Γράφει ο Εμμανουήλ Κ. Ακουμιανάκης
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΤΗΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr
Χωρίς θέμα σήμερα. «Sine prole» που θα έλεγαν οι Λατίνοι. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σχέδιο και χωρίς προοπτική. Με μια άλλη οπτική. Με μια αγωνία για το αύριο που εδράζεται στην ενοχή του χθες. Με τη λογική του παζαριού «τόσα δίνω, πόσα θες». Στη χώρα που κάποιοι νομίζουν ότι όσοι δεν ακούγονται, δεν υπάρχουν κιόλας. Στον τόπο που τους διάφανους δεν τους θυμάται κανείς. Στην Ελλάδα που ο προχτεσινός σεισμός δεν μας προβλημάτισε καν και εμείς εξακολουθούμε να σφυρίζουμε αδιάφορα τυρβάζοντας περί άλλων. Στην Κρήτη που θα γίνουν για άλλη μια φορά επισκευές στο Βόρειο Οδικό Άξονα. Στο Ρέθυμνο, που στη θέση του καραβιού θα έρθουν τα υδροπλάνα. Στην πόλη που χτίσαμε πολλούς τοίχους κι ελάχιστες γέφυρες. Και σε κείνες τις ελάχιστες που υπάρχουν, η απελπισία οδηγεί ανθρώπους να πέφτουν συνειδητά στο κενό. Στην ενδοχώρα που το ζητούμενο δεν είναι ποιοι θα επιτρέψουν σε ποιους να κάνουν κάτι, αλλά ποιοι θα τους εμποδίσουν από το να το πράξουν. Και σε ένα μέρος που αγαπάμε πάντα, όσο κι αν μας πληγώνει. Στο Ρέθυμνο τελικά, που το κενό εξακολουθεί να υπάρχει όσο εμείς δεν πέφτουμε μέσα του για να το γεμίσουμε.
Γρίφοι και υπονοούμενα πάλι, θα σκεφτείτε φίλες και φίλοι. Θα γίνω πιο σαφής στη συνέχεια. Στο πέμπτο κεφάλαιο του υπέροχου ποιητικού έργου του Γιάννη Ρίτσου «Το σώμα και το αίμα», αναφέρονται τα εξής: «Φόβος, εξέγερση, πίκρα, ποιος πρώτος, ποιος δεύτερος, ποιος τρίτος. Ξαγρυπνισμένα μάτια δίχως περίγραμμα, χαμένα μέσα στην έκτασή τους, το βλέμμα βυθισμένο στο εδώ, στο πέρα, στο πουθενά, στο πάντα, χείλη καμένα από την ένταση των συνθημάτων, η βραχνάδα και το άγνωστο της επερχόμενης νύχτας (….) διασταυρούμενες λάμψεις, ειδήσεις σημαίες, δόντια κάτω από το χώμα δαγκώνοντας τις ρίζες (…) η μεγάλη αφίσα με τις γροθιές των προλεταρίων».
Η γροθιά του προλετάριου σήμερα εξακολουθεί να είναι σφιγμένη αλλά το χέρι μένει χαμηλά στο ισχίο. Μια πνιγμένη εξέγερση που δεν έγινε ποτέ. Φροντίζουν πάντα να τον ενοχοποιήσουν για να μην μπορεί να εκφέρει αντίρρηση. Κρατάει την οργή του μέσα σου και σκάει. Δεν μιλάει γιατί τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα. Δεινόν γαρ έστι μάχεσθαι θεώ και τύχη. Η ζωή δύσκολη κι ο πήχης ψηλά. Σφιγμένο βλέμμα και πρόσωπο, τα δόντια να τρίζουν. Κι εκείνοι εκεί ψηλά στο θρόνο τους για ασήμαντα να ερίζουν.
Η καθαρή συνείδηση είναι πλέον σπάνιο πράγμα, γιατί αίφνης μάθαμε ότι όλοι φταίμε. Η συλλογική ενοχή απλώνεται σαν κολλώδης ουσία στο πάτωμα, στη σκάλα, στο πεζοδρόμιο, στο δρόμο, παντού. Πίκρα. Περπατάς και κολλάς, δεν σε αφήνει να τρέξεις. Κουράζεσαι να τραβάς το πέλμα σου, αφήνεις στο δρόμο τις σόλες σου, τις κάλτσες σου, το δέρμα σου. Φόβος. Ανυπόδητος και αχίτων διατελείς πλέον. Όρθριος ήκεις εν τη θύρα εμού. Κι εγώ σε άσμενος εόρακα. Σε καλωσόρισα, σε φρόντισα. Κι εσύ με μαχαίρωσες πισώπλατα. Και τώρα κάνεις «διασπορά ψευδών ειδήσεων». Και χαίρεσαι που κάποιοι σε πιστεύουν. Να σε χαίρονται οι φίλοι σου κι οι συγγενείς σου. Καλή σταδιοδρομία στη νέα σου μεταμφίεση θα σου ευχηθώ κι εγώ από καρδιάς. Έπιασες υπέδαφος, πιο κάτω δεν έχει. Τη αχαριστία έπεται η αναισχυντία. «Felicitation». Έτσι σήμερα, χωρίς θέμα.