Οι ξένοι μας

Στα χρόνια που οι πρώτοι μετανάστες περνούσαν τα σύνορα της χώρας μας

Του Κώστα Π. Μανιά

Advertisement

Στα χρόνια που οι πρώτοι μετανάστες περνούσαν τα σύνορα της χώρας μας, η χώρα είχε δύο επιλογές ή να τους κλείσει με έναν αποφασιστικό τρόπο τα σύνορα ή έναν – έναν να τον καταγράψει και να τον εντάξει στην παραγωγική αλυσίδα σαν μια παραγωγική μονάδα. Δυστυχώς οι κρατούντες της εποχής ούτε το ένα έκαναν ούτε το άλλο. Οι πρώτοι που μπήκαν στη χώρα μας κυριολεκτικά περνούσαν σ’ ένα ξέφραγο αμπέλι. Ένα αμπέλι που στα μάτια τους φάνταζε να ανακάλυπταν τον παράδεισο.

Και γιατί άλλωστε να μη φάνταζε έτσι, αφού και εμείς οι ντόπιοι μέσα στον παράδεισο βαυκαλιζόμασταν πως ζούσαμε. Έτσι μας είχαν μάθει οι παμπόνηροι πολιτικοί μας για να μας είναι αρεστοί.

Ποτέ δεν μας λέγανε όχι. Ποτέ δεν μας χαλούσαν χατίρι. Σε προσωπικό, ταξικό, κοινωνικό, όποιο κι αν ήταν το αίτημα, όσο κι αν επιβάρυναν τον δημόσιο κορβανά, όσο κι αν φόρτωναν το δημόσιο χρέος το αίτημα, όλα τα αιτήματα έβρισκαν τη λύση τους, μιας και σε λίγους μήνες θα είχαμε εκλογές και το κυβερνών κόμμα έπρεπε πάση θυσία να τις κερδίσει.

Να τις κερδίσει όχι φυσικά για το καλό της χώρας και του λαού, αλλά γιατί το τραπέζι που είχαν στρώσει είχε πολύ φαΐ. Από τα δάνεια που αφειδώς έπαιρναν για την καλοπέραση του λαού, ελάχιστα έφταναν σ’ αυτόν, αν και θα πρέπει ν παραδεχτούμε πως ελάχιστοι από εμάς δεν ξοδεύομαι πολύ περισσότερα από όσα παράγαμε. Παρά ταύτα όμως, τα περισσότερα από τα δάνεια που χρέωναν τη χώρα δεν περνούσαν καθόλου τα σύνορα.

Ο λαός το έβλεπε, το ψυχανεμιζόταν το μεγάλο φαγοπότι των πολιτικάντηδων. Δεν μιλούσε όμως, αφού και ο ίδιος δεν περνούσε καθόλου άσχημα, ώσπου έσκασε η βόμβα, και σήμερα… σήμερα αλίμονο σ’ εκείνους που θέλησαν να το παίξουν σκεπτόμενοι, όταν οι τράπεζες τους χτυπούσαν την πόρτα για να τους πούνε πως τους εγκρίθηκε ένα δάνειο, το οποίο δεν είχαν ζητήσει ποτέ.

Μα ας επιστρέψουμε στους δυστυχισμένους τους μετανάστες, οι οποίοι με τη συμπεριφορά τους έχουν κάνει κι εμάς διπλά δυστυχισμένους. Στα χρόνια λοιπόν που οι μετανάστες διαφήμιζαν στις πατρίδες τους τον ελληνικό «παράδεισο» και οι αλλοδαποί να κατακλύζουν ατέλειωτες στρατιές τη χώρα μας, οι πολιτικάντηδες σφύριζαν -όπως πάντα- αδιάφορα, χωρίς κανένας τους να ενδιαφερθεί να τους εντάξει σε μια παραγωγική διαδικασία. Χωρίς κανένας να ενδιαφερθεί από πού κρατεί η σκούφια τόσων ανθρώπων, με διαφορετικούς πολιτισμούς, με ξένα -προς τους ντόπιους- ήθη, με άγνωστες συνήθειες, μα προπαντός χωρίς να γνωρίζει κανένας μας για τις προθέσεις τόσου ανθρώπινου όγκου.

Και όσο υπήρχε ο κίβδηλος παράδεισος, όλα πήγαιναν καλά ή έτσι τουλάχιστον έδειχνε. Άλλος με απασχόληση ή ημιαπασχόληση έβγαζε το χαρτζιλίκι του, άλλος έστελνε και στην πατρίδα του από το στέρημά του και κάποιοι από δαύτους το είχαν ρίξει στο πλιάτσικο, με μικροκλοπές και με μικρές και μεγάλες ληστείες. Στου Κουτρούλη το πανηγύρι που γινότανε, όλοι κουτσά στραβά χωρούσαμε.

Σήμερα όμως δε χωράμε. Το ψωμί δεν φτάνει για όλους μας. Τα πράγματα στενεύουν και η κατάσταση όλο και γίνεται περισσότερο επικίνδυνη. Η ανεργία και οι περικοπές που εξαγγέλλονται η μια μετά την άλλη από τους μαθητευόμενους μάγους της οικονομίας, σε βάρος των αδυνάτων κάνει τη ζωή μας ανυπόφορη. Τα καπέλα και οι τράκες -μικρές και μεγάλες- δίδουν και παίρνουν ανάμεσα στο ντόπιο πληθυσμό. Ενίοτε και στις ληστείες φθάνουν οι πεινασμένοι -με τις πι ελαστικές συνειδήσεις- για να καλύψουν πλασματικές ανάγκες που οι πολιτικάντηδες της εποχής μας μάς έμαθαν να δημιουργούμαι. Και οι ντόπιοι εντάξει. Άλλος με την εναπομένουσα σύνταξη της μάνας και του πατέρα, με τον αδελφό, το φίλο, τον κουμπάρο, άντε και προσωρινά βολευόμαστε. Οι ξένοι όμως, αν δεν επιδοθούν στην πορνεία, στα ναρκωτικά και στη βία πώς θα επιβιώσουν; Αναρωτήθηκε κανείς;

Από τους ανεγκέφαλους που με το ψέμα διαφεντεύουν τις τύχες αυτού του τόπου δεν διερωτήθηκε κανένας πόσο επικίνδυνος γίνεται ακόμη και ο πιο πολιτισμένος άνθρωπος όταν πεινάσει και δεν μπορεί να δώσει ειρηνικά διέξοδο στην πείνα του;

Δεν έχουν διδαχθεί από τα φαινόμενα κανιβαλισμού που έχουν προκαλέσει τραγικές συγκυρίες; Κάθε μετανάστης στο εξής, στη χώρα μας, αποτελεί έναν εν δυνάμει δολοφόνο στην προσπάθειά του να ζήσει. Όσο νωρίτερα το καταλάβουν εκείνοι που μας φλόμωσαν στο ψέμα για να μας κυβερνούν και πάρουν το ταχύτερο μέτρα για την απέλασή τους τόσο το καλύτερο, τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους ίδιους τους ξένους, που νιώθουν εγκλωβισμένοι στη χώρα μας.

Ας μην βιαστούν κάποιοι να με χαρακτηρίσουν ρατσιστή και κουραφέξαλα, γιατί θα τους απαντήσω πως η υποκρισία περισσεύει.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement