Η κρίση μπορεί να δημιουργήσει δούλους ή να απελευθερώσει δούλους. Οι οικονομικές κρίσεις μας παγώνουν.
Για να μην υποστούμε τις ολέθριες συνέπειες αυτού του ψύχους αντιδρούμε, είτε ατομικά είτε συλλογικά, με θερμά ξεσπάσματα. Τα αιτήματά μας, είτε νοερά είτε με δημόσιες διατρανώσεις, βγάζουν οργή, αλλά και επιμονή. Ζητούμε την απελευθέρωσή μας από τα δεσμά που δημιουργεί η κρίση, από τα εμπόδια που μας στερούν την ελευθερία υλοποίησης των σχεδίων μας.
Αυτό που ξεχνάμε όμως είναι ότι η ελευθερία μας δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις και τις ενέργειες των άλλων. Καθορίζεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες έκφρασης της ελεύθερης βούλησης και από την επίδραση αυτής της έκφρασης. Χωρίς δημιουργική καλλιέργεια των πλαισίων και των κανόνων που μεγιστοποιούν εντός ορίων την ελευθερία μας από εμάς τους ίδιους, δεν υπάρχει ελευθερία της έκφρασης και της δημιουργίας. Παραμένουμε δούλοι. Συγχρόνως, ελευθερία σημαίνει δημιουργία από εμάς τους ίδιους των όρων παραχώρησης μέρους της ελευθερίας μας προς το συμφέρον του συνόλου στο οποίο θέλουμε να ανήκουμε. Είναι προφανές ότι οι παραχωρήσεις προς το σύνολο δεν θα πρέπει να καταπνίγουν την πρωτοβουλία, δηλαδή την ελεύθερη έκφραση και τη μετατροπή της σε δράση. Η δημιουργική έκφραση και δράση είναι βεβαίως προτιμότερο να οδηγούν σε θεσμικούς συμβιβασμούς που θα αυξάνουν αντί να μειώνουν τις ευκαιρίες. Χωρίς τις μεταβολές που φέρνει αυτή η δημιουργία, οι κοινωνίες, όπως ξέρουμε, αποξηραίνονται. Και κυρίως δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις κάθε είδους κρίσεις που είναι αναπόφευκτο να εμφανίζονται κατά διαστήματα.
Η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση και οι ελληνικές της απολήξεις θέτουν σε δοκιμασία τις δυνατότητες έκφρασης της ελευθερίας της βούλησης και επομένως τις δυνατότητες της κοινωνικής δημιουργικότητας. Αρκετοί δεν συμμερίζονται αυτές τις ανησυχίες. Βλέπουν την ίδια την κρίση ως ευκαιρία. Θεωρούν ότι το κοινωνικό κλίμα της κρίσης, αλλά και οι πολιτικές και οικονομικές απροσδιοριστίες που δημιουργεί θα φέρουν δημιουργικές πρωτοβουλίες. Η θεσμική αναμόρφωση που θα συμβάλει στην ανάκαμψη της οικονομίας θα προκύψει περίπου αυτόματα. Ο Κeynes ήταν πιο προσεκτικός. Θεωρούσε ότι σε στιγμές κρίσεις αντλούμε τις απόψεις μας για τις ενδεχόμενες λύσεις από παρωχημένες ιδέες. Η απαισιοδοξία του ως προς τις δυνατότητες της κρίσης να γεννήσει ριζικά νέες προϋποθέσεις διεξόδου αποτελούσε το σκηνικό της παρουσίασης των δικών του προτάσεων ως των μοναδικών. Ομως, παρά την τακτική διάσταση της ρητορικής, η γενική του άποψη μοιάζει σήμερα να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι πολλοί επικαλούνται κεϊνσιανές λύσεις του 1936 προκειμένου να επιλύσουν κρίσεις του 2010.
Είναι εν τούτοις προφανές ότι ανεξάρτητα από όποιες εκτιμήσεις, είμαστε υποχρεωμένοι να πιστέψουμε ότι πράγματι οι κρίσεις είναι δυνατόν να αποτελούν ευκαιρίες για αλλαγές. Διαφορετικά είναι σαν να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει διέξοδος. Η υπέρβαση των κρίσεων που κάποτε έρχεται, είτε με κοινωνικοοικονομικούς είτε με πολιτικούς όρους, σημαίνει όμως την επίλυση τουλάχιστον τριών δύσκολων προβλημάτων (που συνεπάγονται τεράστιο κοινωνικό κόστος λόγω του βάθους των αναγκαίων αλλαγών):
α) Του προβλήματος της εξεύρεσης νέων προσανατολισμών μια και όσοι επικρατούσαν ως τη στιγμή της κρίσης έχουν διαβρωθεί.
β) Του προβλήματος της εξεύρεσης των εννοιών και της γλώσσας με την οποία θα διατυπωθούν οι νέοι στόχοι.
γ) Του προβλήματος της διαμόρφωσης του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων που θα επιτρέψει την πολιτική και διοικητική έκφραση των νέων προσανατολισμών – εφόσον βρεθούν και γίνουν ως έναν βαθμό κοινωνικά αποδεκτοί. Δυστυχώς στις διαδικασίες επίλυσης αυ τών των προβλημάτων συμμετέχει ένα σχετικά μικρό τμήμα της κοινωνίας.
