Πώς έχουν τα πράγματα σήμερα; Σκέψεις για την ερμηνεία των πραγμάτων ή αλλιώς, ο καρπός δεν εμπεριέχει το δέντρο.

Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος

 

Το Ρεπορτάζ:

«O κομμουνισμός απέτυχε. Ο φασισμός, το ίδιο.  Όσοι πίστεψαν στη συνέχεια στη δύναμη της αγοράς  διαψεύδονται κι αυτοί με τραγικό τρόπο. Υπάρχει σήμερα θέση για νέες ουτοπίες; Μπορούμε να αξιοποιήσουμε την κρίση για να εφεύρουμε καινούργια μοντέλα;» (Μιχάλης Μητσός, δημοσιογράφος εφημερίδας Τα Νέα, Mε αφετηρία τη Χάννα Άρεντ, στο diastaseis.blogspot.com, αναδημοσιεύεται στο rethemnosnews.gr).

Ι. Ενώ, ακόμη και στους χώρους της αριστερής  διανόησης, έχουν τεθεί έστω και καθυστερημένα σοβαρά ερωτήματα για την υφιστάμενη κοινωνική πραγματικότητα, υπάρχει αρκετή δυστοκία  όχι μόνο στην αφετηρία μιας συζήτησης και ενός πολιτικού διαλόγου πάνω σε αυτά, αλλά και στην πρόθεση να κάνουμε κάτι με αυτά.  Το γεγονός ότι δεν βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ επηρεάζει σαφώς την ψυχολογία και διαμορφώνει μια παθητική και επαναστροφική σκέψη.  Εκεί τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται επικίνδυνα, χωρίς να καταλογίζουμε κάποια πρόθεση σε αυτό, όχι πως αυτή λείπει σε κάποιες περιπτώσεις και σε άλλους κύκλους σκέψης. Αυτό που ισχυριζόμαστε είναι πως ακόμη και για την Αριστερά που σκέφτεται είναι δυνατόν, και ενώ έχουν τεθεί τα σωστά ερωτήματα, να οδηγηθεί σε ένα λόγο που πέφτει θύμα της δικής του εξαγγελίας πως τα πράγματα δεν πάνε άλλο ως έχουν. Αυτή η αντικειμενική κατάσταση γεννά ερωτήματα που με τη σειρά τους οδηγούν σε βεβιασμένες απαντήσεις που δεν μπορούν παρά να είναι και αναληθείς και λανθασμένες. Γιατί να συμβαίνει αυτό θα αναλογιζόταν κάποιος; Αυτό που μπορώ από εδώ να πω είναι ότι το βασικό μας ερώτημα είναι λανθασμένο. Αυτό προφανώς δεν αποκλείει να τεθούν σωστά επιμέρους ερωτήματα για την αντικειμενική πραγματικότητα που όλοι μας βιώνουμε ως προβληματική και απάνθρωπη σε μεγάλο βαθμό. Το βασικό ερώτημα μας προϋποθέτει ότι για να δούμε φως στην άλλη άκρη του τούνελ, και ενώ αυτό δεν το βλέπουμε, πρέπει να οδηγηθούμε ξανά πίσω -να βγούμε από το τούνελ επιστρέφοντας πίσω στην είσοδό του- εκεί που ξέραμε ότι υπάρχει φως και εκεί ακριβώς να σχεδιάσουμε την καινούρια πορεία, που είτε θα παρακάμπτει το συγκεκριμένο τούνελ ως αναποτελεσματικό πέρασμα, είτε με νέα διανοητικά εργαλεία θα μας δώσει τη δυνατότητα να το διαβούμε ξανά με ασφάλεια.

