«Ήτανε κατοικήσιμο όλο το φαράγγι. Και οι πρόσφυγες που ήρθανε, ανέλαβαν τα περβόλια, κάνανε καλύβες και μένανε εκεί. Επίσης, όλο το φαράγγι στη γερμανοκατοχή ήτανε γεμάτο κόσμο, όλα τα σπηλιάρια», ανέφερε στο «Ρ» ο κ. Παναγιώτης Μιχαλιός του Ζαφείρη, μιλώντας μας για το Φαράγγι των Μύλων, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, κατά τη γερμανική κατοχή. Σε έναν τόπο απείρου κάλλους, στον οποίο η φύση κάνει τα δικά της -όποιος κάνει μια βόλτα μέσα στο φαράγγι θα το διαπιστώσει-, έζησαν πρόσφυγες και κόσμος από τα γύρω χωριά, με τους μύλους να πρωταγωνιστούν ως δραστηριότητα και ως κτίρια στην περιοχή στο παρελθόν, «παρέα» με τα πολλά σπηλιάρια και το ρυάκι. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο φαράγγι υπήρχαν 62 μύλοι. Πέρα από τη διήγηση του κ. Παναγιώτη, βρεθήκαμε στο Φαράγγι και συναντήσαμε τον κ. Γιώργο Κουφάκη που διατηρεί ταβέρνα εκεί και τον Αντρέα, ένα Νεοζηλανδό, που κατοικεί λίγο πάνω από την ταβέρνα, μέσα στη σπηλιά! Κάλλιστα, θα μπορούσαν οι δύο άντρες να χαρακτηριστούν «προστάτες» του Φαραγγιού των Μύλων…
Γράφει ο Νίκος Πολιουδάκης
Οι «προστάτες» του Φαραγγιού
Ξεκινάμε από τους ανθρώπους με τους οποίους κλείσαμε τον πρόλογό μας. Ο κ. Κουφάκης έχει την ταβέρνα «BANANA» -χαρακτηριστικές είναι οι μπανανιές τριγύρω- στην αρχή του Φαραγγιού, ενώ εδώ και 30 χρόνια ο, προερχόμενος από άλλη χώρα, Αντρέας, ζει εκεί, έχοντας φτιάξει ένα σπιτάκι μέσα τη σπηλιά, που βρίσκεται λίγα μέτρα παραπάνω από την ταβέρνα. Το φαράγγι είναι ο τόπος τους, τον οποίο αγαπούν και φροντίζουν στο μέτρο του δυνατού -χαρακτηριστικό είναι ότι βάζουν οι ίδιοι σακούλες ή ιδιόμορφα καλάθια για ρίψη σκουπιδιών σε διάφορα σημεία. Θα μπορούσαμε, μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε τον Αντρέα «Καθαριστή του Φαραγγιού», καθώς σε καθημερινή βάση φροντίζει για την καθαριότητά του, και δη τώρα τους καλοκαιρινούς μήνες, που τουρίστες επισκέπτονται την περιοχή για να απολαύσουν το φυσικό τοπίο. Πέρα δηλαδή από την προστασία του περιβάλλοντος, φροντίζουν και για μια θετική εικόνα του Φαραγγιού στους ξένους επισκέπτες. Κάνουμε λάθος ή αυτό δεν είναι δική τους δουλειά;
Η περιήγηση στους μύλους δια στόματος Παναγιώτη Μιχαλιού
Οι παλαιοί γνωρίζουν πρόσωπα και σημεία, ενώ πολλοί από εμάς τα ακούμε για πρώτη φορά. Για όσους τα γνωρίζουν από πρώτο χέρι, για όσους τα γνωρίζουν λίγο, αλλά και για όσους δε γνωρίζουν απολύτως τίποτα, αξίζει η περιήγηση από τον κ. Παναγιώτη, ο οποίος σίγουρα ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Ο κ. Παναγιώτης, λοιπόν, λεπτομερώς θα λέγαμε, ανέφερε στο «Ρ» τα εξής:
«Οι αλευρόμυλοι ξεκινούν από τον Άγιο Μάρκο απέναντι, δεν ξέρω αν σώζονται κολώνες ακόμα. Όλος ο περίαυλος εκεί γύρω ήτανε κελιά και απέναντι ακριβώς ήταν ο πρώτος μύλος του Γαζή του Στρατή, τον οποίο πήρε ο Γαβαλάς ο Γιώργης. Πέθανε κι αυτός.
Από εκεί προχωράμε, περνούμε του αδερφού μου το περβόλι, φτάνουμε στου Κουφάκη. Εκεί που είναι ο Κουφάκης τώρα ήταν ο καλύτερος μύλος. Τούρκου ήταν ο μύλος, τον πήρε ο πρόσφυγας ο Μακρόγλου, ο οποίος τον πούλησε στον Κουφάκη το Λευτέρη το χωροφύλακα, ο οποίος πέθανε και τα χάρισε του Σταύρου.
Πάμε παραπάνω. Ακριβώς εκεί που είναι το σπίτι στη σπηλιά, όπου κάθεται ο Νεοζηλανδός, απέναντι ακριβώς ήταν ένας άλλος μύλος. Εκεί ήρθε ένας πρόσφυγας, ο Θεόφιλος.
Παραπάνω, στα 100 μέτρα αριστερά, ήτανε μύλος, κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά. Εκεί σώζονται καταλύματα ακόμα, εγώ τα πρόλαβα. Πάμε τώρα στη σπηλιά τη μεγάλη αριστερά, δεξιά της είναι ένα κατάλυμα. Ήτανε του Πατρόρα ο μύλος εκεί -πρόσφυγας και αυτός- που τον είχε νοικιάσει στον Αδαμάκη το Μαθιουδάκη, στον παππού του Αιμίλιου του Μαθιουδάκη. Σώζεται το κτίριο αυτό απέξω, το μισό είναι στον ποταμό.
Πιο πάνω δεξιά ήτανε του Πατρόρα η σπηλιά, ο ‘‘σπήλιος’’, που τώρα τον έχει ο Σκαντάλης ο Κωστής. Ακριβώς εκεί που ‘‘δένουνε’’ το νερό, είχε ο πεθερός μου αλευρόμυλο. Αριστερά ήταν μια σπηλιά που την είχανε κάνει σπίτι οι Τούρκοι και κάθονταν. Σαν πρόσφυγας, τα ‘‘βρήκανε’’ και τους τα πουλήσανε. Τα είχανε Τούρκοι τα περισσότερα. Εκεί λοιπόν που δένουνε τα νερά, πρέπει να έχεις παρατηρητικότητα, είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου αριστερά. Εγώ πρόλαβα εκεί τη σπηλιά, που την είχαν κάνει διώροφη, είχαν κάνει και οντά. Εγώ τη χάλασα με έναν Αναστάση Μαθιουδάκη, 13-14 χρονών τότε, και πήραμε τα ξύλα. Απέναντι ακριβώς ήταν του Γιάντσου και του Μυζήθρα το περιβόλι το περιβόητο και του Χατζή Σινάνη ο μύλος που τον είχε ο πεθερός μου.
Πάμε πιο πάνω λίγο, στου Μαθιουδάκη, του Κοκόρη, του Νικολή που λέγανε, όπου ήταν ο άλλος ο αλευρόμυλος. Άμα περάσεις για να πας στην Αγία Παρασκευή το γεφυράκι, από όπου περνούσε το νερό για να πάει στο μύλο αυτό, σώζεται ακόμα. Από εκεί πάμε στην Αγία Παρασκευή και το κατωχώρι. Εκεί ήτανε του νονού μου ο μύλος, του Γαβαλά του Νίκου, που είχε γιους το Μήτσο, το Μανώλη, το Γιώργη, και δίπλα, ακριβώς από πάνω ήταν του Γαβαλά του Στέλιου του Αντώνη. Του νονού μου το σπίτι είναι το πρώτο μες στον ποταμό, στην Αγία Παρασκευή ακριβώς από κάτω κι είχε συγκεκριμένα βάλει ελενίτ η νονά μου η Ουρανία. Σώζεται ακόμα αυτό. Αριστερά ήτανε του Σαραντινού, του οποίου ο πατέρας ήτανε Ταγματάρχης, ήμασταν μαζί στο Γράμμο. Εκεί ακριβώς από πάνω στου Γαβαλά του Στέλιου του Αντώνη, ήταν ακριβώς σύνορο του Μαθιουδάκη του Αδαμάκη -υπάρχει το κατάλυμα μόνο-, του Κακαναστάση, που λέγανε, ο πατέρας. Εκεί ήταν άλλος μύλος κι είναι μόνο σωρός τα σπίτια. Δεξιά ήτανε του Γρίβα το σπίτι, που είχε πάρει προίκα όταν παντρεύτηκε. Προχωράμε λοιπόν στα 250 μέτρα, όπου αρχίζουν οι πάνω Μύλοι. Είναι ο μύλος του Γιαννούη, ο μύλος του Δρυγιαννού, κα. Περίπου 40 μύλοι υπήρχαν. Ήρθανε οι πρόσφυγες και κατοίκησαν εκεί.
Ιστορίες για το φαράγγι…
Από τέτοια τοπία γεμάτα σπηλιές και ομορφιές, άγριες, αλλά και πιο «γλυκές», όπου έζησε κόσμος σε άλλες εποχές, δε λείπουν φυσικά οι ιστορίες που ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική. Δείτε τι μας είπε σχετικά ο κ. Παναγιώτης και θα καταλάβετε: «Ξέχασα να πως μια ιστορία για το σπηλιάρι το πρώτο, απέναντι, όπου ήταν ο Θεόφιλος. Ο Θεόφιλος όταν ήρθε, είχε μια ωραία γυναίκα, που του την πήρε ο αδερφός του και από το μεράκι του κλείστηκε εκεί κάτω, όπου και πέθανε. Πήγα εγώ και τον βρήκα, με του Χατζηορφανού το γιο αυτόν που έχει το καφενείο στο Ξηρό Χωριό στην πλατεία. Συγγενή δεν είχε κανένα. Έπεσε από τη σκάλα και σκοτώθηκε, είχε μπλέξει όλη τη νύχτα με τα φαντάσματα».
Πέρα από αυτήν την ιστορία ο κ. Παναγιώτης μας μίλησε για δυο προσωπικές του εμπειρίες που είχαν να κάνουν με «φανταξά»: «Με είχε ο πατέρας μου στη φοράδα, καβάλα πίσω. Ήταν κι ο Σταθάκος, οι τρείς μας. Εκεί είδα αφρό στον ποταμό μέσα, που πλένανε νεράιδες. Αφρό, σαπουνάδα, πλένανε ρούχα. Πραγματικά το φανταξό το είδα εκεί, και στου Περδίκη το μετόχι. Ήμασταν με ένα άλλον, με το Δημητρό τον κακομοίρη, μέρα μεσημέρι. Γυρίζουμε αργά, σκύβουμε νερό να πιούμε. Έλαμψε ο κόσμος! Βαστούσε ένας κάτι χρυσαφένιο σαν σκοινί και μας το πετούσε και μόλις κάναμε να το πιάσουμε το τράβαγε πάλι πίσω. Δημοτικό πήγαινα τότε. Μόλις συνειδητοποιήσαμε τι συμβαίνει, εξαφανιστήκαμε!».
Το φαράγγι στη Γερμανοκατοχή…
Ήδη έχουμε αναφερθεί στο πόση ζωή είχε το φαράγγι την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Αναλυτικότερα, ο κ. Παναγιώτης, ανέφερε για αυτό: «Στη γερμανοκατοχή, στο σπιτάκι το πρώτο, απέναντι από εκεί που μένει ο Νεοζηλανδός, υπάρχει μια σπηλιά, την οποία κατέχει ο Ραφτάκης ο Γιώργης, όπου μπορεί να ήταν μέσα 200 άτομα. Πιο πάνω, στο σπήλαιο αριστερά επίσης ήτανε πάρα πολλοί μέσα. Εκεί πήγε ένας στρατιώτης και έβγαλε τα ρούχα που είχανε οι γυναίκες και κρύφτηκε μέσα γιατί φοβότανε. Πιο πάνω είναι η σπηλιά, που σας είπα ότι χάλασα εγώ, μετά γεννήθηκε ο Μάρκος ο Γιάντσος και ένας ξάδερφος της γυναίκας μου όταν πέφτανε οι Γερμανοί. Είχαν αλλάξει τα φώτα στο μέρος με τα πολυβόλα οι Γερμανοί. Βόμβες δεν έριχναν, παρά μόνο σαράντα πρόβατα που μαζευτήκανε μια φορά από φόβο κοντά στο σπηλιάρι που μένει ο ξένος, από τον ήχο από τα πολυβόλα των αεροπλάνων, έγιναν χίλια κομμάτια από βόμβα αεροπλάνου. Δεν έμεινε ούτε ένα πρόβατο! Χίλια χρόνια να περάσουνε δεν το ξεχνώ.
Εκεί στου Ραφτάκη λοιπόν θυμάμαι ήτανε ένας φαντάρος που έκατσε για να ξυριστεί. Άκουσε τα αεροπλάνα και περνούσανε, αφήνει και τα ξυράφια του κι ό, τι είχε μαζί του και φεύγει. Εγώ πήγα με το Φανούριο το Χαρκιά, εκεί που είχανε ένα λόχο στο Αλμπάν Μετόχι, εκεί στη γέφυρα, κι είδαμε δύο καζάνια πατάτες με μάραθο που ψήνανε οι φαντάροι και τα αφήσανε και φύγανε! Τουφέκια κρεμασμένα, όλα τα αφήσανε. Φοβηθήκανε τους Γερμανούς!
Να σας πω και ένα άλλο. Είχε φορτώσει ο Γιάννης ο Καραπλάνγκας ψωμιά το κάρο με το στρατιωτικό μουλάρι και τα έβγαζε έξω να τα μοιράσει στην κουραμάνα. Έπεσε η ρόδα του κάρου κάπου, έσπασε, αδειάσανε τα ψωμιά κάτω, πέσανε άνθρωποι και γεμίσανε κουβέρτες κάτω στο φαράγγι με ψωμιά. Πεινούσε ο κόσμος.
Θυμάμαι επίσης που έπεσε ένα αλεξίπτωτο, το οποίο δεν άνοιξε και είχε μέσα πιστόλια, ένα κασόνι πιστόλια λούγκερ. Έπεσε εκεί που έχει ο Μουντάκης την ταβέρνα κοντά. Σκάει το κιβώτιο κάτω και στραπαρίζονται τα πιστόλια. Δυο – τρία πούλησα μόνο στην Πατσό».
Για τις περιπτώσεις στρατιωτών που λάκισαν και κρύφτηκαν αντί να υπερασπιστούν τον τόπο τους, όπως μας είπε γεμάτος αποστροφή ο κ. Παναγιώτης, θέλησε να μας επισημάνει το εξής: «Για παλικαριές μην πιστεύεις. Ο πιο δειλός άνθρωπος γίνεται παλικάρι, ανάλογα σε τι κατάσταση θα βρεθεί. Την παλικαριά δε θα την κάνεις σε έναν αιχμάλωτο, ο αιχμάλωτος είναι ιερό πράγμα. Ούτε σε ένα γέρο».
Οι εκκλησίες του φαραγγιού
Ήδη αναφερθήκαμε στον Άγιο Μάρκο, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την αφετηρία για την κάθοδο στο φαράγγι, όπως και στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που «κρύβεται» μέσα σε αυτό. Για τα υπόλοιπα εκκλησάκια που υπάρχουν στην περιοχή ο κ. Ζαφείρης ανέφερε: «Σε ένα βράχο μέσα στον ποταμό, ένα θηρίο, στην Αγία Παρασκευή, εκεί από κάτω είναι άλλη εκκλησία. Έφυγε ο βράχος και πήρε μαζί του και την εκκλησία και τον παπά μαζί και τον κόσμο που είχε μέσα. Από εκεί πάμε στις Πέντε Παρθένες. Είναι ο Άγιος Γιάννης στο φαράγγι μέσα στα χαράκια. Μόλις κατέβεις από πάνω, στα 50 μέτρα δεξιά θα μπεις μέσα και θα βρεις την εκκλησία μέσα στο βράχο. Ο Άγιος Αντώνης είναι πιο πάνω. Τότε οι άνθρωποι πίστευαν και πήγαιναν, τώρα ούτε πιστεύουν ούτε πηγαίνουν».
Αντί επιλόγου…
Ένας μαγευτικός τόπος, αρκετά κοντά στην πόλη του Ρεθύμνου, υπάρχει και περιμένει να τον απολαύσουμε, να τον σεβαστούμε και να του δώσουμε τη σημασία που του αξίζει, αναλογιζόμενοι την ιστορία του, την ηρεμία του, αλλά και τις φυσικές του ομορφιές. Χαρακτηριστική είναι αυτή που μας έμεινε και με αυτή κλείνουμε; Το τεράστιο φύλλο (βλ. φωτό), το οποίο γεμίζεις νερό και μόλις το αδειάζεις, μένει απόλυτα στεγνό. Ούτε μια σταγόνα δεν κρατά, σα να μη βράχηκε ποτέ…