Γράφει ο Μανώλης Σκαρσούλης
Κατηγορείται σήμερα ο ελληνικός λαός από τους ξένους «εταίρους» μας και τους βάρβαρους πολιτικούς ηγέτες ότι διαμόρφωσε έναν τρόπο ζωής πάνω από τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας.
Η κατηγορία σε βάρος του ελληνικού λαού είναι αστήρικτη και ασύστολη από πλευράς απόδοσης, ευθυνών παραμένει, όμως, το γεγονός ότι η χώρα στα τριάντα οκτώ χρόνια της μεταπολίτευσης έζησε πάνω από τις δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας.
Το εύρος της ιδιωτικής υπερκατανάλωσης, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αγνοηθεί, διότι συνιστά μια από τις βασικές παραμέτρους, που συνέθεσαν το χρονικό του προαναγγελθέντος θανάτους της οικονομίας, πρέπει, όμως να ερμηνευτεί.
Είπαν, πολλοί «σοφοί» άνδρες, ότι ο υπερκαταναλωτισμός του Έλληνα οφείλεται στο αποκληθέν «σύνδρομο της κατοχής» δηλαδή είναι απότοκος των δίσεκτων χρόνων του πολέμου και της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας των λαϊκών στρωμάτων στην εικοσαετία ΄45-΄65 που οδήγησε στην εξωτερική μετανάστευση.
Η «ερμηνεία» αυτή είναι κατ’ επιεική διατύπωση ανόητη,
Η σαθρότητα του επιχειρήματος αποδεικνύεται όταν ληφθεί υπόψη πρώτον, ότι το φαινόμενο του υπερκαταναλωτισμού δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά αφορά σε όλες τις χώρες καπιταλιστικής ανάπτυξης και δεύτερον, ότι ο υπερκαταναλωτισμός χαρακτηρίζει παντού κυρίως τα νεοπαγή μικροαστικά στρώματα, που αναπτύχθηκαν και διευρύνθηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι εάν η κλίμακα του υπερκαταναλωτισμού παραμένει σε κάποια «φυσικά» όρια ύλη καν και γιατί παίρνει παθολογικές διαστάσεις.
Τα φυσικά όρια καθορίζονται από την κάλυψη «δευτερογενών» δηλαδή μη επιβιωτικών αναγκών που αναμφισβήτητα καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα που ασφαλώς συνδέεται με το επίπεδο ευημερίας ατόμων, ομάδων και κοινωνιών.
Όμως ο υπερκαταναλωτισμός, που παίρνει τον χαρακτήρα φρενίτιδας και αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό των μεταπολεμικών «κοινωνιών αφθονίας» είναι απότοκος μιας κατευθυνόμενης εκμαθημένης συμπεριφοράς.
Μιας συμπεριφοράς που εξυπηρετεί την ταχύρρυθμη εμπορική ανακύκλωση, που εξασφαλίζει την ασταμάτητη ροή κέρδους.
Το λεγόμενο «πλαστικό χρήμα» έχει ακριβώς αυτήν την αποστολή, που οδηγεί στην υπερχρέωση όλων εκείνων των ανθρώπων, που το οικονομικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από τις παραδοσιακές τους.
;Ισχυρές δυνάμεις από τον πνευματικό και ακαδημαϊκό αλλά και από τον πολιτικό χώρο σε άλλες χώρες αντιτάχτηκαν σ’ αυτήν την λογική του καταναλωτικού διαφθορείου και γι’ αυτό τα φαινόμενα αυτά υπήρξαν πρόσκαιρα μόνο κυρίαρχα, δεν επεκράτησαν για σχεδόν μια τεσσαρακονταετία.
Από την άποψη αυτή το πλήγμα και ο διασυρμός, που δέχεται σήμερα η χώρα θα λειτουργήσει ως αφύπνιση.
Η μακαριότητα μιας ψευδεπίγραφης ευμάρειας και ευδαιμονίας ανατρέπεται και μαζί της ανατρέπονται και τα είδωλα του καταναλωτισμού και της ασύδοτης ιδιοτέλειας ενώ ο μέσος Έλληνας ξαναμαθαίνει να αποδίδει ευθύνες και να απαιτεί κυρώσεις.
Το ασυγχώρητο όμως πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα είναι ότι όλοι αυτοί κατέστρεψαν τα όνειρα και κατέλυσαν την ελπίδα του λαού στη μεταπολίτευση. Ο λαός π.χ. το 1981 ήταν πρόθυμος για κάθε θυσία για να ξανασταθεί η Ελλάδα
στα πόδια της. Ακολούθησαν τα χρόνια της μεγάλης απογοήτευσης η έναρξη του μεγάλου φαγοποτιού και της κλεπτοκρατίας.