Ακούστε τα γαυγίσματα της νύχτας
Του Αιμίλιου Γάσπαρη
Ακούστε τα γαυγίσματα της νύχτας, της θερινής
Που γύρισε της ζέστης τα φυλλώματα κι έπιασε να στεγνώνει
Του ιδρώτα τις σταγόνες, ακούστε εσείς , όσοι μείνατε
Τον ψίθυρο που έρχεται σα θρόισμα κι ανεβαίνει
Γίνεται θρήνος από τ’ αγαπημένα δέντρα των προγόνων
Τα δέντρα από περίκλειστα τεμένη, προστατευμένα κάποτε
Που κόπηκαν και με ωθούν καθώς πατώ στο χώμα
Δάκρυα φυλαγμένα
Είναι οι κραυγές από τις ρίζες π’ ασύστολα κι ασύστατα
Ήρθαν οι μερικοί, ανεπαρκείς και ψεύτες
Κυλώντας τα θεόρατα κουπιά σε δίσεκτους ανέμους
Αυλητρίδες εφημερίδες, ξόανα και ερπετών δικλείδες
Ολονυχτίς ο θρήνος, γαυγίσματα λυτών μεγάλων
Της θερινής ακτής, που ξέφυγαν τα πλοία
Κι ας ήταν τα φανάρια της σβηστά της μοναχής ελπίδας.
Μούσα
Η υπόγεια θάλασσα θάρθει καιρός για ν’ αναταραχτεί
Χωρίς φωτιά, χωρίς αγέρα κι ο κεραυνός λαμπρό σημάδι
Τα κορμιά θα σκίσει και θα κάψει τα στεφάνια του κακού
Γι’ αυτό τα έργα των θνητών τα αποτρόπαια
Σε θρήνο να γυρίσω, Μούσα, στον κόπο τούτο στάσου
Κατέβα από την κορφή του πιο ψηλού βουνού
Και στάξε κόμπο προσφοράς, συμπαραστάτρια
Δάκρυα φυλαγμένα
Στο πέρασμα του χρόνου πως ήρθαν και μας σκότωσαν
Τα δυτικά της πόλης. Τα δυτικά της πόλης μας
Στον τόπο που τα δέντρα γελούσαν , τραγουδούσαν τ’ αμπέλια
Και τα λουλούδια σκόρπιζαν κάθε στιγμή το φθόνο
Σπηλιές και ξεροχείμαρροι , πηγάδια και πηγές και βράχια
Ήταν εκεί αιώνες κι όμως όσοι απομείνατε ακούστε
Και να είναι νύχτα με τ’ άστρα καθαρά
Μούσα
Τους σταλακτίτες, τα πορφυρά αγάλματα της υπομονής
Τα δημιουργήματα του κόσμου του διάσπαρτου
Μες στη σπηλιά της λίμνης που γεύτηκε τους αρχαίους έρωτες
Τότε που γνώριζαν τη δύναμη που κρύβει της ηδονής το χέρι
Πως ήρθαν οι ερπύστριες, δαγκάνες και κοφτερά μαχαίρια
Της ανθρώπινης που πέφτει σαν ακρίδα ματαιοδοξίας
Κι έστρωσαν γκρεμίσματα των γκρεμνών τα στολίδια
Δάκρυα φυλαγμένα
Έριξαν δυναμίτιδα στις κοίλες αγκαλιές της γης
Εκσφενδόνισαν το κόκκινο χώμα πάνω στις αλυκές
Την ώρα που χωριάτισσες μάζευαν το αλάτι
Τ’ αγκάθια έσπασαν τα ανθρωποειδή
Εκείνα που προορισμό είχαν τους τυράννους
Έφτιαξαν κατηφοριές κι έφεραν τ’ απορρίμματα στη θάλασσα
Οι γάμοι μας εορτάζονται στη θάλασσα
Μούσα
Πυρπολώντας κόκκινα σεντόνια εκείνου που δε λέγεται
Μα είναι η πράξη τέχνης εξεζητημένης , νομοθεσίας αργής
Πηχτό έριξαν αίμα από τα σφαγεία
Έριξαν την κόπρο του Αυγεία
Στο Μαύρο Μουρί το μαύρο σκατό της πόλης
Έριξαν στα ψάρια τον ψευδάργυρο, τις μαγγανείες, τη χρυσή
Τα μπάζα, τα νεκρά ψυγεία, τις ηλεκτρικές εστίες, ξύλα
Πλαστικά, των οικοδομών τα περισσεύματα.
Μούσα, δάκρυα φυλαγμένα
Σωροί, σωροί π’ αυξάνονται και που γεννούν με δόσεις
Δίπλα σε στείρους έρωτες ανθρώπων , μηχανικούς
Με προφυλαχτικά στις ισοπεδωμένες εκτάσεις κάτω
Των παλαιστών που η στιβαρή τους φύση ακινητεί
Στην πρόσκληση για κείνα που δεν περισσεύουν πουθενά
Στα πεθαμένα ιερά των ναυτικών κάτω
Που σίγησαν όπως σιγούν τα προϊστορικά θηρία
Δάκρυα φυλαγμένα
Πλυμένα στο βλυχό νερό λευκά οστά χωρίς αρμό
Διαλυμένα σε οξύ τελετουργικά μπροστά σε τέρατα
Ανθρώπινα λεκιασμένα που δεν θα διστάσουν να σου πιουν
Το αίμα, Μούσα τραγούδησε, σταλάγματα της γης
Σταλάγματα της υπομονής της πόλης μας τα χρόνια
Μες τη ρωγμή αντέχει η συκιά κι η κάπαρη
Κι ο ασπάλαθος ακόμη.
Μούσα
Συ που λαλείς και βλέπεις
Διέρχονται σκιές προάγγελοι θανάτων
Μέσα σε αυτοκίνητα με το δάκτυλο στη μύτη
Κρατώντας την πηχτή τους σκέψη αγκαλιά
Μαζί με γελαστές γυναίκες εκπορνευόμενες
Ανηφορίζουν με τον πολυτελή τους χαρτοφύλακα
Στα μαβιά μονοπάτια που γέμισαν δείκτες σκοτεινότητας
Έμποροι του τόπου που τ’ αποτσίγαρα πετούν
Στις ατενίζουσες νωχελικά γάτες
Δίπλα στα κιβώτια των σκουπιδιών που λειώνουν
Που οι ταγοί αποφασίζουν χρώματα, βλέποντας τηλεόραση
Π΄ αρδεύουν τις συγγενικές διαδρομές
Ψύχραιμοι, πίνοντας ουίσκι και προπηλακίζοντας φακέλους
Συναλλαγής για τον νυμφίο, για την έδρα, για το τραπέζι
Τόσο που η πέτρα μετά της σφύρας τους εμβολισμούς
Γίνεται σκόνη ατομική και αιωρείται, νέφος του πάθους
Καρφώνοντας σφαίρες ερυθρές ,μονομανείς και επηρμένες
Τα χιόνια δεν ασπρίζουν ούτε αντανακλούν
Στα πίσω βουνά, δεν φτάνουν στη θάλασσα
Που δέχεται τα βλήματα , απόβλητα αποβλήτων
Του μέλλοντος διαγραφή άχαρης ανατομίας
Δάκρυα φυλαγμένα.
Μούσα , λυπήσου τον τόπο μου.
Συ που λαλείς κι ακούγεται υπόκωφη λαλιά σου
Υπουργέ μου εσύ ,εργάτη προεξάρχοντα κουβουκλίων
Κεκαρμένων ,σκιωδών κυβερνήσεων π’ αποχωρούν
Προβλεπτή και έξαρχε πρότυπης ψαλμωδίας
Ανεμάρπαστων έργων
Σκύψε υπουργέ στα υποχθόνια έργα εκείνων που μ’ αυτά
Στηρίζουν τα γύψινα πόδια τους
Σκύψε ύψιστε αιθεροβάμονα προστάτη
Με την υπογραφή σου γίνονται τα αίσχη
Τ’ ανενδοίαστα έργα, απ’ όσους γελούν σαρδόνια
Θείε θυμήσου πριν ταφεί η συνείδηση
Σε λαξευτούς αρχαίους θρήνους το κορμί σου
Ποτισμένο από τις εκπομπές μιας πομπής που δεν σταματά
Από την αποστολή εκείνων που γνωρίζουν καλά
Τις συνταγές Ελληνοσύρων μάγων.
Σαν παραμύθι ν’ ακουστεί και να μη σβήσει
Ακούς τη σάλπιγγα του στρατοπέδου και την κραυγή ακούς της νύχτας
Ποια μάτια το είδανε , αβάσταχτο τη θάλασσα να πνίγεις
Στη γη να φέρνεις το χαμό κι ανέξοδα να γεμίζεις
Τ’ άδεια μάτια κι ας ήτανε μεγάλο της σιωπής
Στα πέτρινα χωρία οι ορχήστρες θα φτιάχνουν και θα φτιάχνουν
Άπληστοι πληρωμένοι και διψασμένοι εκτελεστές πλακώσαν
Που δεν προφταίνεις πια να δεις , από παντού περνούνε
Κι οι δρόμοι κλείνουν κάθετα κι ερμητικά
Με νύχια που καρφώσαν εκείνες οι γυναίκες
Μ’ απατηλό χαμόγελο στους αποστεωμένους
Ω…. σάρκα μεθυστική και άβγαλτη
Ποιος να σου το ’λεγε να πάρεις μέτρα
Οι μέρες του καλοκαιριού μας τράβηξαν ως μέσα
Σε κόπους που κρατούν καιρό να μην τρομάξουν
Οι μέρες του καλοκαιριού με τα μελτέμια
Σφυρίζει η στέγη τ’ ουρανού , φεύγει το κύμα
Νησιά ορθώσετε τη μνήμη
Νησιά μη δώσετε τις πέτρες , κρατείστε τις αιχμηρές
Για ’κείνους που παρέδωσαν τις μήτρες
Σ’ άσκοπους πανηγυρισμούς
Σε πελαγίσιες εκδρομές για ξέπλυμα του φόβου
Νησιά ανδρεία φάροι μείνατε αείφωτοι
Ενάντια στο σκοτάδι που πλάκωσε απέναντι στις κάθετες ακτές
Τώρα που ο ζόφος άπλωσε , σύννεφο μολυσμένο
Καλύπτοντας των ζωντανών πηγάδια
Καλύπτοντας χωρίς τάξη ριγμένα στοιχεία μαθηματικών
Σάρκα ως πότε οι πειρασμοί θα σε παιδεύουν
Της σκέψης είναι φτερωτά και ανεκπλήρωτα
Άραγε Μούσα καταδέχεσαι να σκύψεις το βλέμμα
Σ’ αυτούς τους δρόμους που ποδοπατούν Αργείοι
Που εκποίησαν αυτοί, τους βλέπεις
Που διέρχονται με το δάκτυλο στο στόμα.