Πρόκειται για τους λίγους που συμμετέχουν στην αναδιανομή της εξουσίας και στη διαμόρφωση της δημοσιότητας. Κάθε κρίση μειώνει την ελευθερία των πολλών και αυξάνει την αυθαιρεσία των λίγων. Και ένας από τους λόγους που αυτό συμβαίνει είναι ότι η εγρήγορση που καλλιεργεί το αίτημα της ελευθερίας κάμπτεται μπροστά στην κοινωνική συμβατικότητα που φέρνει η ανάγκη επιβίωσης. Τα βίαια ξεσπάσματα δεν αποτελούν μη συμβατικές εκφράσεις. Αποτελούν, αντίθε τα, χαρακτηριστικές συμβατικές αντιδράσεις. Το ότι μη συμβατικά σκεπτόμενες πολιτικές ελίτ μεταφράζουν τις συμβατικές αντιδράσεις σε δράση σύμφωνα με τις εξουσιαστικές τους βλέψεις και σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους περί συμμαχιών και επομένως θεσμικών
συμβιβασμών, σημαίνει κάτι για τον ρόλο των πολιτικών ηγεσιών, και όχι για τον ρόλο των μαζών.
Η συσκότιση αυτού του γεγονότος γίνεται με όρους λαϊκιστικού λόγου. Οι πολιτικές ηγεσίες, προκειμένου να νομιμοποιήσουν την εξουσία τους, επιδιώκουν να προσδώσουν κοινωνικό περιεχόμενο στην πολιτική τους μέσω διανομής προνομίων (όχι δικαιωμάτων) και με τη φραστική επίκληση στα λαϊκά συμφέροντα. Στις κοινωνικές επιστήμες και στις ιστορικές σπουδές έχει συζητηθεί εκτενώς αυτή η σχέση μεταξύ οικονομικής κρίσης και πολιτικού λαϊκισμού. Ελάχιστα όμως έχει συζητηθεί η ιστορική δυνατότητα υπέρβασης της κρίσης με όρους ελευθερίας και δημιουργικότητας. Είναι προφανές ότι οι πολιτικοί σχηματισμοί ανακαλύπτουν αυξημένες δυνατότητες εναπόθεσης σε αυτούς των αποφάσεων τόσο για τη μορφή όσο και για το περιεχόμενο των μέτρων αντιμετώπισης της κρίσης. Η ιστορική ματιά, αλλά και η συζήτηση σχετικά με τις προοπτικές είναι φυσικό να εστιάζουν στο γεγονός ότι οι κρίσεις παρέχουν σημαίες ευκαιρίας περισσό τερο για αυταρχικές πολιτικοοικονομικές περιπέτειες παρά για την ανάπτυξη πλαισίων ελευθερίας και δημιουργικότητας.
Παραφράζοντας τον Ηράκλειτο θα μπορούσαμε να πούμε ότι όντως η κρίση «πάντων μέν πατήρ εστι, ταύτων δε βα σιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, του μεν δούλους εποί ησε τους δε ελευθέρους». Οι δούλοι όμως, δηλαδή αυτοί που παραλαμβάνουν την πιθανή ελευθερία τους από τους άλλους, αυξάνονται σε συνθήκες οικονομικής κρίσης δυσανάλογα σε σχέση με τους πραγματικά ελεύθερους που επιδιώκουν να μετατρέψουν τη βούλησή τους σε καινοτόμο δράση. Το αντίδοτο σε αυτήν τη δηλητηριώδη πλευρά της κρίσης ίσως είναι η ανάπτυξη πρωτοβουλιών μικρής κλίμακας χωρίς να περιμένουμε τις ενέργειες κάποιας κυβέρνησης ή τις αποφάσεις κάποιου Μεσσία που ευαγγελίζεται τη δική του εξουσιαστική λύση. Από τις ευρηματικές επιχειρηματικές επενδύσεις χωρίς κρατική εξάρτηση ως την επινόηση μορφών αλληλεγγύης και διάσωσης του περιβάλλοντος, στην κλίμακα που το επιτρέπουν οι τοπικές πρωτοβουλίες, τα περιθώρια δράσης είναι πολλά. Ακόμη και οι δημόσιοι υπάλληλοι θα μπορούσαν να επινοήσουν τρόπους θετικής λειτουργίας της κρατικής γραφειοκρατίας προς όφελος των πολιτών και της πραγματικής οικονομίας.
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί παρά την ενδεχόμενη ανικανότητα ή διαφθορά κάποιων πολιτικών ή υπηρεσιακών προϊσταμένων τους ή παρά τη λυσσαλέα αντίδραση ύποπτης ποιότητας συνδικαλιστών που επιμένουν να καταστρέφουν ό,τι δεν ελέγχουν ή δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν για τη διαπραγμάτευση των δικών τους στελεχικών προνομίων. Ας μη θυσιάσουμε τη δυνατότητα έκφρασης της ελευθερίας της βούλησής μας στην προσμονή της δημιουργίας ευκαιριών από άλλους. Οι εναλλακτικές διαδρομές θα γίνουν ορατές τη στιγμή που η αντιμετώπιση της κρίσης θα φέρει στην επιφάνεια τους νέους θεσμικούς συμβιβασμούς. Αν γίνουμε υποτελείς των πολιτικών ηγεσιών και διευθυντικών ομάδων και δεν βρούμε παράλληλους δρόμους σχετικά αυτόνομης δραστηριοποίησης, οι νέοι θεσμικοί συμβιβασμοί θα μειώσουν αισθητά τις δυνατό τητες έκφρασης της ελευθερίας της βούλησης. Και για αυτό τότε δεν θα φταίει η καταπίεση κάποιων ή η ψυχολογική μας κατάσταση σε συνθήκες κοινωνικής αδικίας, αλλά η νοοτροπία μας που θα έχει απεμπολήσει τις κοινωνικές δυνατότητες έκφρασης της ελευθερίας της βούλησης που οδηγεί σε αποτελεσματικές πρωτοβουλίες.
Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών – www.vimaideon.gr