Ο Αντώνης Κουκλινός, από μικρός ξεχώρισε και φάνηκε πως έχει ταλέντο
και μερακλήκι..
Η μπουκόλυρα ήταν μια αρχή, στην μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία, γιατί
το λαγούτο στη συνέχεια του απόδειξε, ότι η ιστορία γράφεται, με αξίες, ήθος,
πάθος, αγάπη για την παράδοση και ο Αντώνης είχε όλα αυτά και ακόμα περισσότερα..
Αγάπησε το λαούτο και τον αγάπησε και εκείνο.
Συμπορευτές, έγραψαν την δκή τους ιστορία και συνεργάστηκαν με τους
μεγαλύτερους καλλιτέχνες της Κρήτης.
Όμως το καλλιτεχνικό του ταλέντο δε σταματάει, εκεί.
Η φωτογραφία και η μαντινάδα είναι και αυτά μεγάλα πάθη στη ζωή του.
Ο αγαπημένος φίλος και συνεργάτης μου, στη στήλη ”Με μαντινάδες κι όνειρα”,
έχει κάτι πολύ σημαντικό να μας ”πει”, μέσα από το βιβλίο του, ”Οσα έχω πει”…
Μέσα στο βιβλίο αυτό, ανακαλύπτεις έναν ευαίσθητο συγραφέα, ποιητή,
μαντιναδολόγο, Αντώνη, έναν γλυκό και τρυφερό άνθρωπο…
Η κατάθεση των συναισθημάτων του, που ξεδιπλώνεται μέσα σε αυτές τις σελίδες,
μας δείχνουν τον φωτεινό
δρόμο της ψυχής του, που με την βοήθεια της καλής του φίλης και συνεργάτιδας,
Ματίνας Κάραλη, τον έκανε ιστορία και τον χάρισε στο χρόνο και σε εμάς…
Και λέει ο Αντώνης:
Έρωτα, συμπεριφορά δε νε ‘χεις, μήδε τρόπους,
γιατί μονιάζεις άσχετους, με τσι σωστούς αθρώπους.
Ανε με ιδείς στον ύπνο σου, θλιμμένο μη τρομάξεις,
είπες πως θα ‘ρθεις κι άργησες και κοπελιού μη τάξεις.
Οντε θα ιδώ ξερό κλαδί, με πχιάνει στεναχώργια,
τον εαυτό μου σκέφτομαι, και τη ζωή μας χώργια.
Οντε ξανάρθεις μοίρα μου, να πάρεις τσι χαρές μου,
μη περιμένεις πως θα βρείς, τις άφησα στο χτες μου.
Κλεμμένη σκέψη θα σε πω κι αιτία να προσέχω,
ο νους μου ν’ αντιστέκεται, σε κάτι που δε ν’ έχω.
Οντό θα φύγω να σκεφτείς, όχι τι έχεις χάσει,
μ’ αυτό που δε θα ξαναβρείς, ο κόσμος να χαλάσει.
Μια (μ)πόρτα ανοίγει να με βρείς, όποτε το θελήσεις,
που τη νε λένε αθρωπιά κι ανέ ‘χεις θα χτυπήσεις.
Ζωγράφισα τα όνειρα, με χρώμα γκρι και μαύρο,
και τα ‘δωκα τση μοίρας μου, να βάλει αυτή το κάδρο.
Πάρε τση σκέψης το χαλί, και στρώσε να πλαγιάσεις,
με πούπουλα του λογισμού, το σώμα να σκεπάσεις.
Ο χρόνος πάει κι έρχεται, τσι στράτες τω βασάνω
και δε γατέχω πώς και πού τσι πόνους σου θα βάνω.
Στα λάθη δε φοβήθηκα, γιατί ‘χω νου να πράξω,
μα με φοβίζει πιο πολύ, που δε μπορώ ν’ αλλάξω.
Ούλες τσι γλώσσες του ντουνιά, τα μάθια θα διαβάσουν,
κι ας μη ν’ επήγανε σχολειό, μια μέρα να σπουδάσουν.
Ζηλεύγω σου κι ας τη μισώ, τη σταθερότητα σου,
γιατί ‘σαι πάντα συνεπής, Πόνε με τα παιδιά σου.
Μόνο κοντά σου ένοιωσα, φιλότιμο ιντά ‘ναι
και το πώς είναι ν’ αγαπάς, τον άλλο όπως και να ‘ναι.
Σκέψου τραπέζι έστρωσα, για δυο και είμαι μόνος,
λείπεις κι απ’ το ποτήρι σου, πίνουμε εγώ κι ο πόνος.
Εσύ σαι που καμάρωνες, το δάκρυ μου να τρέξει,
κι΄έκανες πως το σκούπιζες, άλλος να σε προσέξει.
Όταν θα φύγω να σκεφτείς, όχι τι έχεις χάσει,
μα αυτό που δεν θα ξαναβρείς, ο κόσμος να χαλάσει.
Με μιά σταλιά νερό περνώ, με μιά ν’ανάσα τρέχω
όμως χωρίς τα χείλη σου, τα χείλη μου δε βρέχω.
Καλή επιτυχία Αντώνη…
Κατερίνα Βοτζάκη