Συνεπώς, και ελπίζω να έγινα κατανοητός με αυτή τη μεταφορά, οφείλουμε να επιστρέψουμε πίσω στις διανοητικές μας αφετηρίες και να θέσουμε μέσα από αυτές το βασικό ερώτημα, πώς μπορούμε να οδηγηθούμε σε αυτό που χάθηκε στην πορεία, σε μια κοινωνία ανθρώπινη, ικανή να λειτουργήσει για τον άνθρωπο και όχι για το κέρδος και τη μεταφυσική ευτυχία. Οφείλουμε, λοιπόν, να επιστρέψουμε πίσω στις διανοητικές μας αφετηρίες και να θέσουμε ξανά από την αρχή τα σωστά ερωτήματα, δηλαδή, να δούμε όχι τι έχουν να μας πουν οι διανοητικές μας αφετηρίες για την σημερινή εποχή την οποία βιώνουμε επώδυνα, αλλά εμείς που βιώνουμε επώδυνα την εποχή μας τι μπορούμε να ξαναβρούμε εκεί πίσω, στις θεωρητικές μας αφετηρίες, που ακόμη κι αν το είχαμε βρει σίγουρα το χάσαμε στην πορεία. Αν δεν επιστρέψουμε πίσω είναι προφανές πως ακόμη κι αν θέσουμε τα σωστά ερωτήματα θα είναι αδύνατον να τα απαντήσουμε μέσα στη γενικότερη αναλήθεια, που επιτρέπει μια σωστή θεώρηση της πραγματικότητας μέχρι το  σημείο εκείνο που δεν θα της θίξει τις βασικές της δομές, δηλαδή τις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής.

Αν υπάρχει καμιά απορία για αυτό θα παραθέτω την ακόλουθη είδηση, η οποία είναι ικανή να μας προσγειώσει σε μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει μόνο ως είδηση, ως τηλεοπτικό προϊόν που από απόσταση βλέπουμε. Άλλωστε οι συνέπειες της κρίσης συμβαίνουν και στη γειτονιά μας: «Πέντε υπάλληλοι της France Telecom αυτοκτόνησαν σε διάστημα δύο εβδομάδων γεγονός που εντείνει την ανησυχία στη διοίκηση της ημικρατικής εταιρίας, καθώς από το 2008 έχουν αυτοκτονήσει 58 εργαζόμενοι σε αυτή.»[1] Τι φιλεύσπλαχνη διοίκηση που ανησυχεί, που συσκέπτεται για να λάβει μέτρα για το υπαλληλικό προσωπικό της, που προτείνει δράσεις προκειμένου να μην αιμορραγεί κυριολεκτικά και μεταφορικά το εργατικό της δυναμικό. Αν κατανοούσαμε το γενικό, ότι, δηλαδή, οι εργοδοτικές πρακτικές διαχείρισης της εργατικής δύναμης στοχεύουν στο επιχειρηματικό κέρδος και τη συσσώρευση κεφαλαίου, άρα δεν έχουν απλώς οικονομικό συμφέρον, αλλά πολύ περισσότερο έχουν ταξικό συμφέρον, δεν θα θεωρούσαμε υποκριτική, αν όχι επικοινωνιακή, τη στάση της διοίκησης της France Telecom και κάθε διοίκησης;

ΙΙ. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα τι εννοούμε ως θεωρητική αφετηρία; Τι μπορούμε να ξαναβρούμε σε αυτήν, που θα μας είναι χρήσιμο για το μέλλον, για την πορεία από εδώ και πέρα; Ξαναλέω πως εμείς οφείλουμε να θέσουμε τις ερωτήσεις, που σημαίνει πως η όποια θεωρητική αφετηρία δεν θα μας δώσει έτοιμη καμία απάντηση για το πώς θα προχωρήσουμε και για το πώς έχουν τα πράγματα σήμερα. Πριν πούμε ότι τα πράγματα έχουν έτσι, νομίζω ότι θα πρέπει να αναρωτηθούμε για το ίδιο το νόημα των πραγμάτων, της πραγματικότητας αν θέλετε, το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι πολυδιάστατο και πολυσήμαντο. Ακόμη και η απλή παρατήρηση της πραγματικότητας -των αληθινών αντικειμένων, για παράδειγμα- ενέχει τον κίνδυνο αυτό που εγώ παρατηρώ να μεταγράφεται με τρόπο διαφορετικό στη δική μου σκέψη απ’ ό,τι στη σκέψη ενός τρίτου προσώπου που επίσης παρατηρεί το ίδιο πράγμα με εμένα. Οι διαδικασίες της σκέψης επιτρέπουν τη δημιουργία νέων μηχανισμών συνειρμού στη θέα του ίδιου αντικειμένου από το ίδιο άτομο μια διαφορετική χρονική στιγμή. Άρα το νόημα της πραγματικότητας, του τι συμβαίνει ή τι συνέβη στο παρελθόν, προκύπτει από αυτή την πραγματικότητα, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν. Διαρκώς οφείλουμε να ορίζουμε αυτό το νόημα, καθώς ο αστερισμός της έννοιας δεν εξαντλείται σε αυτήν. Με τα λόγια του Βιτγκενστάιν: «Ας πάψουμε να φανταζόμαστε το νόημα σα μια μυστηριώδη σύνδεση που το μυαλό αποκαθιστά ανάμεσα σε μια λέξη κι ένα πράγμα και να νομίζουμε ότι αυτή η σύνδεση εμπεριέχει όλη τη χρήση της λέξης, όπως θα λέγαμε ότι ο καρπός εμπεριέχει το δέντρο».[2]

Επιστρέφοντας πίσω στην αρχή του κειμένου μας και στο τι η αριστερή διανόηση θεωρεί ως σωστό, θα πρέπει να κατανοήσουμε το κρίσιμο σημείο που χωρίζει αυτό που είναι αληθές από αυτό που είναι μαγικό και ψευδές, το οποίο ακόμη και εκείνη δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη της. (προφανώς δεν μπαίνω καν στον κόπο να αναφερθώ στη μαγική σκέψη τύπου Γιανναρά-Μαραντζίδη) Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός ότι «ο φασισμός ήταν μια ουτοπία» είναι αναληθής μόνο αν αποδεχτούμε ότι η λέξη «ουτοπία» ενέχει το στοιχείο του καλού, του ηθικού. Αν είναι να επιστρέψουμε πίσω, στις θεωρητικές μας αφετηρίες, ίσως να μην πρέπει να ξεκινήσουμε με το ερώτημα «Τι είναι…» ο φασισμός, τι ο κομμουνισμός, τι ο φιλελευθερισμός και πάει λέγοντας. Είναι αδύνατον να περιχαρακωθούν σε ένα ορισμό και τελικά δεν είναι ο ορισμός που έχει το νόημα. Αντίθετα, νόημα θα είχε η βαθύτερη αίσθηση γύρω από τη λέξη, αφού πρώτα γίνει κατανοητό πως ο ορισμός δεν είναι η λέξη και η λέξη δεν είναι ο ορισμός της. Υπάρχουν πράγματα που θα διαφεύγουν, που δεν θα είναι ταυτόσημα με τη λέξη που χρησιμοποιούμε ή η λέξη που χρησιμοποιούμε δεν θα μπορεί να είναι ταυτόσημη με αυτό που κάθε φορά θα εννοούμε με τη χρήση της.[3] Η παγίδα του σχετικισμού είναι μακριά από αυτό που εννοώ, αντίθετα μια τέτοια διαλεκτική στάση είναι συνεπής στην προσπάθειά μας να ορίσουμε την πραγματικότητα, το παρόν και το ιστορικό παρελθόν μας.

Γιατί, για παράδειγμα, πρέπει να απορεί κανείς με τα εγκλήματα του κομμουνισμού και γιατί πρέπει να τον εξισώνει με το φασισμό; Τι έχει να κερδίσει από αυτό στην κατασκευή μιας ερμηνείας; Γιατί να μη θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα; Το εξής: Ποιες προσδοκίες γεννήθηκαν στον κόσμο με την έλευση του κομμουνισμού και ποιες με την έλευση του φασισμού; Αν θέσουμε έτσι όλα μας τα βασικά ερωτήματα τότε σίγουρα οι απαντήσεις που θα πάρουμε δεν θα στερούνται νοήματος, θα έχουν απελευθερώσει την έννοια από τη λέξη, το μη ταυτόσημο από το ταυτόσημο, θα είναι μια αληθής ερμηνεία της ιστορικής πραγματικότητας τόσο του κομμουνισμού όσου και του φασισμού.

Η χρήση της γλώσσας αποκαλύπτεται μέσα από πράξεις και ενέργειες οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν για την αληθινή ή μυθική τους διάσταση, αν έχουν συμβεί ή όχι στο παρελθόν, όπως ακριβώς η γλώσσα τις περιγράφει. Η Ιστορία είναι το εργαλείο εκείνο με το οποίο ελέγχουμε πέρα από αυτό που έχει ειπωθεί, αυτό που έχει συμβεί, μέσα από τη διαρκή μας προσπάθεια να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα. Η γλώσσα μας δίνει μια εικόνα της πραγματικότητας, όχι, όμως, την ίδια την πραγματικότητα.[4] Είναι η γλώσσα που βρίσκεται στην αλήθεια και όχι η αλήθεια στη γλώσσα τελικά. Με τα λόγια του Καντ, «[…] η κατηγορία της κοινωνίας, ως προς τη δυνατότητά της, δεν μπορεί καθόλου να γίνει μόνο με το λόγο καταληπτή και γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να έχουμε εναργή αντίληψη της αντικειμενικής πραγματικότητας αυτής της έννοιας, χωρίς εποπτεία και μάλιστα εξωτερική εν χώρω.»[5]

ΙΙΙ. Συμπερασματικά. Ο ορθός λόγος που κάποτε είχε συντρίψει τη φεουδαρχία και είχε απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά της τείνει σήμερα να τοποθετήσει στη θέση της αληθούς ερμηνείας την ιδεολογία, την οποία και αναγάγει σε πραγματικότητα. Αν επιστρέψουμε πίσω -στην είσοδο του τούνελ- θα είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε τις εγγενείς αντιφάσεις του σημερινού κυρίαρχου λόγου. Θα δούμε καθαρά πως αυτό που γεννήθηκε με την ελπίδα να μας απελευθερώσει από τα δεσμά της αμάθειας μάς κρατά σήμερα δέσμιους μιας γνώσης ανίκανης να δώσει τις λύσεις που χρειαζόμαστε.[6] Εκεί στην αφετηρία θα δούμε πως ο κομμουνισμός ως σύστημα αξιών ενείχε πάντοτε την ουτοπία, η ουτοπία , όμως, ουδέποτε συνδεόταν με τον κομμουνισμό ως πολιτικό σύστημα, κυρίως μετά τη διάδοχη του Λένιν μακρά του περίοδο. Ήταν φανερό πως όσα είχαν εξαγγελθεί από τον Λένιν και σε μεγάλο βαθμό λειτουργήσει προς όφελος των ευρέων κοινωνικών στρωμάτων, για παράδειγμα, τα τοπικά συμβούλια εργαζομένων που έδιναν λόγο σε όλους και οι πολιτικές ελευθερίες που ήταν κοινωνικό πια κεκτημένο, υποχώρησαν βίαια μετά τον σφοδρό ρωσικό εμφύλιο του 1918-1921 στο αντίθετό τους και ενάντια στις βασικές διακηρύξεις της Επανάστασης του Οκτώβρη.[7] Η μετά Λένιν περίοδος έχει αποπλεύσει με τη άνοδο του Στάλιν στην ηγεσία του Κόμματος μακριά από την ουτοπία.[8] Όσο για το φασισμό, αναρωτιέται κανείς τι ουτοπικό θα μπορούσε να έχει η ωμή βία;

