Οι πολίτες μακριά από την πολιτική. Ζητήματα ουσίας στην εποχή των εικόνων και της πληροφορίας.

 

Advertisement

 

Ι. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα η κοινωνική δράση άρχισε να υποχωρεί

I. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα η κοινωνική δράση άρχισε να υποχωρεί μπροστά στον καθοριστικό ρόλο που άρχιζε να παίζει η προσωπικότητα στις δημόσιες εμφανίσεις. Από τη στιγμή που οι κοινωνικές σχέσεις δομήθηκαν πάνω στις λεπτομέρειες της προσωπικής εμφάνισης, κάθε άτομο κρινόταν με βάση την αυθεντικότητα των αισθημάτων του και όχι σύμφωνα με την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο και τις πράξεις του. Η δημιουργία της συλλογικής προσωπικότητας, γεννημένη από την κοινή φαντασίωση της κοινότητας, συντέλεσε στο σχηματισμό της δημόσιας προσωπικότητας, που μπορούσε να ασκεί καθοριστική επίδραση πάνω στο ακροατήριο.  Η πολιτική σκηνή και ο δημόσιος λόγος έμοιαζε με μια θεατρική παράσταση, όπου η αντιμετώπιση του ηθοποιού ως μιας εξαιρετικής προσωπικότητας που προκαλούσε σεβασμό και πίστη στο ακροατήριό του, στηριζόταν στο γεγονός ότι η αναπαράσταση των αισθημάτων από τον ηθοποιό συνδέεται με μια προσωπικότητα που αποκαλύπτεται δημόσια και προκαλεί αισθήματα ταύτισης σ’ ένα σιωπηλό και παθητικό ακροατήριο. Το πρόβλημα αυτό των φιλελεύθερων δημοκρατιών εντοπίστηκε έγκαιρα από τον πρώην αριστοκράτη και ένθερμο εχθρό των επαναστάσεων Αλέξη ντε Τοκβίλ. Δεν είναι τυχαίο που σύγχρονοι διανοούμενοι όπως ο  Μπερνάρ-Ανρί Λεβί επικαλούνται ως φιλοσοφική πηγή τους την παράδοση που ξεκινά από τον Τοκβίλ, αλλά φαίνονται οι ίδιοι σήμερα ασυνεπείς στην παράδοση αυτή στηρίζοντας την πολιτική του κράτους του Ισραήλ. Δεν είναι δυνατόν να λες ότι είσαι υπέρμαχος των φιλελεύθερων δημοκρατιών και την ίδια στιγμή να προπαγανδίζεις την ισραηλινή ιδεολογία.

Ο Τοκβίλ δεν υπήρξε ποτέ δογματικός. Κατάφερε για το λόγο αυτό έγκαιρα να αντιληφθεί τα τρωτά σημεία των φιλελεύθερων αστικών δημοκρατιών και δεν δίστασε να προτείνει λύσεις για τη διόρθωση των αδυναμιών τους, που θα απομάκρυναν το φάντασμα της επανάστασης και θα ενίσχυαν τους ηττημένους αστούς στην Ευρώπη μετά την Επανάσταση του 1848. Τότε η αστική τάξη ήταν ακόμη  τάξη επαναστατική και μαχόταν ενάντια στη Μοναρχία και το φεουδαλισμό.  Παρατήρησε εύστοχα πως η γενικευμένη απάθεια της αλλοτριωμένης μάζας για τις κοινές υποθέσεις δημιουργεί έναν γραφειοκρατικό δεσποτισμό που θέλει να ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια της ζωής των ατόμων. Η τυραννία του κράτους αναδύεται μέσα από μια εσφαλμένη, κατά τον Τοκβίλ, αντίληψη των ατόμων, η οποία αποτρέπει τις συνενώσεις των πολιτών και μεταθέτει τις δικές τους ευθύνες στο κράτος: «Υποστηρίζουν (εν. οι σύγχρονοί του) ότι στο μέτρο που οι πολίτες γίνονται  πιο αδύναμοι και πιο ανίκανοι πρέπει να καταστήσουμε την κυβέρνηση πιο επιδέξια και πιο ενεργή, ώστε να μπορέσει να εκτελέσει η κοινωνία αυτό που τα άτομα πια δεν μπορούν να κάνουν.» Μια τέτοια δημοκρατική κυβέρνηση, που «μόνον ακριβείς κανόνες ξέρει να υπαγορεύει», δεν μπορεί παρά να ασκήσει στα άτομα μια ανυπόφορη τυραννία. Απελευθερωμένο το άτομο από τα δεσμά της φεουδαρχίας πέφτει θύμα στην εποχή του ορθού λόγου της ίδιας του της ελευθερίας, η ιδέα της οποία είναι συνυφασμένη με αυτή του ατόμου. Όταν το τελευταίο αποσύρεται από την πολιτική σκηνή το λόγο έχουν ηγέτες όπως ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Μπερλουσκόνι, απόλυτος κυρίαρχος του τηλεοπτικού και πολιτικού παιχνιδιού στη γείτονα χώρα.

ΙΙ. Ας παρακολουθήσουμε την πορεία της σκέψης του πρώην αριστοκράτη και  ένθερμου υποστηρικτή του δημοκρατικού πολιτεύματος Τοκβίλ. Η εξάρτηση των ανθρώπων με τη μορφή της αφοσίωσης ή της προστασίας μέσα στις αριστοκρατικές κοινωνίες από άλλους ανθρώπους που στέκονταν πιο ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία, της μιας τάξης από την άλλη τάξη, απέτρεπε την ισοπέδωση των ανθρώπων και την μαζικοποίησή τους. Η αριστοκρατία είχε κάνει όλους τους υπηκόους μια μακρά αλυσίδα που ανέβαινε από το χωρικό έως τον μονάρχη. Η ανισότητα των συνθηκών στο παλαιό καθεστώς (ancien regime) επέτρεπε την ανάδειξη της εξαιρετικής προσωπικότητας. Αντιθέτως, αναφέρει ο Τοκβίλ, «στους δημοκρατικούς καιρούς οι άνθρωποι σπανίως αφοσιώνονται ο ένας στον άλλον.»[1] Η δημοκρατία «θραύει την αλυσίδα και βάζει κάθε κρίκο κατά μέρος»,[2] ώστε κάθε άτομο να έχει μια αίσθηση ελευθερίας της διάνοιάς του από την επίδραση της διάνοιας ενός άλλου ατόμου.[3] Η προσφυγή του ατόμου στην ατομική προσπάθεια του λογικού του και η διαρκής ενασχόληση με τον εαυτό του δεν συνεπάγεται και την ανεξαρτησία του πνεύματος από κάθε μορφής εξαρτήσεις. Σε μια κοινωνία ομοιομορφίας και ισοπέδωσης, το ίδιο το άτομο επιδίδεται σ’ έναν ατέρμονο αγώνα διαφοροποίησης. Η διαφοροποίηση ενός ατόμου σημαίνει την επιθυμία του ατόμου αυτού να γίνει όμοιο με κάποιο άλλο άτομο πιο ισχυρό κοινωνικά, σημαίνει την αδιάκοπη αναζήτηση μιας ιδεατής ισότητας. Στην προσπάθεια για διάκριση το άτομο εγκαταλείπει τις πολιτικές υποθέσεις, χωρίς να είναι σε θέση να αντιληφθεί την ανελευθερία στην οποία περιέρχεται.

Η ισότητα «απομακρύνεται καθημερινά από μπρος τους, χωρίς όμως ποτέ να κρυφτεί από τα μάτια τους, και απομακρυνόμενη, τους σύρει στην καταδίωξή της. Αδιάκοπα πιστεύουν ότι θα την πιάσουν κι αυτή διαρκώς διαφεύγει τον εναγκαλισμό τους.»[4] Ο ατομικισμός συνεπάγεται την αδιάκοπη καταδίωξη της υλικής ευδαιμονίας, χωρίς, ωστόσο, η διαρκής συσσώρευση κεφαλαίων να ικανοποιεί την ανάγκη διαφοροποίησης του ατόμου ή το πάθος της ισότητας. Η ικανοποίηση του πάθους της ισότητας και του πάθους της ευημερίας μέσα στο δημόσιο χώρο των υλικών απολαύσεων και του ανταγωνισμού συνεπάγεται την άρση των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στο ατομικό (ιδιωτικό) και το δημόσιο. «Έχοντας μόνη φροντίδα να φτιάξουν περιουσία (ενν. τα άτομα) δεν διακρίνουν πια το στενό δεσμό που ενώνει την ιδιαίτερη καλοτυχία του καθενός με την προκοπή του συνόλου.»[5] Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες ο ανταγωνισμός κατακερματίζει τα άτομα σε μονάδες που εύκολα μπορούν να ελεγχθούν και να χειραγωγηθούν σε βάρος της ίδιας της προσπάθειάς τους για ευτυχία.

Η ικανοποίηση αναγκών της προσωπικότητας μέσα στο δημόσιο χώρο υπήρξε δημιούργημα της αστικής ζωής του 19ου αιώνα. Ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίστηκε ως συμπλήρωμα της προσωπικότητας, ένας χώρος στον οποίον το άτομο αναζητούσε την αυθεντική έκφραση της προσωπικότητάς του, χωρίς, όμως, ποτέ να ορίζεται τι είναι αυθεντικό ή τι δεν είναι στα συναισθήματά του.[6] Η αναζήτηση της αυθεντικής έκφρασης των συναισθημάτων ως προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη «αυθεντικών» κοινωνικών σχέσεων και ως σημείο ταυτότητας και κατηγοριοποίησης των ατόμων υπό το πρόσχημα της αμεσότητας, σηματοδοτεί την πτώση και την εξαφάνιση της δημόσιας ζωής. Στο σημείο αυτό κάνει την εμφάνισή της η «τυραννία της οικειότητας», που στηρίζεται στην ατομική περιχαράκωση και στην απώλεια της εκφραστικότητας. Η «απελευθέρωση» από την καταπίεση που επιβλήθηκε στο βικτωριανό κόσμο[7] οδήγησε σε μια κατ’ επίφαση απελευθέρωση της προσωπικότητας, σ’ ένα ατέρμονο εγώ, ώστε οι δημόσιες εμφανίσεις του ατόμου, με την ένδυση, το λόγο, τη συμπεριφορά, να αποτελούν ενδείξεις των προσωπικών αισθημάτων, της ίδιας της αυθεντικότητας του ατόμου.[8] Έτσι η αδιάκοπη αναζήτηση των αυθεντικών εμφανίσεων στο δημόσιο χώρο του 19ου αιώνα αποτελεί, ουσιαστικά, μια διαφορετική διατύπωση με ψυχολογικούς όρους της διαρκούς ανάγκης ικανοποίησης του πάθους της ισότητας με το κυνήγι της υλικής ευδαιμονίας. Με άλλα λόγια στη δημόσια σκηνή όπως και στην ιδιωτική ζωή δινόταν σημασία περισσότερο στην εικόνα και τους εξωτερικούς τύπους παρά στην ουσία, στις ιδέες, τα συναισθήματα και το περιεχόμενο των πράξεων.

Η έλλειψη αντικειμενικών σημείων διάκρισης και αμοιβαίας αναγνώρισης των ανθρώπων και η ανάδειξη της προσωπικότητας στις δημόσιες εμφανίσεις προκάλεσαν την περιχαράκωση του ατόμου και εγκατέστησαν μέσα του το φόβο της ακούσιας έκφρασης των αισθημάτων του. Οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί ως αδυναμία μέσα σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον καταπιεζόταν. Η έκφραση «αυθεντικών» αισθημάτων ταυτίστηκε στη σκέψη του ατόμου με την έκφραση εμπιστοσύνης που εμπνέει κάποιο πρόσωπο, του οποίου η συμπεριφορά κρινόταν τελικά με βάση την αποκάλυψη της προσωπικότητας του. Ο λόγος ως σημείο κοινωνικότητας εγκατέλειψε τις αποστασιοποιημένες από την προσωπικότητα του ομιλητή εμφανίσεις και έγινε πιο προσωπικός. Σε εκείνη ακριβώς την περίοδο ο ενικός αριθμός όταν απευθυνόσουν σε κάποιο άλλο άτομο απέκτησε την σημασία της οικειότητας, της κατάργησης της απόστασης που σε χώριζε από το άλλο άτομο.  Ήταν ένας λόγος που αποκάλυπτε την εσωτερική κατάσταση των αισθημάτων, που κανένας στην πραγματικότητα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια ήταν αυτά. Αντιθέτως, στο παλαιό καθεστώς η απόσταση του λόγου από λεπτομέρειες της προσωπικότητας και η γενικολογία δεν απέκλειαν τις κοινωνικές συναναστροφές ανάμεσα στους ξένους.

Η καθοδήγηση του λόρδου Τσέστερφιλντ προς τον υιό του το 1747 είναι ενδεικτική των διαχωριστικών ορίων και του διακριτού ρόλου ανάμεσα στον ιδιωτικό λόγο και το λόγο των δημόσιων εμφανίσεων ˙ ο Τσέστερφιλντ τον συμβούλευε: «Πάνω απ’ όλα διώξε τον εγωτισμό από την κουβέντα σου, και ποτέ μη φανταστείς πως διασκεδάζουν οι άνθρωποι με τις δικές σου προσωπικές ανησυχίες ή τις ιδιωτικές υποθέσεις σου.»[9] Η απροσωπία του λόγου δε στάθηκε εμπόδιο στην ανάπτυξη της έντονης κοινωνικότητας του ancien regime. Tον 18ο αιώνα ο κόσμος αντιμετώπιζε το δημόσιο χώρο ως θεατρική σκηνή (theatrum mundi) όπου τα άτομα συμπεριφέρονταν ως ηθοποιοί, που προκαλούσαν αισθήματα πίστης στο ακροατήριό τους με τη χρήση προσωπείων. Η χρήση προσωπείων τον 18ο αιώνα δεν εμπόδιζε την αυθόρμητη εκδήλωση των αισθημάτων, τόσο στο χώρο του κοινωνικού θεάτρου, όσο και στο χώρο του πραγματικού θεάτρου. Ο λόγος και στους δύο χώρους ήταν λόγος σημείων και όχι συμβόλων, όπως το 19ο αιώνα. Στο δημόσιο χώρο του 19ου αιώνα  η αυθόρμητη εκδήλωση αισθημάτων θεωρήθηκε ως παράβαση των κανόνων για τις δημόσιες εμφανίσεις. Η παράβαση καθόριζε και τον κανόνα, του τι, δηλαδή, έπρεπε να απορριφθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά. Η δύναμη των συμβολισμών και της λεπτομέρειας οδηγούσε στην ομοιομορφία και στον ατομικισμό.

