Η θεωρία της κυριαρχίας του άνδρα πάνω στη γυναίκα
Του Μανώλη Σκαρσουλή
1. Οι αξίες του πολιτισμού μας
Η θεωρία της κυριαρχίας του άνδρα πάνω στη γυναίκα, που θεωρείται φυσικό δικαίωμά του, είναι βαθιά αποτυπωμένη στο σύστημα των πολιτιστικών μας αξιών. Βασική αξία αποτελεί η επιβολή του «νόμου του ισχυρότερου» και στόχοι της είναι η κυριαρχία σε κάθε εκδήλωση ζωής και η αποκλειστική άσκηση της εξουσίας. Ο πολιτισμός μας ολόκληρος στηρίζεται στην κάθε μορφής καταπίεση – πολιτική, κοινωνική, οικονομική, επαγγελματική, οικογενειακή, εκπαιδευτική, ηθική, πνευματική. Παρόλο που οι γυναίκες έχουν, σύμφωνα με το νόμο, τα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες, τα ήθη και οι πρακτικές εξακολουθούν να τις κρατούν σε ιδιάζουσα θέση. Σε έναν πολιτισμό που δίνει το προβάδισμα στη φυσική δύναμη, οι γυναίκες θεωρούνται από τη φύση τους αδύναμες. Οι άνδρες, εξαιτίας της σωματικής (φυσικής) υπεροχής, έχουν δικαίωμα να κυριαρχούν στις σωματικά ασθενέστερες γυναίκες.
Για την εμπέδωση αυτής της αξίας επιστρατεύεται συνήθως η βιολογία. Όμως ειδικοί επιστήμονες βεβαιώνουν ότι τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των 12 ετών το κορίτσι είναι το ίδιο ρωμαλέο με το αγόρι, ενώ παράλληλα εκδηλώνει τις ίδιες πνευματικές ικανότητες. Όσο δεν υπάρχει πεδίο που να απαγορεύεται ο συναγωνισμός στα παιδιά των δύο φύλων, αυτά βαδίζουν παράλληλα. «Δεν υπάρχει καμιά βιολογική ή ψυχολογική μοίρα που να προσδιορίζει τη μορφή του ανθρώπινου θηλυκού, όπως τη θέλει η κοινωνία μας».
Η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι προϊόν της κληρονομικότητας ή του περιβάλλοντος, της ανάπτυξης ή του πολιτισμού, της φύσης ή της παιδείας; Η κοινωνιολογία διδάσκει ότι ο πολιτισμός και η ανθρώπινη συμπεριφορά βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση. Ο πολιτισμός αλλάζει τη βιολογική προέλευση του ανθρώπου και αυτή με τη σειρά της τροποποιεί τον πολιτισμό. Τα δύο φύλα έχουν ένα βιολογικό πρόγραμμα ανάπτυξης, που παρουσιάζει πάρα πολλές ομοιότητες, τουλάχιστον μέχρι την εφηβεία. Τα περισσότερα από τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητα και των δύο φύλων είναι όμοια και όχι διαφορετικά. Και τα διαφορετικά στοιχεία όμως δεν διακρίνονται σε στοιχεία κατωτερότητας ή ανωτερότητας.
Ο πολιτισμός μας, ωστόσο, δεν αποδέχεται αυτή την απλή επιστημονική αλήθεια και ακολουθεί διαφορετική αντιμετώπιση για το κάθε φύλο, τοποθετώντας το ένα απέναντι στο άλλο. Δημιουργεί τα κοινωνικά φύλα : δύο φύλα ανταγωνιστικά, σε σχέση αντίθεσης, που καταλήγουν να είναι εχθρικά και επικίνδυνα το ένα προς το άλλο.
Είναι σκέτη αλαζονεία να πιστεύεις ότι είσαι ανώτερος από τον άλλο εξαιτίας του φύλου. Φυσικά δεν υποστηρίζουμε ότι δεν υπάρχουν διαφορές και ιδιαιτερότητες ανάμεσα στα δύο φύλα, προσθέτουμε όμως ότι αρσενικό και θηλυκό είμαστε οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, ένα είδος πολυφυλετικό, στο οποίο τα αποκαλούμενα «αρσενικά» και «θηλυκά» στοιχεία δεν είναι αντίδικα.
Οι μύθοι
Στη βάση της βίας κατά των γυναικών βρίσκεται ένας αριθμός νοητικών κατασκευών που θεωρεί δεδομένο ότι οι γυναίκες είναι αδύναμες από τη φύση τους και γι’ αυτό τις κατατάσσει στην κατηγορία των «κατώτερων». Εξαιτίας αυτής της κατωτερότητάς τους οι γυναίκες οφείλουν να δέχονται κάθε μορφής βίας που κατευθύνεται εναντίο τους.
Τα χαρακτηριστικά του ανδρισμού και της θηλυκότητας, και συνακόλουθα της υπεροχής και της κατωτερότητας, δεν είναι παρά μύθοι και δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. «Άνδρας και γυναίκα είναι επινοήματα, κατασκευές πολιτισμικές, ολοκληρωτικές και απροσάρμοστες στο ανθρώπινο γίγνεσθαι».
Ο μύθος του ανδρισμού
Ο ανδρισμός δεν είναι βιολογικό δεδομένο, αλλά ένας από τους καταναγκασμούς των βιολογικών διαφορών των δύο φύλων. «Αν είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα, είναι αδύνατον να είσαι άνδρας», μας λέει ο Ferdinando Camon. Και είναι καταναγκασμός, αφού οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να αποδεικνύουν διαρκώς τον αντρικό τους χαρακτήρα. «Το να είσαι άνδρας σημαίνει έναν αγώνα χωρίς τέλος μια ολόκληρη ζωή». Πρόκειται για ένα ζητούμενο χωρίς τέλος, για κάτι που παραμένει απρόσιτο και συνδέεται με το ιδεώδες της αποτελεσματικότητας, μια άλλη καθαρά «αντρική αρετή».
Μέρος του ανδρισμού αποτελεί και η επιθυμία του άνδρα για κατακτήσεις. Όσο για τις γυναίκες, ανήκουν και αυτές σ’ εκείνα που πρέπει να κατακτηθούν. Έχει γίνει σλόγκαν η φράση του Νίτσε : «Η κάθε γυναίκα είναι για κατάκτηση». Και ο «σωστός» άνδρας πρέπει να έχει στο ενεργητικό του πολλές κατακτήσεις γυναικών! Εξάλλου, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ανδρισμό είναι η επιθετικότητα. Όμως από την επιθετικότητα μέχρι το βιασμό δεν μας χωρίζει παρά μόλις ένα βήμα.
Ο ανδρισμός όμως περιλαμβάνει και την έννοια της σεξουαλικής βίας, που δεν είναι ούτε ζωώδες ένστικτο ούτε έκφραση της σεξουαλικότητας, αλλά ο κοινωνικά και πολιτισμικά καθορισμένος χαρακτήρας της αντρικής συμπεριφοράς. Με το βιασμό, που είναι μορφή της σεξουαλικής βίας, επισφραγίζεται το κυριαρχικό δικαίωμα των ανδρών που, ας σημειωθεί, οδηγεί στην ενίσχυση του κοινωνικού καθεστώτος.
Ο μύθος της θηλυκότητας
Η έννοια της θηλυκότητας, που χρησιμεύει για να δικαιολογήσει και να διαιωνίσει το κοινωνικό και ψυχολογικό καθεστώς της γυναίκας, είναι ένα εντελώς πολύπλοκο ιδεολογικό προϊόν, με σχετικά αμετάβλητο περιεχόμενο στην ιστορική μας κλίμακα. Οι μορφές έκφρασής της ποικίλλουν ανάλογα με τις κοινωνικές και τις ιστορικές κινήσεις: η «μητρότητα», η «γοητεία», η «ομορφιά». Τη φαντάζονται να περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά που τάχα προσιδιάζουν την ψυχολογία της γυναίκας που αδιαφορούν για την κοινωνική ή βιολογική τους ρίζα, παρόλο που καταναλώνονται σε ατέρμονες συζητήσεις σχετικά με το περίφημο «αιώνιο θηλυκό», το «βιολογικό» και το «κοινωνικό».
Αυτή η θηλυκότητα, ωστόσο, απαγορεύει στην πραγματικότητα στις γυναίκες την πρόσβαση στη δική τους ζωή, την οικειοποίηση της δικής τους ζωής, και υποτάσσει την ατομικότητα και τις ιδιομορφίες, τις ειδοποιούς διαφορές, σε παράξενα παγιδευμένες γενικότητες. Μια γυναίκα ξοδεύει όλη της τη ζωή για να είναι χαριτωμένη και όχι επιθετική, καταπνίγοντας τις εχθρικές και επιθετικές παρορμήσεις της. Έτσι, οι γυναίκες καταλήγουν να είναι υπερβολικά εξαρτημένες, με μια βαθιά αίσθηση ανασφάλειας και αβεβαιότητας σε ο,τι αφορά τις ικανότητές τους, ενώ παράλληλα αποκτούν σχιζοφρενική προσωπικότητα. Και τούτο, γιατί σύμφωνα με τα «πρέπει» της θηλυκότητας, μια γυναίκα π ρ έ π ε ι να είναι όμορφη και γλυκιά, χαριτωμένη αλλά παθητική, σέξι και συγχρόνως παρθενική, να δείχνει κατανόηση προς τον άνδρα αλλά και να τον προκαλεί, να είναι ευάλωτη αλλά και ικανή να προστατεύει τον εαυτό της. Αποτέλεσμα όλων αυτών των «πρέπει» είναι η θυματοποίηση των γυναικών.
Ο μύθος της κατωτερότητας
Ο μύθος αυτός έχει ως αφετηρία τη βιολογική κατασκευή της γυναίκας – σωματική διάπλαση και γεννητικό σύστημα – και τη συνακόλουθη φροϋδική αντίληψη για την κατωτερότητά της. Άνδρες και γυναίκες αποδέχονται το μύθο της κατωτερότητας της γυναίκας, με αποτέλεσμα να ζητούν από αυτή να είναι παθητική, υπομονετική, υποτακτική και εκπαιδευμένη για να δέχεται την επιθετικότητα και τη βία ως μοιραία συνέπεια της φύσης της. Της ζητούν δηλαδή να έχει τα χαρακτηριστικά του κατώτερου.
Μια απόδειξη για τον τρόπο που η κοινωνία μας αντιμετωπίζει τις γυναίκες στον τομέα της βίας μας προσφέρει το έγκυρο αγγλικό λεξικό Oxford English Dictionary, στο οποίο το ρήμα δέρνω (to beat) συνοδεύεται από την επεξήγηση, «όπως δέρνει κανείς τη γυναίκα του»! Ας σημειωθεί ότι το ίδιο ρήμα έχει την έννοια του «δαμάζω», καθώς και του «διαμορφώνω- υπερέχω», που αποδεικνύουν το βάσιμο της θεωρίας σχετικά με την κοινωνική αντίληψη της επιβολής της βίας από τον ανώτερο στον κατώτερο, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον άνδρα στη γυναίκα. Άλλωστε «οι γυναίκες είναι φτιαγμένες για να βιάζονται και πρέπει να το περιμένουν»!
Να το περιμένουν ναι, όχι όμως και να μην αντιστέκονται. Διότι η κοινωνία μας, παράλληλα με την αντίληψη της κατωτερότητας, φροντίζει να καλλιεργήσει στη γυναίκα και το αίσθημα της ενοχής. Σύμφωνα με το θηλυκό μοντέλο, όπως το περιγράψαμε, μια γυναίκα πρέπει να φαίνεται αδύναμη, στην πραγματικότητα όμως πρέπει να είναι ικανή να αμυνθεί, γιατί διαφορετικά θα είναι υπεύθυνη για ό,τι της συμβεί. Πώς όμως είναι δυνατόν ένα άτομο, που από την παιδική του ηλικία έχει διδαχθεί ότι είναι αδύναμο, να μην είναι ευάλωτο αλλά ικανό να αντιμετωπίσει ένα άλλο που το θεωρεί δυνατό;
Ο μύθος της σεξουαλικότητας
Η κοινωνία μας με τον όρο «σεξουαλικότητα» εννοεί τη σεξουαλικότητα του ζώου, δηλαδή τη λειτουργία της αναπαραγωγής. Όμως, όταν αναφερόμαστε στη σεξουαλικότητα, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε το ζώο που υπάρχει στον καθένα μας αλλά την ανθρώπινη μορφή αυτής της σχέσης, της πιο φυσικής σχέσης που ενώνει δύο ανθρώπινα πλάσματα. Ο άνθρωπος διαφέρει από το ζώο, επειδή διαθέτη πνεύμα και φαντασία. Στην εποχή μας, που οι επιθυμίες έγιναν διανοητικοί καρποί, προϊόντα του πνεύματος και της φαντασίας, είναι φυσικό να μας είναι πιο εύκολο να διακρίνουμε τη λειτουργία της αναπαραγωγής από την συνδεόμενη με την ηδονή σεξουαλική δραστηριότητα.
Όμως, και η σύγχρονη κοινωνία εξακολουθεί να λειτουργεί υπό πίεση της κοινωνικοποιημένης σεξουαλικότητας, επιβάλλοντας διαφορετική σεξουαλική συμπεριφορά στο κάθε φύλο. Με άλλα λόγια, εφαρμόζει κώδικα διπλής ηθικής, επιτρέποντας στους άνδρες ό,τι ακριβώς απαγορεύει στις γυναίκες. Πρόκειται για τον κώδικα της πατριαρχίας, ο οποίος υπαγορεύει δύο διαφορετικές σεξουαλικότητες, τη μια αντίθετη από την άλλη. Στις γυναίκες μάλιστα υπαγορεύει την αγνότητα, αφού αυτές προορίζονται για σύζυγοι και μητέρες και συνεπώς οφείλουν να διαφυλάξουν τη συνέχεια της νόμιμης διαδοχής στην οικογένεια, ενώ τους αποκλείει τη σεξουαλικότητα, διότι διαφορετικά οι γυναίκες που θα τολμήσουν να εκφράσουν τη σεξουαλικότητά τους κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως πόρνες!
Άλλωστε, σύμφωνα με τον κώδικα της πατριαρχίας, οι γυναίκες είναι όντα ασεξουαλικά, δεν έχουν καθόλου ορέξεις και συνεπώς οι δικές τους επιθυμίες δεν μετρούν, ούτε τους επιτρέπεται να λάβουν γνώση της σεξουαλικότητάς τους. Διαφορετικά, αν η γυναίκα συνειδητοποιήσει τη σεξουαλικότητά της, πώς θα χρησιμοποιηθεί ως σεξουαλικό αντικείμενο; Για την επιτυχία αυτού του στόχου, δηλαδή να παραμείνει η γυναίκα στο κλίμα της σεξουαλικής άρνησης, καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια. Προέχει ωστόσο να πειστεί η ίδια για την αναγκαιότητα της διατήρησης της αγνότητάς της, γι’ αυτό και της εμπνέουν το συναίσθημα της σεξουαλικής ενοχής. Είναι κοινής αποδοχής η αντίληψη ότι η «γυναίκα δεν συμμετέχει στην ερωτική ηδονή, αλλιώς δεν είναι τίμια και δεν είναι άξια να γίνει μητέρα’.
Το παράλογο είναι ότι παράλληλα καλλιεργείται και η αντίληψη/μύθος, ότι «στις γυναίκες αρέσει να βιάζονται». Όμως, ο γνωστός πανεπιστημιακός ερευνητής των Η.Π.Α., Μ. Αμίρ, που έχει ασχοληθεί με το φαινόμενο του βιασμού, γράφει σχετικά : «Δεν πιστεύω ότι έστω και μια γυναίκα από αυτές που πήρα συνέντευξη ήθελε να βιαστεί»!
Ο μύθος της κρυφής επιθυμίας του βιασμού, που τάχα έχουν όλες οι γυναίκες, επέζησε γιατί ήταν ωφέλιμος σε αυτούς που τον χρησιμοποιούσαν. Κατασκευάστηκε από τους άνδρες που ήθελαν να έχουν μια δικαιολογία επειδή ανάγκασαν τις γυναίκες να τους υποστούν.
Η σεξουαλικότητα των ανδρών, αυτή είναι πλήρως αναγνωρισμένη και συνεπώς η σεξουαλική κατάσταση των γυναικών και εκείνη των ανδρών είναι δύο μεγέθη μη συγκρίσιμα. Μάλιστα η αρσενική ταυτότητα προσδιορίζεται από τις σεξουαλικές επιδόσεις του άνδρα, η σεξουαλική δραστηριότητα του οποίου θεωρείται απόδειξη του «ανδρισμού» του. Επίσης, είναι κοινά αποδεκτό ότι οι άνδρες όχι μόνο έχουν μεγάλες σεξουαλικές ορέξεις αλλά, το χειρότερο, δεν είναι σε θέση να τις ελέγξουν, γι’ αυτό και βιάζουν όταν προκαλούνται! Είναι αδύνατον να το αποφύγουν… Αναμφίβολα ο βιασμός είναι η περισσότερο καλλιεργημένη, από την κοινωνία μας, αντρική φαντασίωση, γεγονός που μας αποκαλύπτεται και μέσα από την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, αλλά και το τραγούδι.
Θεσμοί κοινωνικοποίησης
Οι θεσμοί είναι ανάγκη να περάσουν στη συνείδηση των ανθρώπων, να γίνουν ένα με την ανάπτυξή τους και μάλιστα από πολύ νωρίς. Για το σκοπό αυτόν επιστρατεύονται πριν από όλους η οικογένεια και το σχολείο. Η οικογένεια αρχικά και το σχολείο ση συνέχεια έχουν την ευθύνη της κοινωνικοποίησης του παιδιού.
Η ανάπτυξη της γενετικής ταυτότητας, που πραγματοποιείται κατά την παιδική ηλικία, περιλαμβάνει απαραίτητα το σύνολο όλων εκείνων που, σύμφωνα με την κοινωνική κουλτούρα, θεωρούνται ότι αρμόζουν στο κάθε γένος στον τομέα της προσωπικότητας, των ενδιαφερόντων και της έκφρασης. Τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κάθε φύλου καλλιεργούνται με την κατάλληλη αγωγή. Κάθε στιγμή της ζωής του παιδιού αποτελεί μια ένδειξη σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να σκέφτεται και να φέρεται, για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του γένους στο οποίο ανήκει. Τα αρσενικά παιδιά εκπαιδεύονται στην ανεξαρτησία από τη μέρα που γεννιούνται. Δεν πρέπει να εκδηλώνουν ποτέ συγκίνηση ή εξάρτηση, που είναι ενδεικτικά της γυναικείας αδυναμίας, αντίθετα πρέπει να αποδεικνύουν τη δύναμή τους έστω και με τη βία. Με εξίσου συστηματικό τρόπο τα θηλυκά παιδιά διδάσκονται ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε αντιξοότητα από μόνα τους. Για να την αντιμετωπίσουν υπάρχει μόνο η ελπίδα κάποιος άλλος, με κάποιο τρόπο να τα σώσει, και αυτός θα είναι ένας άνδρας.
Πηγή : «ΒΙΑΣΜΟΣ» Εκδόσεις Μεταίχμιο