Η μοναδική διέξοδος, στην τραγική κατάσταση που βρίσκεται η οικονομία μας, είναι -κατά γενική
πλέον ομολογία- η Ανάπτυξη. Για ποια ανάπτυξη, όμως, μιλάμε; Σε ποιούς τομείς; Με ποιούς φορείς; Και με ποιά κεφάλαια;
Έχω κατ’ επανάληψη υποστηρίξει –και το πιστεύω απόλυτα- ότι αν αρχίσει η οικονομία να κινείται, τότε θα κάνουν την εμφάνισή τους τα αποκαλούμενα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα και τα όποια παραγόμενα κεφάλαια θα δώσουν ώθηση σε νέες δραστηριότητες, ώστε η οικονομία να αρχίσει σταδιακά να ανακάμπτει και να ανασυγκροτείται. Το ερώτημα βεβαίως παραμένει: Πως;
Στη δεκαετία του ’80 μιλούσαμε για πλήθος δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να προωθηθούν: γεωργικές βιομηχανίες, μεταποίηση, συναρμολόγηση, νέες καλλιέργειες (θυμηθείτε τα ακτινίδια, το σπαράγγι, τη, τη φράουλα, τις υδατοκαλλιέργειες, την ανθοκομία και τόσες άλλες), θερμοκήπια, ιχθυοκαλλιέργειες, μετάξι, βιοτεχνολογία, αξιοποίηση του θαλάσσιου πλούτου, βιολογικές εφαρμογές, οροδιαγνωστική, υδάτινοι πόροι, αγροτουρισμός, αξιοποίηση δασικού πλούτου, βιολογική γεωργία, και πολλά άλλα.
Για τί απ’ όλα αυτά (ή και όποια άλλα) θα μπορούσε κανείς να μιλήσει σήμερα; Με την οικονομία να έχει στεγνώσει, τα κοινοτικά κονδύλια (άφθονα τη δεκαετία του ‘80) να έχουν στερέψει, την επιχειρηματική ψυχολογία του Έλληνα να έχει καταβαραθρωθεί, την αγροτική οικονομία να έχει «ταφεί» μέσα στις «χωματερές» του παρελθόντος, τι είδους αναπτυξιακή πολιτική θα τολμούσε κανείς να οραματισθεί και να σχεδιάσει σήμερα;
Δύο είναι οι τομείς, οι οποίοι προσφέρονται (υπό τις επικρατούσες σήμερα συνθήκες) για αναπτυξιακό (ανα)σχεδιασμό: η γεωργία και ο τουρισμός. Με τη γεωργία να βρίσκεται στο «σημείο μηδέν» (όπως είχα πρόσφατα αναλύσει, σε τέσσερα διαδοχικά σχετικά άρθρα μου) και τον τουρισμό να δεινοπαθεί στις αγκυλώσεις του παρελθόντος, οι τομείς αυτοί προσφέρονται για ευρύτατες (και σχετικά γρήγορες) αναπτυξιακές παρεμβάσεις. Αρκεί βεβαίως να μελετηθούν σωστά και να σχεδιαστούν στη βάση μιας βιώσιμης, αειφόρου και παραγωγικά ανταγωνιστικής ανάπτυξης.
Τα θέματα βεβαίως είναι τεράστια, θα μπορούσα όμως να υποστηρίξω συνοπτικά, ότι η ανάπτυξη τους θα πρέπει να είναι συνδυαστική και συμπληρωματική, δηλαδή τα γεωργικά προϊόντα (κατά βάση «ονομασίας προέλευσης») να καλύπτουν τις ανάγκες του τουρισμού και ο τουρισμός να απορροφά κατά προτίμηση τα εγχώρια γεωργικά προϊόντα. Τέτοιου είδους παρεμβάσεις, υποστηριζόμενες και από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους βασικούς άξονες της αποκαλούμενες «πράσινης ανάπτυξης», την οποία η σημερινή Κυβέρνηση έχει διακηρύξει.
Γίνεται αντιληπτό, ότι μια τέτοια ανάπτυξη θα πρέπει να είναι εθνικά κατευθυνόμενη και ελεγχόμενη, προκειμένου να αποφευχθούν τα γνωστά λάθη του παρελ- θόντος. Η αξιολόγησή της, επομένως, και η χρηματοδότησή της θα πρέπει να υποστηριχθεί από εγχώριο τραπεζικό πυλώνα, γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Οι επιπρόσθετοι λόγοι για μια τέτοια αναγκαιότητα είναι οι ακόλουθοι:
• Πρώτον, η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, σύμφωνα και με όσα παραπάνω υποστήριξα, αποτελεί πλέον μονόδρομο. Απ’ εκεί θα πρέπει να ξεκινήσει η ανάταξη της οικονομίας
• Δεύτερον, η Αγροτική Τράπεζα διαθέτει την εξειδίκευση και τις εμπειρίες του παρελθόντος να προωθήσει αποτελεσματικότερα ένα τέτοιο έργο, και
• Τρίτον, ένα μεγάλο μέρος (αν όχι το σύνολο) της αγροτικής γης, βρίσκεται ήδη υποθηκευμένο στην Αγροτική Τράπεζα και κανένας γνήσια ιδιωτικός τραπε- ζικός φορέας, δεν μπορεί να διασφαλίσει την κυριότητά της.
Η ανάγκη δημιουργίας ισχυρών τραπεζικών πυλώνων στη χώρα μας είναι αδιαμφισβήτητη. Εξίσου, όμως, αναγκαία είναι και η συγκρότηση ενός ισχυρού και εθνικά ελεγχόμενου τραπεζικού φορέα, ο οποίος θα υιοθετήσει και θα συντονίσει με την εθνική στρατηγική της «πράσινης ανάπτυξης», όπως αυτή συνοπτικά οριοθετήθηκε παραπάνω.
Γιάννης Ε. Μιχελακάκης