ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

Η άμεση λαϊκή ετυμηγορία

Του Μανώλη Σκαρσουλή

Advertisement

 

Η άμεση λαϊκή ετυμηγορία

Δημοψήφισμα :  Ο θεσμός κατά τον οποίο εκφράζεται η θέληση και η απόφαση του λαού για σοβαρότατα εθνικά ή πελατειακά θέματα με γενική και καθολική ψηφοφορία, όταν μια κυβέρνηση δεν θέλει ή δεν μπορεί ν’ αναλάβει την ευθύνη για την λήψη κρισιμότητας απόφασης χωρίς την άμεση έγκριση του εκλογικού σώματος.

Το δημοψήφισμα κατά μια έννοια μπορεί να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων κυβερνητικές πολιτικές που κρίνονται απαραίτητες  και δεν τίθεται υπόψη του εκλογικού σώματος.

Από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους έχουν διεξαχθεί επτά φορές δημοψηφίσματα.  Τις έξι από αυτές για το πολιτειακό ζήτημα και μια για την έγκριση συνταγματικού κειμένου.  Όσον αφορά τα πολιτειακά δημοψηφίσματα, αυτά κατέληξαν σε ισοπαλία (τρία υπέρ και τρία κατά της βασιλείας). Έτσι, στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1920 ο λαός αποφάσισε την επάνοδο στον θρόνο του Κωνσταντίνου Α΄ μετά την συντριπτική ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν στις αρχές του ίδιου μήνα.  Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο δημοψήφισμα της  13ης Απριλίου 1924, ο λαός ελάμβανε την αντίθετη απόφαση για την κατάργηση της βασιλικής δυναστείας που την εγκαθίδρυση της αβασίλευτης δημοκρατίας.  Είχε προηγηθεί η μικρασιατική καταστροφή και η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στη διαμόρφωση του οποίου διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο ως πρωθυπουργός ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Ένδεκα χρόνια αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου 1935, ο λαός αποφάσιζε ξανά σε δημοψήφισμα την παλινόρθωση του θρόνου.  Είχε προηγηθεί το πραξικόπημα του στρατηγού Γ. Κονδύλη τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, που προετοίμασε το έδαφος, ως ακολουθία των δυο πραξικοπημάτων της φιλοβενιζελικής παράταξης το 1933 και το 1935.

Με την λήξη της κατοχικής περιόδου και προτού οξυνθεί ο εμφύλιος πόλεμος στο δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 ο λαός αποφαινόταν ξανά υπέρ  της επανόδου  στον θρόνο του Γεωργίου Β΄  είχαν προηγηθεί οι βουλευτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, από τις οποίες απείχε η Αριστερά (ΚΚΕ, ΕΑΜ) και κάποιοι άλλοι κεντρώοι πολιτικοί, μολονότι διεξήχθησαν με το σύστημα της απλής αναλογικής. Έλαβαν, όμως, μέρος στο πολιτειακό δημοψήφισμα του Σεπτεμβρίου, στο οποίο  ο λαός  τάχθηκε με πλειοψηφία 68% υπέρ του βασιλικού θεσμού (κατά το 32%).

Στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Ιουλίου 1973, επί δικτατορίας των συνταγματαρχών, ο λαός υποτίθεται ότι ενέκρινε με ποσοστό πάνω από 77% την κατάργηση του θρόνου.  Είχαν προηγηθεί όχι μόνο το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, αλλά και η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου Β΄ από την Ελλάδα, μετά το ατελέσφορο κίνημα του Δεκεμβρίου 1967.  Καθώς και η εξέγερση των φοιτητών στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 1973, αλλά και το κίνημα στο Ναυτικό τον Μάιο του ίδιου χρόνου.  Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι το δικτατορικό καθεστώς είχε υποβάλει σε δημοψηφισματική έγκριση στα τέλη Σεπτεμβρίου 1968 συνταγματικό κείμενο, που έλαβε το πλασματικό ποσοστό 92% ενώ είχε ανασταλεί κάθε πολιτική δραστηριότητα  και εξακολουθούσε3 να ισχύει ο  στρατιωτικός νόμος.

Τέλος, στη διενέργεια του μόνου ίσως γνήσιου και ελεύθερου δημοψηφίσματος της 8ης Δεκεμβρίου 1974 ο λαός αποφάνθηκε οριστικά με πλειοψηφία 69% υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Είχε προηγηθεί η κατάρρευση του αυταρχικού καθεστώτος στο μέσο της κυπριακής τραγωδίας, η πανηγυρική επάνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Ελλάδα και η διενέργεια των βουλευτικών εκλογών της 17ης Νοεμβρίου 1974μ, στις οποίες έλαβαν μέρος όλες οι πολιτικές δυνάμεις και η Νέα Δημοκρατία του Καραμανλή έλαβε ποσοστά πάνω από 54% και 220 έδρες στη Βουλή.

Από τη συνοπτική ιστορική ανασκόπηση προκύπτει ότι τα δημοψηφίσματα -όποτε αυτά πραγματοποιήθηκαν-λειτούργησαν κυρωτικά και επιβεβαιωτικά των πολιτικών μεταβολών που είχαν προηγηθεί και καλλιέργησαν η «ρυμούλκησαν» την κοινή γνώμη προς την ανάλογη κατεύθυνση.

Αξίζει σε αυτή την συνάφεια, και προτού εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα, να αναφερθούν και τα τρία ή τέσσερα δημοψηφίσματα, που δεν έγιναν, παρότι προτάθηκαν και προβλημάτισε η διεξαγωγή τους.  Έτσι, όσον αφορά το Κυπριακό ζήτημα, μολονότι στο σχετικό δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στην Κύπρο το 1950 η συντριπτική πλειοψηφία του λαού (96% του ελληνικού πληθυσμού και 80% του συνόλου)  τάχθηκε υπέρ του τερματισμού της αγγλοκρατίας και της ένωσης με την Ελλάδα, ο Καραμανλής προτίμησε να συνάψει τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου για την  ανεξαρτησία της Κύπρου,  αποκλειόμενης της ένωσής της με την Ελλάδα, χωρίς να θέσει το θέμα σε δημοψήφισμα.  Είχαν προηγηθεί οι εκλογές του 1956 και 1958, στις οποίες το κόμμα του (η ΕΡΕ)είχε συγκεντρώσει ποσοστά της τάξεως του 47,3% και 41% αντιστοίχως.

Εξάλλου, την περίοδο της μεταπολίτευσης, η στρατηγική επιλογή για την ένταξη της χώρας στην τότε ΕΟΚ αποφασίστηκε από την κυβέρνηση Καραμανλή με την υπογραφή της σχετικής συνθήκης στο Ζάππειο τον Μάιο 1979, παρά τη διαφωνία της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ, υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου.  Όταν, μάλιστα, ο τελευταίος ανέλαβε την ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου μετά την πανηγυρική νίκη του στις εκλογές του Οκτωβρίου 1981, απέφυγε να θέσει το θέμα της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ σε δημοψήφισμα, προτιμώντας τον χειρισμό του από την κυβέρνηση.

Αναλόγου χαρακτήρα και σημασίας θα πρέπει να θεωρηθεί η αποφυγή από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να θέσει το «Μακεδονικό» ζήτημα (δηλαδή την ονομασίας της γείτονος χώρας) σε δημοψήφισμα το 1992, παρά τα δύο μαζικά  συλλαλητήρια στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και την απολύτως επισφαλή κοινοβουλευτική του πλειοψηφία.

Τέλος, κατά την πιο πρόσφατη περίοδο, ο Κωνσταντίνος Σημίτης από την θέση του πρωθυπουργού απέφυγε να θέσει σε δημοψήφισμα την ένταξη της χώρας στη ΟΝΕ και την  υιοθέτηση του ευρώ, αναφέροντας χαρακτηριστικά στη Βουλή το 1998: «Είναι πάγια τακτική ότι στην Ελλάδα δεν αποφασίζονται τα θέματα των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης  με δημοψήφισμα, άλλα μέσα από τις διαδικασίες που προβλέπονται στο Σύνταγμα από τη Βουλή». Την ίδια τακτική ακολούθ8ησε και ο νυν πρωθυπουργός της χώρας (Κώστας Καραμανλής) προκειμένου για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα που εγκρίθηκε από τη Βουλή με μεγάλη πλειοψηφία, χωρίς να τεθεί σε δημοψήφισμα, όπως συνέβη σε άλλες χώρες (Γαλλία, Ολλανδία, κ.λπ).  Ενώ και το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες των πολιτών δεν τέθηκε σε δημοψήφισμα, παρά τη σχετική εκστρατεία που ανέλαβε η Εκκλησία της Ελλάδος με τη συλλογή εκατομμυρίων υπογραφών.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και με τον επιπλέον λόγου ότι στο προεκλογικό του πρόγραμμα δεν αναφέρθηκε εις την δεινήν οικονομική κατάσταση της χώρας, επειδή του απεκρύβη όπως διατεινόταν, η διενέργεια δημοψηφίσματος για τα μέτρα που ελήφθησαν ή λαμβάνονται θα νομιμοποιούσε πλήρως τις επιλογές της κυβέρνησης

Συμπεραίνεται λοιπόν, ότι με εξαιρετική φειδώ, διεξάγονται πλέον τα δημοψηφίσματα στη χώρα μας προτιμώντας οι αρμόδιες πολιτικές ηγεσίες την κοινοβουλευτική ευθύνη ενώπιον των αντιπροσωπευτικών θεσμών.  Κρίνεται, προφανώς, ότι η άμεση  προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, δεν προσιδιάζει για ζητήματα που είναι από την φύση τους περίπλοκα και δεν επιδέχονται γενικών ή διλημματικών αποφάνσεων (υπέρ ή κατά).  Προτιμότερη είναι, υπό την έννοια αυτή η χρήση των δημοψηφισμάτων για τοπικά θέματα και μάλιστα μετά από εκτενή διαβούλευση και διάλογο, παρά για ζητήματα γενικής πολιτικής.

Τι εστίν έργον άρχοντος

Σε μια όχι ιδιαίτερα γνωστή επιστολή του με τον τίτλο αυτό ο πατριάρχης Φώτιος, η σημαντικότερη πνευματική μορφή του Βυζαντίου τον 9Ο αιώνα μ.χ., κατέθετε το απόσταγμα της δικής του αντίληψης και εμπειρίας για τα καθήκοντα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η πολιτική ηγεσία. Πεντακόσια περίπου χρόνια νωρίτερα από το περίφημο δοκίμιο του Μακιαβέλλι για τον Ηγεμόνα (Il Principe), ο πατριάρχης Φώτιος προσδιόριζε με τον δικό του τρόπο και σε ένα τελείως διαφορετικό ύφος και πολιτιστικό περιβάλλον από τον πολίτη της Φλωρεντίας τους κανόνες ή τις αρχές της καλής διακυβέρνησης.

ΑΡΧΗ ΑΝΔΡΑ ΔΕΙΞΕΙ

Η αριστοτελική επισήμανση ότι τον καλό ή κακό άρχοντα τον φανερώνει ο τρόπος με τον οποίο ασκεί την εξουσία («αρχή άνδρα δείξει») είναι το πρώτο σημείο από το οποίο εγκαινιάζει και τη δική του νουθεσία ο Φώτιος. Γιατί η εξουσία είναι ένας καθρέφτης («κάτοπτρον ηγεμόνος»), που δείχνει την πραγματική αξία ή απαξία του κάθε ηγήτορα. Εκεί δοκιμάζονται οι ψυχικές αντοχές και οι πνευματικές του δυνατότητες. Απαιτείται , λοιπόν, συστηματική προετοιμασία, πνευματική άσκηση και περισυλλογή, αλλά και συναναστροφή με συνετούς και έμπειρους ανθρώπους. Όχι με κόλακες και φαύλους, που βλάπτουν το ήθος των αρχηγών. Γιατί αυτοί πρέπει να αποτελούν «υπογραμμόν και παράδειγμα» για τους πολίτες.

Ο πολιτικός αρχηγός, τονίζει ο Φώτιος, δεν πρέπει να περιμένει να ακούει από τους φίλους και συνεργάτες του τα ευχάριστα, αλλά την αλήθεια. Ώστε να είναι σε θέση και ο ίδιος να έχει επίγνωση των πραγματικών διαστάσεων των προβλημάτων του τόπου και του λαού, που καλείται να υπηρετήσει. Η ποιότητα της εξουσίας συναρτάται με τη σύνεση των πολιτικών και τη συναίνεση των πολιτών. Όμως αυτή δεν αποκτάται με την αυταρχικότητα και την πυγμή, αλλά με την αυστηρότητα της σκέψης, τη σταθερότητα και την υπευθυνότητα των αποφάσεων.

ΑΡΕΤΗ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΑ

Στο σημείο αυτό (την 48η παράγραφο της επιστολής του) ο Φώτιος εκθέτει την ωριμότερη νομίζω σκέψη και παραίνεσή του. «Κάποιοι λένε», γράφει, «ότι η αρετή του άρχοντα φαίνεται από το ότι μπορεί να μετατρέψει μια πόλη από μικρή σε μεγάλη. Εγώ θα έλεγα ότι η αρετή του άρχοντα φαίνεται περισσότερο από το ότι μπορεί να μετατρέψει μια πόλη από φαύλη σε χρηστή». Δηλαδή, να απαλλάξει τη χώρα και την πολιτεία του από φαυλότητες και διαφθορές, από την ευτέλεια και τις μηδαμινότητες που τυχόν την ταλαιπωρούν. Γιατί αυτά είναι τα σαθρά θεμέλια που δεν διασφαλίζουν, αλλά κλονίζουν τη σταθερότητα και την ευημερία ενός τόπου.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι πολυτιμότερα και από τα τείχη μιας πόλης ήταν τα ήθη και οι χαρακτήρες των πολιτών και μάλιστα των ηγητόρων. «Ανδρών γαρ όντων έρκος εστίν ασφαλές», έγραφε ο Αισχύλος στους Πέρσες (στ.349). Ιδίως η φρόνηση, η μετριοπάθεια, η υπευθυνότητα και το πνεύμα δικαιοσύνης στη δράση τους. Γιατί από αυτούς παραδειγματίζεται όλη η πόλη. Αυτοί λοιπόν πρέπει να είναι οι αυστηρότεροι κριτές όχι των άλλων, αλλά του ίδιου του εαυτού τους.

Αυτός που διοικεί, ποτέ δεν πρέπει να ενεργεί υπό το κράτος του θυμού, του βρασμού της ψυχής και της οργής. Γιατί αυτό το συναίσθημα αλλοιώνει τη σκέψη και αφανίζει την καθαρότητα του συλλογισμού. Αναφέρεται από τον Στοβαίο ότι κάποτε ο Πλάτων που θύμωσε πολύ με κάποια πράξη ενός υπηρέτη του, του είπε: «είσαι τυχερός που είμαι θυμωμένος, γιατί, αν δεν ήμουν, θα σε τιμωρούσα αυστηρά».

Ίδιον, λοιπόν, του σοφού είναι η αοργησία αλλά και του πολιτικού η σύνεση ως προς την άσκηση των μέσων εξουσίας και επιβολής που βρίσκονται στη διάθεσή του. Γιατί αυτός είναι αληθινός ηγέτης θα φανεί στο ήθος και στα έργα που θα αφήσει πίσω του.

Πηγή: «Απρόρρητα» Αντώνης Μακρυδημήτρης

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement