Στην μαρξιστική θεωρία του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής,
τόσο η αξία όσο και το χρήμα αποτελούν έννοιες, οι οποίες είναι αδύνατον να οριστούν χωρίς να συνδεθούν με την έννοια του κεφαλαίου. Περιέχουν αξιωματικά την έννοια του κεφαλαίου και περιέχονται σε αυτήν. Με αυτό το συλλογισμό η θεωρία του Marx δεν αποτελεί απλώς χρηματική θεωρία της αξίας, αλλά και χρηματική θεωρία του κεφαλαίου.
«Η αξία γίνεται επομένως αυξανόμενη αξία, αυξανόμενο χρήμα και σαν τέτοιο γίνεται κεφάλαιο» (Das Κapital τ. Ι. σελ.168). Η κερδοσκοπία αποτελεί στοιχείο της κυκλοφορίας του χρήματος ως κεφαλαίου. «Αφηρημένη εργασία» ονομάζει ο Marx εκείνη την εργασία που δαπανάται για την αξιοποίηση του κεφαλαίου.
Σήμερα η εργασία γίνεται ολοένα και πιο αφηρημένη. Ο όρος «αφηρημένη» δεν σημαίνει αποχαύνωση και μηχανική κίνηση. Σημαίνει ότι, από την αξία της εργασίας αφαιρείται αξία χρήματος, με αποτέλεσμα η εργασία να είναι λειψή και κουτσουρεμένη. Η αμοιβή ενός εργαζόμενου πάντα αποτελούσε κίνητρο μεγαλύτερης εργασιακής επάρκειας και αποτελεσματικότητας. Η περικοπή μισθών και πάσης φύσεως αμοιβών και επιδομάτων αποτελεί αντικίνητρο εργασιακής πληρότητας και συνέπειας. Έτσι την ώρα που χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ανάπτυξη στη χώρα, οι μηχανές του δημόσιου τομέα υπολειτουργούν. Οι σπάνιες εξαιρέσεις φιλότιμων και εργασιομανών λειτουργών αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό της ανεπάρκειας και της αναποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.
Οι πραγματικές αποδοχές των Ελλήνων αστών και μικροαστών βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Από τη μια έχουμε αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων και από την άλλη το οικογενειακό εισόδημα συρρικνώνεται. Το επίπεδο σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις τιμές καταναλωτή αγγίζει το 94%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι είμαστε μια ακριβή χώρα. Η ένταση της εργασίας αυξάνεται χωρίς αυτό να έχει θετικό αντίκτυπο στις αποδοχές των εργαζομένων. Συνεπώς το πλεόνασμα της εργασίας μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Το κεφάλαιο δημιουργεί υπεραξίες και εγγράφει κέρδη. Έχουμε επιστρέψει στο βιοτικό επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα. Και -επιπλέον- η πορεία είναι ανησυχητικά καθοδική.
Οι σχέσεις αιτιότητας που διέπουν τα οικονομικά φαινόμενα κάνουν αισθητή την παρουσία τους μέσω των κοινωνικών αντιδράσεων και της κοινωνικής συνοχής. Το γενικό ισοδύναμο που διέπει τις οικονομικές σχέσεις είναι το χρήμα. Πρέπει όμως να εκληφθεί ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπός. Στην περίπτωση που το χρήμα αποτελέσει αυτοσκοπό, σημαίνει ότι αυτό έχει κυριαρχήσει στην παραγωγική διαδικασία. Οι «παράλληλες απώλειες» δεν λαμβάνονται υπόψη. Τότε, η οικονομία υπερισχύει των άλλων κοινωνικών επιστημών. Οι άνθρωποι μετρώνται ως μονάδες. Το κοινωνικό κράτος καταλύεται. Η εγκληματικότητα αυξάνεται. Ο πολιτικός στοχασμός δεν μπορεί να είναι ειρηνικά προσηλωμένος στο γενικό συμφέρον, αλλά περιορίζεται στη διαχείριση της κοινωνικής διαμαρτυρίας όποιας μορφής και έντασης, επειδή η πραγματικότητα που βιώνουν τα κοινωνικά υποκείμενα είναι συγκρουσιακή.
Η επιστημονική κοινότητα έχει ένα χρέος. Να χρησιμοποιήσει το κύρος της για να περάσει ηχηρά μηνύματα στο πολιτικό σώμα. Δυστυχώς αυτό δεν είναι εύκολο, γιατί κατά τον Marx «η αστική τάξη αφαίρεσε το φωτοστέφανο από όλα τα αξιοσέβαστα επαγγέλματα που ως τότε τα αντίκριζαν με θρησκευτική ευλάβεια. Από το γιατρό, το νομικό, τον παπά, τον ποιητή, τον άνθρωπο της επιστήμης. Όλους τους μετέτρεψε σε μισθωτούς εργάτες της. Η αστική τάξη ξέσκισε το πέπλο του συναισθηματισμού που σκέπαζε τις οικογενειακές σχέσεις και τις έκανε ξεκάθαρες χρηματικές αξίες».
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Κ. ΑΚΟΥΜΙΑΝΑΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ
E-mail: emmakoum@otenet.gr