ΙΙΙ. Στη σκέψη του Tοκβίλ ο ατομικισμός μπορεί να εξελιχθεί σε ατομική δουλεία, που στις συνθήκες της ατομικής ομοιομορφίας, είναι μια συλλογική δουλεία. Προκειμένου τα άτομα να ικανοποιήσουν τις δίχως όρια φιλοδοξίες τους, που προκαλούνται από το πάθος της ισότητας, με πυρετικό ζήλο επιδιώκουν την ευμάρεια και τους ταλανίζει ασταμάτητα ένας αόριστος φόβος μήπως δεν επέλεξαν τον συντομότερο δρόμο που θα τους φέρει σ’ αυτήν.[10] Η αναζήτηση της υλικής ευημερίας και ο φόβος της απώλειας των κεκτημένων δεν απέχουν από την αναζήτηση της αυθεντικότητας μέσα στο δημόσιο χώρο και το φόβο της ακούσιας αποκάλυψης, που θεωρείται ακοινωνική και περιθωριοποιεί το άτομο. Η ψευδαίσθηση της κοινωνικής αλληλενέργειας στην σκέψη του Sennett και η ψευδαίσθηση της ισότητας με τη διαρκή απασχόληση με την ευζωΐα του ατόμου αποτελούν τις νέες μορφές τυραννίας που επέφερε η κατά τον Tocqueville «Δημοκρατική Επανάσταση» στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής του 19ου αιώνα. «Ένας λαός στον οποίο οι ιδιώτες θα έχαναν τη δυνατότητα να κάνουν μεμονωμένα μεγάλα πράγματα χωρίς να αποκτήσουν την ιδιότητα να τα δημιουργούν από κοινού θα επέστρεφε εντός ολίγου στη βαρβαρότητα.»[11]

Επιτακτική ανάγκη για τις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες είναι η ανασυγκρότηση του δημόσιου χώρου και η επανακατοίκησή του από άτομα με κοινωνική συνείδηση και πολιτική παιδεία. Αυτό προϋποθέτει την υπέρβαση του ατόμου και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Ένας συνειδητοποιημένος πολίτης θα είναι σε θέση να κρίνει πως η μορφή των φιλελεύθερων δημοκρατιών όπως είναι σήμερα δεν συγκροτεί και τη μόνη δυνατή πορεία για μια ορθολογική οργάνωση των κοινωνιών. Θα είναι σε θέση να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, καθώς και την ουσία από την εικόνα των πραγμάτων. Στις αρχές του 1848 ο Τοκβίλ απευθυνόμενος στους συναδέλφους του κοινοβουλευτικούς, τους ρωτάει: «Μα δεν βλέπετε ότι τα πάθη (των εργαζομένων τάξεων) από πολιτικά έχουν γίνει κοινωνικά;»

Υποσημειώσεις

1. Alexis de Tocqueville, De Ia Democratie en Amerique (Η Δημοκρατία στην Αμερική), Στοχαστής 1977,  τόμος  Β΄, μέρος Γ΄, κεφ. Ι, σ. 576.

2. Tocqueville, ό.π.,  τ. Β΄, μ. Β΄ , σ. 518.

3. Tocqueville, ό.π., τ. Α΄, μ. Β΄, κεφ. Ι. σ. 435.

4. Tocqyeville , ό.π , σ. 549.

5. Tocqueville, ό.π , τ. B΄, μ. Β΄ , κεφ. XIV, σ. 551.

6. Ρίτσαρντ Σένετ , Η τυραννία της οικειότητας .Ο δημόσιος και ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό, Νεφέλη, 1999, σ. 252.

7. Σένετ, ό.π., σ. 331-332.

8. Σένετ, ό.π., σ. 200-206.

9.  Σένετ, ό.π., σ. 91.

10. Σένετ, ό.π, σ. 547.

11. Tocqueville, ό.π., τ. Β΄, μ. Β΄, κεφ.V, σ. 525.

Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement