Η επισήμανση του πατέρα της Ιστορίας Ηροδότου: «Όλβιος όστις ιστορίης έσχεν μάθησιν»
σε συνδυασμό με τη λακωνική αιτιολόγησή της από τον πρώτο επιστήμονα ιστορικό Θουκυδίδη: «Τα μέλλοντα γαρ όμοια ως επί το πολύ τοις γεγονόσιν», μας επιτρέπει να πούμε ότι η γνώση του εθνικού παρελθόντος και η διατήρηση της μνήμης του στο συλλογικό υποσυνείδητο ενός λαού αποτελεί το στέρεο στημόνι πάνω στο οποίο υφαίνεται η δημιουργική αυτογνωσία και ετερογνωσία του και εντέλει η συνέχειά και η συνοχή του.
Είναι αυτονόητο, ασφαλώς, ότι αναφερόμαστε στη γνώση μιας ιστορίας χωρίς παραποιήσεις, είτε πρόκειται για ωραιοποιήσεις είτε για κακοποιήσεις.
Με τις σκέψεις αυτές είναι πολύ χρήσιμο και χρηστικό και γι’ αυτό καλοδεχούμενο το βιβλίο «Υπό την σκιάν της χρυσής πλατάνου» του Παναγιώτη Μ. Παρασκευά, Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων και δρ. ιστορίας. Πρόκειται για τη διδακτορική διατριβή του, που εγκρίθηκε από τη φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, και ως τέτοια δεν έχει χρείαν άλλης κριτικής. Γι’ αυτό περιορίζομαι σε μια σύντομη παρουσίαση και κάποιες σκέψεις.
* * *
Το βιβλίο μελετά τις σχέσεις της Θήβας και των ελληνικών πόλεων με την Περσία από τη Μάχη των Λεύκτρων έως τη μάχη της Μαντίνειας, κατά την περίοδο 371- 362 π.Χ., που αποτελούν μέρος των ευρύτερων ελληνοπερσικών σχέσεων. Τις σχέσεις αυτές οι μέχρι σήμερα έρευνες τις διερευνούν μέσα από μια γενική θεώρηση της αρχαιότητας θέτοντας ως επίκεντρό τους την Αθήνα και τη Σπάρτη και παραβλέποντας σε σημαντικό βαθμό το ρόλο της Θήβας, αλλά και των άλλων ελληνικών πόλεων (Κορίνθου, Άργους, Αρκάδων, Φλειούντος, Φερών αλλά και Συρακουσών) που επηρέασαν όχι μόνον τις Ελληνοπερσικές αλλά και τις ενδοελληνικές σχέσεις.
Έτσι, η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει τις ελληνοπερσικές σχέσεις κατά τη δεκαετία 371- 362 κάτω και από την οπτική γωνία της Θήβας, κατά κύριο λόγο, αλλά και των λοιπών ελληνικών πόλεων, χωρίς να υποβαθμίζει το ρόλο της Σπάρτης ή της Αθήνας.
Η Θήβα, που κατόρθωσε μετά τη νίκη στη μάχη των Λεύκτρων να αναδειχτεί σε τρίτη δύναμη στην Ελλάδα, μετά την Αθήνα και τη Σπάρτη, επιχείρησε την πλήρη ανατροπή των σχέσεων μεταξύ των ηγεμονίδων πόλεων στην Ελλάδα, διεκδικώντας, με τη σειρά της, και τη δική της ηγεμονία και διασαλεύοντας συνειδητά το πλέγμα που ρύθμιζε από το 387/6 π.Χ. το status quo στις ελληνοπερσικές σχέσεις. Υπήρξε μάλιστα η μόνη πόλη της Ελλάδας που περηφανευόταν για την επονείδιστη συνεργασία της με τους Πέρσες. Έτσι ο Πελοπίδας, το 367 π.Χ., διατυμπάνιζε ότι είχε βοηθήσει την Περσία να υποτάξει την Ελλάδα, γεγονός που δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα.
Ο συγγραφέας δακτυλοδεικτεί τη Θήβα ως το μηχανισμό με τον οποίο η Περσία προκάλεσε τον παραπέρα κατατεμαχισμό του ελληνικού κόσμου μετά το 362 π.Χ., αλλά και νωρίτερα στη δεκαετία 371- 362, αποδυνάμωσε τη Σπάρτη σχεδόν ολοκληρωτικά, την Αθήνα στο μεσοπρόθεσμο μέλλον και, τελικά, οδήγησε τη χώρα στο χάος. Παράλληλα προβάλλει τα κέρδη της Περσίας, όπως η ασφάλεια στα Δυτικά της σύνορα, η ανάκτηση της Αιγύπτου και η εξουδετέρωση του ακμαιότερου τμήματος του ελληνικού κόσμου, των νέων, μέσα από τη στρατολόγησή τους ως μισθοφόρων. Η εξουθ-ένωση του Ελληνικού κόσμου είχε προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αρνείται να εκμεταλλευτεί τη μεγάλη αποστασία κατά του Μεγάλου Βασιλέως (της Περσίας) με ψήφισμα που έχει διασωθεί!…
* * *
Αναμφισβήτητα, τα «πρόσωπα και πράγματα» του βιβλίου συγκροτούν μια στέρεη ιστορική υποδομή που παραπέμπει συνειρμικά σε μεταγενέστερες καταστάσεις, φωτίζοντας προδρομικά και αιτιοκρατικά το «ιστορικό γίγνεσθαι». Με την έννοια αυτή, όσο κι αν πρόκειται για διατριβή, η χρησιμότητά του βιβλίου ξεφεύγει από τα στενά όρια του εξειδικευμένου κοινού..
Έτσι γίνεται διάφανος ο φθοροποιός ρόλος του ξένου παράγοντα που κινούσε ανέκαθεν τα νήματα της ελληνικής ιστορίας, σε συνεργασία με τα εγχώρια πολιτικά πάθη, τον τοπικισμό και τις προσωπικές φιλοδοξίες. Κάτω από το πρίσμα αυτό οι εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις που οδήγησαν στην Άλωση της Πόλης, τη Μικρασιατική Καταστροφή, τη μετακατοχική αιματοχυσία, την απώλεια της Κύπρου ή ακόμη και τη σημερινή συγκυρία εμφανίζονται σαν παραστάσεις όπου απλώς αλλάζουν τα ονόματα και ο χωροχρόνος…
Παράλληλα, το βιβλίο λειτουργεί ως πεδίο «ασκήσεων επί χάρτου» και σε διεθνές επίπεδο, όπου οι εκάστοτε Μεγάλοι Βασιλείς, εφαρμόζοντας την αποδοτική κλασική στρατηγική του «Διαίρει και βασίλευε», χειραγωγούσαν και εξουθένωναν τους λαούς. Με ευθύνη, βέβαια, όχι αποκλειστικά των «διαιρετών» αλλά και των «διαιρετέων». Η «άσκηση» μάλιστα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με σύγχρονους «παίκτες».
Στα «ατού» της εξαιρετικά καλαίσθητης έκδοσης 244 σελίδων του Παναγιώτη Παρασκευά καταγράφονται και το πολύ κατατοπιστικό «Εισαγωγικό Σημείωμα», τα διαφωτιστικά «Συμπεράσματα», η περιεκτική Περίληψη στα αγγλικά, τα αναλυτικά Ευρετήρια Όρων και Ονομάτων, αλλά και η πλούσια τετράγλωσση Βιβλιογραφία(στα
ελληνικά, γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά). Κοντολογής, πρόκειται για ένα βιβλίο που πληροφορεί, διδάσκει, πείθει και προπαντός προβληματίζει, στοιχεία που του εξασφαλίζουν διαχρονική επικαιρότητα
Εύχομαι στον Παναγιώτη Παρασκευά σύντομα να εμπλουτίσει τη βιβλιογραφία της ιστορίας, και με άλλα τέτοια… «παρασκευά-σματα».
Tου Γιώργου Φρυγανάκη
g_frygan@hotmail.com