεκουράζονται, στις οποίες ζητούν από το Θεό «έλεος» χωρίς να Του λένε από πριν τι να κάνει. Τέτοιες προσευχές είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», «άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών» (για όποιον άγιο έχουμε στο νου μας), «άγιοι πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών» κ.λ.π. Επίσης τέλεια προσευχή, που περιλαμβάνει όλες τις ανάγκες του ανθρώπου, γήινες και ουράνιες, είναι το Πάτερ ημών, που ονομάζεται κυριακή προσευχή (του Κυρίου), ως γνωστόν, γιατί το δίδαξε ο Χριστός στα Ματθ. 6, 9-13, και Λουκ. 11, 1-4.

Οι προσευχές αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να δουλεύουν όλα ρολόι στη ζωή μας, αλλά, όταν ο Θεός βρίσκεται στην καρδιά, όλες οι συμφορές του κόσμου δε μπορούν να μας πτοήσουν. Αυτό μοιάζει με αυθυποβολή ή με τη θεωρία της «θετικής ενέργειας», που παράγεται με «θετικές σκέψεις», αλλά δεν είναι το ίδιο. Προχωρώντας στο στάδιο της κάθαρσης της καρδιάς ή ακόμη μακρύτερα, η παρουσία του Θεού στη ζωή του ανθρώπου γίνεται ενεργός και εμφανής.

Η «εργασία της νοεράς προσευχής» είναι ολόκληρη επιστήμη για τους χριστιανούς, η οποία, σημειωτέον, στρέφεται προς τα έξω, προς το Θεό και τους αγίους, κι όχι προς τα μέσα, όπως ο διαλογισμός, κι έχει στόχο την προσέγγιση ανθρώπου και Θεού κι όχι την πνευματική ή σωματική χαλάρωση ή την «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεών μας» κ.τ.τ. (για το θέμα αυτό βλ. το Περί προσευχής του γέροντα Σωφρόνιου του Essex, αλλά και το ανώνυμο ρωσικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, ελλ. έκδ. Αστήρ).

 

Προσευχή δέκα μέτρα κάτω απ’ το χώμα

 

Τα μέσα της σωτηρίας που παρέχει στην άνθρωπο η Εκκλησία (προσευχή, νηστεία, εξομολόγηση, θεία μετάληψη, εκκλησιασμός κτλ), συγκροτούν αυτά που γενικά θεωρούνται η «θρησκευτική πλευρά» της ζωής του χριστιανού.

Ο Θεός δεν έχει ανάγκη τη λατρεία των ανθρώπων, ούτε και τη ζητά για δική Του ικανοποίηση. Όλα όσα θεωρούνται «θρησκευτικά καθήκοντα του χριστιανού», στην πραγματικότητα δεν είναι «καθήκοντα» προς το Θεό, αλλά δικαιώματα που έχει παραχωρήσει ο Θεός στον άνθρωπο, και μάλιστα δωρεάν, για να Τον πλησιάσει και να ενωθεί με Αυτόν. Μας έχει δωθεί από το Θεό το δικαίωμα να μετέχουμε στο εκκλησιαστικό σώμα, το δικαίωμα να κοινωνήσουμε Σώμα και Αίμα Χριστού, να λάβουμε άφεση αμαρτιών και πνευματική καθοδήγηση για την κάθαρση της καρδιάς μας μέσω της εξομολόγησης και της μαθητείας σ’ έναν έμπειρο πνευματικό, το δικαίωμα ν’ απευθυνθούμε στο Θεό προσευχόμενοι κ.τ.λ. Αν θέλουμε, δεν κάνουμε χρήση αυτού του δικαιώματος και απλώς απορρίπτουμε το Θεό και τη συναναστροφή Του και μένουμε όπως είμαστε.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι: αφού ο Θεός είναι αγάπη, φως και ζωή, γιατί να Τον απορρίψουμε; Τον απορρίπτουμε γιατί συρόμαστε από πάθη, όπως ο εγωισμός και η οκνηρία (απροθυμία για τον ψυχοσωματικό αγώνα που απαιτεί η κάθαρση από τα πάθη). Κι αυτό δικαίωμά μας είναι. Στην παραβολή του ασώτου, ο Πατέρας παρακάλεσε το μεγάλο γιο να μπει στο σπίτι. Εκείνος αρνήθηκε, γιατί δεν επιθυμούσε τη συνύπαρξη με τον άσωτο αδελφό του, τον οποίο περιφρονούσε. Δικαίωμά του ήταν να θέσει τις περί δικαίου ιδέες του πάνω από την αγάπη για τον αδελφό του. Έτσι επέλεξε την αυτοεξορία, παρά τις παρακλήσεις του Πατέρα του – πήρε τη θέση του ασώτου, ο οποίος είχε απομακρυνθεί λόγω της οκνηρίας, μόνο που ο «δίκαιος» αδελφός απομακρύνθηκε λόγω του εγωισμού.

Εξυπακούεται, ότι αν η καρδιά μου είναι σκληρή σαν πέτρα, τα μέσα που μου παρέχει η Εκκλησία για τη σωτηρία μου δε θα επιδράσουν σε μένα ευεργετικά. Επίσης, ότι σε εποχές θρησκευτικού διωγμού, μπορεί μια ολόκληρη επαρχία να μείνει χωρίς παπά, αλλά και ένας απομακρυσμένος ερημίτης σπάνια εκκλησιάζεται και μεταλαβαίνει. Όμως το κάνει, όποτε μπορεί. Και πάντα προσεύχονται. Χωρίς προσευχή, η σύνδεση με το Θεό κόβεται από πλευράς του ανθρώπου· η προσευχή είναι ένα μέσο που προσφέρεται σε κάθε τόπο και χρόνο.

Ρώσος ιερέας, φυλακισμένος σε εποχή σκληρού θρησκευτικού διωγμού από το σοβιετικό καθεστώς, καταθέτει ορισμένες συγκλονιστικές περιγραφές της προσευχής του:

«Δεν θα πάψω να ευγνωμονώ τον Θεό, για τα χρόνια που πέρασα φυλακισμένος σε απόλυτη απομόνωση. Ήμουν για τρία χρόνια σε δέκα μέτρα βάθος, κάτω από την επιφάνεια της γης. Ποτέ δεν άκουσα μία κουβέντα, ποτέ δεν είπα μία κουβέντα. Δεν υπήρχαν βιβλία. Οι εξωτερικές φωνές, όλες σιώπησαν. Οι φύλακες φορούσαν υποδήματα με λαστιχένιες σόλες, δεν ακουγόταν ο ερχομός τους.

Μετά, καθώς ο καιρός περνούσε, σιώπησαν και όλες οι εσωτερικές φωνές. Μας έδιναν φάρμακα» [σ.σ. εννοεί ψυχοφάρματα], «μας έδερναν.

»Λησμόνησα όλη την θεολογία. Λησμόνησα όλη την Αγία Γραφή. Μία ημέρα πρόσεξα πως είχα ξεχάσει και το “Πάτερ ημών”. Δεν μπορούσα να το θυμηθώ. Ήξερα πως άρχιζε με το “Πάτερ ημών”, αλλά δεν γνώριζα πια πώς ήταν η συνέχεια. Κράτησα την αισιοδοξία μου και είπα: “Πάτερ ημών, έχω ξεχάσει την προσευχή, αλλά Συ σίγουρα την γνωρίζεις. Σε παρακαλώ, βάλε αντί για μένα έναν Άγγελο να την λέει κι εγώ θα σιωπώ”!

»Για ένα διάστημα η προσευχή μου ήταν “Ιησού, σε αγαπώ”. Και μετά από λίγο και πάλι “Ιησού, σε αγαπώ”. Αργότερα, μού ήταν δύσκολο να λέω έστω και αυτό, γιατί μας έδιναν μία φέτα ψωμί για μία εβδομάδα. Ήταν οι ξυλοδαρμοί και τα μαρτύρια και η έλλειψη φωτός και άλλα πράγματα. Ήταν πια αδύνατο να συγκεντρώσω το μυαλό μου, ώστε να λέω έστω και το “Ιησού, σε αγαπώ”. Η υψηλότερη μορφή προσευχής που γνωρίζω είναι το ήσυχο κτύπημα της καρδιάς που αγαπά Αυτόν. Ο Ιησούς χρειάζεται απλά να ακούει “τικ-α-τοκ”, “τικ-α-τοκ” και θα γνωρίζει πως κάθε χτύπημα είναι αφιερωμένο προς Αυτόν» (καθηγητού Αντωνίου Μάρκου, «Οι Ρώσοι Νεομάρτυρες», στο http://churchsynaxarion.blogspot.com/2009/05/chernov-1994-1.html).

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement