Γράφει η Ευγενία Σπαντιδάκη-Ζαμπετάκη
Συν/χου δασκάλα
-Ε! θεια Γιωργάκενα, είντα κάνεις;
– Δεσποινιά παιδί μου με τσι λάσπες καταγίνομαι, δόξα τω θεώ ανοίξανε οι γι- ουρανοί, με τα σταμιά έριχνενε το νερό ολημερνής τση μέρας, Ήπιενε η γης και κακάρισενε. Αναντρανίσανε(1) οι σπόροι, εδά θα φυτρώξουνε τα χορταράκια, θα πρασινίσει η γης, θα ομορφίσει ο κόσμος, θα ξεπλυθούνε τα φύλλα τω δεντρώ, θα φουσκώσουν οι ελές, θα γινωθούνε τα ρόγδια, τα πορτακάλια, τα λεμόνια, τα κυδώνια, χαρά θεού!…
Όι λέω και είχενε ξεραθεί ο κόσμος. Κατέεις το πώς είμαστονε τσ’ αρχές του Νοέμπρη και δεν έριξενε σταλέ νερό. Τα σημερινά πρωτοβρέξια είναι χρυσάφι για το γ-κόσμο ούλο.
-Είντα λες εδά, να πάμενε θέλει ομπανέ(2) τσι χοχλιούς;
– Ντα δε γατέω αν εβγήκανε από ντ-εδά, αλλά καιρός τωνε είναι, και δε με γνοιάζει(3) να ’ρθω, μόνο έχω κι ένα διαολοκάλαθο και ανέ βρω και κιανένα θα τονε χάσω στο δρόμο.
– Μεραμέτισέ το θεια και άντε να χαρείς να πάμενε γιατί η μάνα μου η κακομοίρα επαρακαιρεύτηκενε(4) και δε μπορώ ζάβαλε να τη βολοσέρνω(5)…
– Δεσποινιά ορδινιάσου(6) πες το και τση θειά σου τσ’ Ανεζήνας, α που τσ’ αρέσουνε οι χοχλιοί και θα ’ρθει τρεχαπετάμενη…
Σαν άκουσε το κάλεσμα η Ανεζήνα αρχίνηξενε να νουργάται(7)
-Περιμένετέ με και μένα, να ’ρθω θέλει, μαγερεύω τω γ- κοπελιώ, μα ’ναι τα ξύλα χλωρά, του διαόλου το πράμα και δε μ’ ανάφτει η μ-παντέρμη φωθιά. Μα το ντω λέω ’γω η κακομοίρα, μα κείνοι δε μου γροικούνε(8) κι ετσιδά τυρανιούμαι γιατί βαριούνται να μου φέρουνε ξύλα τση προκοπής. Ας είναι δα μόλις αποσιάξω τα μικιά(9) θα σου φωνιάξω, μόνο πες το και τση ξαδέρφης σου τσ’ Αγγελικής μήμπανα(10) θέλει και η αφεδιά (11) τζη να ’ρθει και θα μας σε λέει ύστερα πως δε τζη το ’παμενε.
– Είπα τση το και θα ’ρθει λέει κι αυτή, μόνο πάω να σιάξω το καλάθι και το λύχνο μου.
Εσκέπασενε το καλάθι η Δεσποινιά μ’ ένα μπανί και το τσιμπρόδεσενε(12) μ’ ένα σπαούλι(13). Έκαμενε με μπαμπάκι ένα φιτίλι, εγέμισενε ένα μικρό μπουκάλι λάδι, ετοίμασενε το λύχνο, επήρενε σπίρτα, αναμάζωξενε ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και νάσου έτοιμη η κοπελιά.
– Ε! μάνα θαρρώ πως θα ’ναι χοχλιοί γιατί ’χει δροσούλα, γιάε ίσια κάτω καταχνιά! Οι πλαγιές των λόφων αντιφεγγίζουν από τα τρεμουλιαστά φώτα των λυχναριών. Νυχτοσαλεύουνε οι κοπελιές, τα κοπέλια, οι γι-άντρες, οι γυναίκες. Πανηγύρι ολόκληρο γίνεται σε κάθε χωριό.
Ξεκινήσανε κι οι χοχλιδομαζώχτρες, ομπρός-ομπρός η Ανεζήνα που κάτεχενε τσι «τοπές»(14) και ξωπίσω η Γιωργάκενα, η Δεσποινιά κι γι- Ερήνη.
-Άντεστε γερά γερά γιατί θα μπούνε οι γι- άλλοι από μπρος μας να τσι μαζώξουνε και δε θα κάμομενε πράμα, εγούσγιε ντονε και γλάκανε η Δεσποινιά. Εμείς απόψε ούλη τη μαδάρα θα γυρέψομενε…
– Μη τροζαρίζεις(15) μωρή παιδί μου, πήγαινε και μουρμού, να μη βγάνεις άχνα, να μας σε ξεγιβεντίζεις(16) επαέ στα χωράφια
– Από παέ θα ’πογύρομενε γιατί χουνε φραμένα από τα σώχωρα και θα γκαρίζουνε ανέ ντω νε χαλάσομενε τσι πόρους. (17)
-Μωρέ, καλή αρχή, έντονε ένας χοχλιός. «Στ’ όνομά Σου θέ μου και να γεμίσω το καλάθι μου» είπενε την ευχή η γι- Ερήνη.
– Είντα ’γω η κακομοίρα δε φέγγω καλά, είναι ανάποδος κι ο λύχνος και δε γατέω(18) α νε γ- κάμω πράμα, αλλά να τονε μωρέ ήβρικα ένα και γώ έλεγενε η Γιωργάκενα.
-Επαέ κοντά-κοντά θα πχαίνομε να μη χαθούμενε τσ’ αβίζερνενε(19) η Ανεζήνα.
– Γιάε-γιάε παρακάτω μπόλικοι χοχλιδολόοι, ατζέμπις(20) ποιες είναι;
-Σώπα Δεσποινιά, μήμπανα(21) ’ναι άντρες και ξευτελιστούμενε!
– Ω! θεια Γιωργάκενα επαέ είναι φραμένα, από πού θα περάσω; Θα χαλάσω το βάτο, ας φράξουνε το πρωί. Όφου και τσιτώθηκα στα χέρια, εσκουντούφλησενε κι ο λύχνος μου στα κλαδιά και χύθηκενε ούλο το λάδι, εγώι μου και λάδωσα και το φουστάνι μου η κακομοίρα.
– Δεσποινιά δε μ- προσέχεις, βάλε λάδι στο λύχνο, άναψέ τονε και μουρμού(22). Από παέ απάνω θα πχαίνομε α- πούνε στρωτάδα, εξήγησενε η Ανεζήνα.
– Όφου – όφου βοήθεια… εφώναζενε η θεια Γιωργάκενα, εγλίστρη και τσούρισα άνομά μου τση κακομοίρας.
– Είντα πάθες κακομάζαλη; Ετρέξανε όλες και τη βοηθούσανε, έπεσενε κι ασφεντουρίχτηκενε(23) αλλού ο λύχνος κι αλλού το καλάθι
Οι γυναίκες της συντροφιάς εμαζέψανε το λύχνο, εβάλανε λάδι και φυτίλι, ευτυχώς δεν εχτύπησενε.
– Οθέ μπαέ απάνω θα γκάψομενε, μα είναι κάμποσοι κι όσπου να ξεκορφίσομε θα γεμίσομε τα καλάθια μας είπενε η Ανεζήνα. Εμαζώνανε από τσι γύρους, από τσι θάμνους, από τσι μαυραγκάθες, εγεμίσανε σχεδόν τα καλάθια.
-Εγώ κοπελιές μου εκουράστηκα να σκύφτω, όπού ’χω φήλιαση(24) πονώ, εμπίτισα(25) και θα φύγω, είπενε η Γιωργάκενα.
– Ούλες θα φύγομενε μα βρήκαμενε αρκετούς και θα κάνομε πέντε-έξι μαγεριές. Θα τους μαγερέψομενε με το χόντρο, με τα κολοκύθια, με τη ντομάτα, μπουμπουριστούς είναι οι χοχλιοί το «ξαρέσκι»(26) των φαγητών, το ψάρι της ξηράς.
Λέξεις
- αναντρανίσανε=ανασηκωθήκανε
- ομπανέ=πιο ύστερα
- δε με γνοιάζει=δε μ’ ενδιαφέρει
- επαρακαιρεύτηκε=αχρηστεύτηκε
- βολοσέρνω=τραβώ χάμω
- ορδινιάσου=οργανώσου
- νουργάται=κλαψουρίζει
- γροικώ=ακούω
- μικιά=μικρά
- μημπανα=μήπως
- αφεδιά σου= ο εαυτός σου
- τζιμπροδένω=δένω τις δύο άκρες
- σπαούλι=σπάγγος
- τοπές=κατατόπια
- τροζαρίζω=κάνω τρέλες
- ξεγιβεντίζω=κατεξευτελίζω
- πόροι=πέρασμα,διάβαση
- γατέω=ξέρω
- αβιζέρνω=ιταλ. ειδοποιώ, εφιστώ την προσοχή κάποιου
- ατζέμπις=άραγε, τάχα
- μημπανα=μήπως
- μουρμού=τσιμουδιά
- ασφεντούρηξε=επέταξε μακριά
- φήλιαση=κλέιδωση
- μπιτίζω,τουρ.=τελειώνω
- ξαρέσκι= εξαιρετικό