Αυτό που σήμερα χρειαζόμαστε είναι όχι μια νέα ουτοπία –καλό βέβαια θα ήταν να υπήρχε- μα μια απάντηση στα προβλήματα της δικής μας πραγματικότητας. Η Ιστορία είναι ικανή να μας βοηθήσει στο να θέσουμε στο παρελθόν τις σωστές ερωτήσεις, ώστε να κάνουμε για μια ακόμη φορά τις θεωρίες να μας μιλήσουν για το πώς έχουν τα πράγματα. Ας δούμε ξεπερνώντας τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, που με πείσμα εξακολουθούν κάποιοι να αναπαράγουν, τι έχει να μας πει η θεωρητική παραγωγή για την εποχή μας, ας δούμε σε τι μπορούν να μας χρησιμεύσουν ξανά όσα γέννησαν την ελπίδα και συνθλίφθηκαν μέσα στην ωμή πραγματικότητα. Υπάρχει η δυνατότητα μέσα από τις σωστές ερμηνείες να επιδιώξουμε μια αλλαγή που θα παίρνει υπόψη της αυτό που ήδη υπάρχει, όχι για να το γκρεμίσει εκ βάθρων, αλλά να το κάνει πιο ανθρώπινο και λιγότερο βίαιο για τον άνθρωπο. Αυτός είναι ένας εφικτός στόχος, όπως κάποτε πίσω στο 1793-94 ήταν εφικτό για το Ροβεσπιέρο και τους πολίτες του Παρισιού να γεμίζουν τα καλάθια μπροστά στις γκιλοτίνες θεωρώντας ότι έτσι θα άλλαζαν το δικό τους κόσμο και θα περιφρουρούσαν την Επανάσταση. Βλέπετε κάθε εποχή είχε τις δικές της προτάσεις σε περιόδους κοινωνικής κρίσης. Η δική μας πρόταση προκρίνει την επιστροφή στις θεωρητικές μας αφετηρίες. Είναι σαν να ξαναπιάνουμε ένα καλό βιβλίο, που κάποτε είχαμε διαβάσει, και να το ξαναδιαβάζουμε με άλλο μάτι.

 

Οι Γαλλικές τηλεπικοινωνίες

 

Η εκτέλεση του Μαξιμιλιανού  Ροβεσπιέρου στις 28 Ιουλίου 1794 στο Παρίσι.

 

 


[1] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=202235, 11 Σεπτεμβρίου 2010.

[2] Ludwig Wittgenstein, Το μπλε και το καφέ βιβλίο, μτφρ. Κωστής Κωβαίος, Αθήνα 1984, σ. 113.

[3] Theodor W. Adorno, Αρνητική Διαλεκτική, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου,, Αθήνα 2006, σ. 47-48.

[4] Ray Monk, Βιττγκενστάιν, μτφρ. Δημήτριος Φιλιππουπολίτης, Αθήνα 2007, σ.128-129.

[5] Immanuel Kant, Κριτική του Καθαρού Λόγου, μτφρ. Αναστάσιος Γιανναράς,  τόμος δεύτερος, Αθήνα 1979.

[6] Νίκος Μουζέλης, «Τα διλήμματα της Αριστεράς», Το Βήμα, 12 Σεπτεμβρίου 2010.

[7] Slavoj Zizek, « How to Begin from the Beginning », New Left Review, 57, May-June 2009, p. 43-55.

[8] Alain Badiou, Η κομμουνιστική υπόθεση, μτφρ. Ν. Ηλιάδης, Α.Π., Φ. Σιατίτσας, Π. Σωτήρης, Μ. Τσίχλης, Αθήνα 2009, σ. 235-238.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement