Μνήμη Αλίκης Τσουκαλά – Ένα κορίτσι πορεύεται προς το θάνατο…

Τελικά καταδικάστηκα σε θάνατο. Σε ένα μήνα θα έμπαινα στα είκοσι μου χρόνια

 

Advertisement

Του Μιχάλη Σταφυλά

 

Τελικά καταδικάστηκα σε θάνατο. Σε ένα μήνα θα έμπαινα στα είκοσι μου χρόνια. Στο Έκτακτο Δικαστήριο, όσοι αποκήρυξαν το Κόμμα, αθωώθηκαν – όπως κι ο πατέρας μου, που με παρακαλούσε να το αποκηρύξω.

Εγώ, ο Τάκης ο Φίτσιος και τρεις ακόμα που αρνηθήκαμε καταδικαστήκαμε ομόφωνα. Πίστευα πως μια που δεν υπήρχε κανένα στοιχείο σε βάρος μου, δεν μπορούσαν να μου επιβάλλουν το θάνατο. Είμαι άλλωστε και τόσο μικρή. Στο τέλος-τέλος άνθρωποι ήταν κι αυτοί δεν ήταν θηρία να με κατασπαράξουν με το τίποτα. Μάλιστα καθώς έβλεπα την εικόνα του Χριστού κρεμασμένη πίσω τους στον τοίχο, χριστιανοί ήταν, θα ‘νοιωθαν σαν αμάρτημα μια αδικία.

Όταν άκουσα την απόφαση ένιωσα πως δεν ήταν πέντε οι δικαστές, αλλά έξι. Ο έκτος ήταν ο Χριστός που δεν έριχνε φωτιά να τους κάψει – αφού, όπως λένε, είναι παντοδύναμος κι αφού αυτοί οι θανατοδότες ήταν προσκυνητές του. Αφηρημένη άκουσα να διαβάζουν την απόφαση: «Καταδικάζονται εις θάνατον σύμφωνως τω νόμω 509 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως». Τι νόμοι και κολοκύθια. Οι νόμοι γίνονται για να δικαιολογηθούν οι παρανομίες. Τι να πιστέψουν οι άνθρωποι όταν στυγνοί δολοφόνοι κάθονται στην αναπαυτική τους έδρα και κόβουν χριστιανικά κεφάλια ενώ τις Κυριακές πηγαίνουν στην εκκλησία κι ανάβουν το κεράκι της υποκρισίας. Πως στέλνουν στο θάνατο ανθρώπους που ίσως να σκέπτονται διαφορετικά από αυτούς;

Εγώ ορκίστηκα πως δεν έχω δει στη ζωή μου όπλο – κι ήταν αλήθεια. Πως ο παππούς μου που ήταν παπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τους ανθρώπους – άσπρους και μαύρους. Το μόνο μου αμάρτημα ήταν πως ήθελα να ζει καλά όλος ο κόσμος. Πίστευα πως μετά το καλό υπάρχει το καλλίτερο και πρέπει γι’ αυτό το καλλίτερο ν’ αγωνιζόμαστε όλοι. Πολλά έμαθα στη λίγη ζωή μου, το μόνο που δεν έμαθα είναι το μίσος. Η απάντηση τους: θάνατος χωρίς κανένα ελαφρυντικό…

Μόλις αποσύρθηκαν οι αξιοπρεπείς δολοφόνοι, οι χωροφύλακες μου πέρασαν τις χειροπέδες και με ξαναγύρισαν στο κατασκότεινο κελί μου. Τι κρύο πράμα που είναι οι χειροπέδες. Αυτά τα σιδηροδέσμια χέρια την ώρα που με πιάσανε μέσα στο σπίτι μου, έπαιζαν στο πιάνο τη «Συμφωνία της Χαράς» του Μπετόβεν. Και τώρα να, η Συμφωνία της θλίψης και του θανάτου.

Δε βλέπω πια τον ήλιο. Δε γνωρίζω τον εαυτό μου. Μήπως ήταν λάθος μου που αρνήθηκα τη συνέχιση της ζωής μου αν έλεγα μια μόνο λέξη: Αποκηρύσσω. Στο κάτω – κάτω θα τους κορόιδευα. Ένα μικρό ψέμα για να ζήσεις δεν είναι και τόσο φοβερό.

Ο πατέρας μου έφυγε. Ξέρω καλά πως ο μισός εαυτός του, είναι εδώ στο κελί του θανάτου μου.

Προσπαθώ να βάλω τα πράγματα σε κάποια σειρά. Είναι ήρωας αυτός που δεν αποκηρύσσει και προδότης ο άλλος που δεν αντέχει; Εννοώ μόνο γι’ αυτούς που με την άρνηση μιας λέξης χάνονται από τη ζωή κι από τον αγώνα. Ποιος κερδίζει άραγε; Το ξέρω. Μετά την εκτέλεση μου θα με γράψουν ηρωίδα – κι ύστερα από λίγο δεν θα υπάρχω για κανέναν. Πόσοι αγωνιστές χρήσιμοι στην πατρίδα και στο Κόμμα θα μπορούσαν να προσφέρουν τη δύναμη τους για μια καλλίτερη κοινωνία. Πόσα αγόρια και κορίτσια που ήθελαν να γευτούν το νέκταρ της ζωής, τώρα είναι πρώην άνθρωποι, ενωμένοι με το χώμα;

Όταν διάβαζα πως κάποιοι προτίμησαν το θάνατο από τη ζωή, μη αποκηρύσσοντας την ιδεολογία τους, το ξέρω τώρα, που βρίσκομαι εδώ, πως αλλοιώς θα βλέπανε τα πράγματα, αλλιώς θα ζύγιζαν τα υπέρ και τα κατά. Η ψυχολογία των καταδικασμένων είναι ίδια. Οι τελευταίες μέρες τους είναι το ίδιο βαριές και ασήκωτες. Άλλο να σε βασανίζουν και να αρνιέσαι, χωρίς ο θάνατος να κρέμεται από πάνω σου κι άλλο να ξέρεις την απόφαση και να μη ζυγίζεις τα υπέρ και τα κατά. Άλλα σκέφτεσαι μέσα στο σκοτεινό κελί σου όταν περιμένει το σκληρό θάνατο του τουφεκισμού.

Ξέρω πως οι θανατικές καταδίκες εκτελούνται σε τρεις μέρες – με εντολή του δι¬οικητή. Εδώ διοικητής είναι ο Τολιόπουλος, που στο Αγρίνιο μαζί με τους Γερμανούς κρέμασε τρεις ανθρώπους στην πλατεία και παραπέρα στην Αγιατριάδα σκότωσε εκατόν είκοσι. Καθώς λένε η “μόνη χαρά του είναι να βλέπει να εκτελούνται Έλληνες. Εγώ δεν το πιστεύω.

Άρχισα να ζω το θάνατο μου από τη στιγ¬μή που καταδικασμένη με πέταξαν σ’ αυτό το κελί, όπως πετάνε τα σκουπίδια. Πράγμα πα¬ράξενο. Τώρα λαχταρώ μόνο μια ακτίνα ήλιου που εδώ δεν μπαίνει από πουθενά… Σκέπτο¬μαι: Τέτοιο σκοτάδι μόνο κάτω από το χώμα που με περιμένει θα υπάρχει. Φωνάζω, φοβάμαι τα ποντίκια που ξέρω πως υπάρχουν. Αλλά και να μην υπάρχουν η φαντασία τα φέρνει κοντά μου. Ο φρουρός έξω από την πόρτα μου, μου λέει πως έχουμε διακοπή ρεύματος. Είναι κι αυτό μέσα στα βασανιστήρια. Ακόμα και για μας τους θανατοποινίτες εννοούν να τα συνεχίζουν. Πέφτω σε μια παράξενη αδράνεια. Πως νάναι η ώρα της εκτέλεσης; Πωδ θ’ αντιδράσω εκείνες τις στιγμές που θα με σημαδεύουν οι οχτώ στρατιώτες που τους δίδαξαν πως αυτό που κάνουν δεν είναι δολοφονία, αλλά υπεράσπιση της θρησκείας, της πατρίδας και της οικογένειας. Τι θα νιώσω εκεί το τελευταίο δευτερόλεπτο της ζωής μου όταν ο Τολιόπουλος θα φωνάξει εκείνο το τρομερό «Πυρ»;

Σκέπτομαι αυτές τις λίγες ώρες που μου απομένουν. Κι όλο γυρίζει το μυαλό μου σ’ εκείνες τις στιγμές, σ’ εκείνο το δευτερόλεπτο. Πως θα είναι αυτό το δευτερόλεπτο που θα περνάω από τη ζωή στο θάνατο μ’ αυτόν τον τρόπο.

Ζω την εκτέλεση μου. Κι όμως πότε-πότε γυ-ρίζω πίσω στα όμορφα χρόνια της νιότης. Στο βιβλιοπωλείο του πατέρα που δεν άφησα βιβλίο αδιάβαστο. Στο Ωδείο μ’ εκείνη την καλή δασκάλα του πιάνου που μου έλεγε και μου ξανάλεγε «Εσύ θα διαπρέψεις και θα προβάλλεις την Ελλάδα με το ταλέντο σου».

θυμάμαι τα παιχνίδια που μου φέρνανε στις γιορτές. Εκείνος ο κοντορεβιθούλης θάναι ακόμα πάνω στο πιάνο, θυμάμαι τις φασαρίες που κάναμε με τα γειτονοπούλα στις αλάνες, τις εκδρομές, τα πρώτα χτυποκάρδια.

Ήταν αληθινά όλα αυτά, είχαν γίνει ή μήπως ήταν παραισθήσεις αυτής της ώρας; Ο Νίκος το πρώτο και τελευταίο αγόρι μου θα λυ¬πηθεί, μπορεί και να κλάψει, αλλά η ζωή του θα συνεχιστεί, θα ερωτεύεται, θα πηγαίνει εκδρομές και θα τελειώσει τις σπουδές του. Με κάποια άλλη θ’ ανταλλάσσει το «σε αγαπώ». Προσπαθώ να τα ξεχάσω όλα για νάναι λιγό¬τερη η πίκρα και ο πανικός μου. Μακάρι να μπορούσα. Οι αναμνήσεις κι ο θάνατος έχουν ένα παράξενο δέσιμο με την οδύνη των ωρών.

Η ζωή μου είναι πια μετρημένη. Σε λίγο όλα θα είναι παρελθόν. Για τους άλλους φυσικά. Όχι για μένα. Και τι γρήγορα περνάνε οι μέρες. θυμήθηκα τον Καβάφη. Πόσο γρήγο¬ρα περνάνε τα χρόνια, πόσο γρήγορα περνά¬νε οι ώρες.

Σήμερα, τρίτη μέρα της καταδίκης μου ξύ-πνησα νωρίς. Έξω από το κελί άκουγα βαριές περπατησιές. Είναι για μένα σκέφτηκα/Έρ¬χονται για κείνα τα λίγα λεπτά της ώρας. Άρ¬χισε το χτυποκάρδι. Μα δεν ήταν για μένα. Όταν το μεσημέρι με βγάλαν λίγο έξω στο μι¬κρό προαύλιο για τους κρατουμένους, έμαθα πωδ την αυγή εκτέλεσαν δώδεκα…

Η έξοδος τελείωσε. Είδατε τι ευγενικοί που είναι οι φονιάδες; Με ξαναγύρισαν στον τόπο των στερνών μου ημερών. Μα εγώ τώρα ξα-ναγυρίζω στον προχτεσινό μου «ηρωισμό». Ήμουν τόσο μικρή που δεν πίστευα πως υπάρχουν άνθρωποι που θα με έβλεπαν σαν επικίνδυνη για το αστικό καθεστώς. Όλα αυτά, τους δικαστές, την έδρα, τους ψευδομάρτυρες, αστυνομικούς που ορκίζονταν στο ευαγγέλιο, τους δικηγόρους και πάνω απ’ όλους το Χριστό εκεί ψηλά. Αχ καημένε Ασημάκη Πανσέληνε τι ωραία είχες γράψει εκείνο το ποίημα σου για τα Δικαστήρια: Απόνα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός / κι απ’ το Χριστό κρεμιέται / δίχως σπάγγο / το καθεστώς». Τελικά τι παίζονταν εκείνες τις ώρες του Δικαστηρίου των δολοφόνων Κωμωδία ή Αρχαία Τραγωδία; Η έδρα ήταν η σκηνή. Κι εμείς οι κατηγορούμενοι πρόσωπα Τραγωδίας.

Ο πρωταγωνιστής ήταν απόλυτος στο ρόλο του όταν ζητούσε ησυχία: Ακούστε κατηγορούμενοι. Ο νόμος είναι νόμος.

‘Ενας από μας ζήτησε το λόγο:

– Κύριοι δικαστές το νόμο τον έφτιαξαν οι άνθρωποι αλλά τη ζωή ο θεός. Εσείς πιστεύετε στο νόμο ή στο θεό;

Ο πρόεδρος τον επέπληξε για την «αυθάδειά» του και η κωμωδία συνεχίστηκε. Τι είναι ο νόμος; Σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Να σκοτώνει ανθρώπους χωρίς φταίξιμο. Να εξευτελίζει την Αλήθεια για χάρη κάποιας σκοπιμότητας; Τον συγκεκριμένο νόμο τον έκαμαν κάποιοι βουλευτές που, υποτίθεται, πως τους έβγαλε ο λαός για να τον υπερασπίζεται. Δε βαριέσαι. Άνθρωποι χωρίς ανθρωπιά/Έχουν σαν πρότυπο τον Τολιόπουλο που από προδότη τον έκαμαν πατριώτη. Αυτό τους πήγαι¬νε καλλίτερα/Ήταν στα μέτρα τους.

Ήμουν μικρή εγώ όταν Γερμανοί και Έλληνες σκότωναν πατριώτες που πολεμούσαν για τη λευτεριά της πατρίδας. Και τώρα βουλευτές φονιάδες μιλάνε εξ’ ονόματος της Πατρίδας και κάνουν φονικούς νόμους χειρότερους από τους γερμανικούς που στο κάτω – κάτω ήταν καταχτητές. Τώρα καταχτητές της Ελλάδας είναι κάποιοι Έλληνες που σίγουρα παίρνουν από κάπου εντολές. Και με τι αγρι¬ότητα, θεούλη μου. Τι μίσος γι’ αυτούς που δίκαζαν χωρίς πειστήρια ενοχής. Πού έφερναν έτοιμες τις αποφάσεις. Σίγουρα κι αυτοί έχουν παιδιά στην ηλικία μου και γυρίζοντας στα σπίτια τους θα τα αγκαλιάζουν και θα τα φιλάνε. Μπορεί κι όλας να ρωτάνε «Πόσους καταδικάσατε σήμερα πατέρα;»

Τι κάθομαι και σκέφτομαι τώρα! Σαν να μπορούσε να γυρίσει προς τα πίσω η ρόδα των επίσημων φονικών «συμφώνως τω νόμω».

Χτύπησε η πόρτα. Φοβήθηκα. Δεν ήταν οι δεσμοφύλακες για να με πάρουν/Ήταν έναν παπάς που ήρθε να με μεταλάβει και να ζητήσει την εξ’ ύψους βοήθεια. Τι υποκρισία. Οι Υπουργοί που ορκίζονται στο όνομα του θεού προσδιορίζουν τη σκληρότητα των νόμων. Δίνουν εντολές εκτελέσεων. Κι έρχεται ο παπάς να κάνει τι; – Τι κάνουν οι ρασοφόροι, παπά μου, για να μην πεθαίνουμε έτσι άδικα; Γιατί η Εκκλησία δεν καταδικάζει τις καταδίκες και δεν παρεμβαίνει για να μη γίνονται τα φονικά; Μήπως από τους χριστιανούς προτιμούν τη δική τους ευζωία και τα αργύρια του παγκαριού;

Στο μυαλό μου είναι όλα μπερδεμένα. Ακόμα και τα όνειρα όταν για λίγο με πιάνει ο ύπνος. Πάλι μπροστά μου οι στρατιώτες που θα με πυροβολήσουν. Πάλι μπροστά μου εκείνος που θα μου δώσει τη χαριστική βολή. Πόσο άραγε θα ζήσω τραυματισμένη όταν το αίμα μου θα ποτίζει τη γη; Μου είπαν πως κάποτε αφήνουν τους χτυπημένους να ουρλιάζουν από τον πόνο. Και τότε η χαριστική βολή είναι η λύτρωση. Βλέπω το πτώμα μου στη γη, άσχημο, καταματωμένο, κουρελιασμένο. Να το σηκώνουν και να το πετάνε σ’ έναν κοινό τάφο. Προσπαθώ να μην το βλέπω, να ξανα¬φέρω τις αναμνήσεις στο μυαλό μου. Τον πατέρα, τ’ αδέρφια, το πιάνο, το Νίκο. Αλλά δεν γίνεται πια. Κολυμπάω σε μια θάλασσα από αίμα. Κι εγώ να προσπαθώ να βγω. Βγαίνοντας νιώθω νάμαι χτυπημένη στο πρόσωπο, στην καρδιά, στα πόδια. Δεν μπορεί να κάνω ούτε ένα βήμα. Μ’ αφήνουν και βασανίζομαι. Μ’ αφήνουν ύστερα μόνη… Μήπως τρελάθη¬κα και τα βλέπω όλα αυτά μπροστά μου; Όχι! Όχι! Αφού σκέπτομαι σοβαρά πως η διάβαση από τη ζωή στο θάνατο είναι ζήτημα λίγων στιγμών. Αυτό είναι σίγουρο.

Πάλι ξαναγυρίζω στο πτώμα μου. Με φωτογραφίζουν πεσμένη χάμω, αναμαλιασμένη, κουβαριασμένη με μια κόκκινη τρύπα στο κούτελο, θα με βάλουν σε κάποια αφίσα και θα την κυκλοφορήσουν σ’ όλη την Ελλάδα με τη λεζάντα «Αυτά παθαίνουν οι προδότες». Αυτές τις αφίσες τις είδα πολλές φορές κολλημένες στους τοίχους. Που νάξερα πως θα γινόμουν κι εγώ αφίσα, θα διακρίνο¬νται άραγε τα είκοσι μου χρόνια ή θα με δείχνουν γριά και άσκημη; Ο κόσμος θα βλέπει την αφίσα άλλος αδιάφορα κι άλλος με φρίκη. Κάποιοι μπορεί να σκουπίζουν τα δάκρυα τους. Κρυφά, γιατί αυτό είναι ύποπτο συμπαράστασης.

Προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πως ένα τοσοδά Όχι μετατρέπεται σ’ ένα Ναι του θανάτου. Θε μου πόσα προθανάτια Όχι εδώ στον τόπο μου αυτόν τον καιρό. Πόσο αίμα. Όχι δε θέλω ηρωισμούς ούτε τους μπορώ όταν βρί¬σκομαι κατάντικρυς του θανάτου. Πως τόκανα προχτές στη δίκη; Σήμερα δεν θα τόκανα για κανέναν… θέλω τη ζωή, τη συνέχιση της, τη μόρφωση μου, το λιθαράκι μου για τον πολι¬τισμό της πατρίδας μου, για την ομορφιά της ανθρώπινης φιλίας.

Στην αυλή σήμερα ρώτησα τους μεγαλύτερους «Πως νάναι ο θάνατος από τις σφαίρες;» Ήξερα φυσικά πως δεν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, δεν υπάρ¬χουν σε κανέναν τέτοιες εμπειρίες. Κι ο Τάκης ο Φίτσιος μου απάντησε: «Μια στιγμή και τελειώσαμε. Υπομονή. Ας μη φέρνουμε κοντά μας το θάνατο, πριν έρθει…». Το είδα. Είχε κι αυτός στα μάτια του μια θλίψη. Τι κι αν ήταν παλιός αγωνιστής. Ο θάνατος είναι για όλους το ίδιο κι ο άνθρωπος δεν είναι καμωμένος από ξύλο.

Ας μου τα είπε έτσι ο Τάκης. Εγώ σκεπτόμουνα συνεχώς εκείνη τη στιγμή που θα με πάρουν από το κελί και θα με οδηγήσουν στον τόπο της εκτέλεσης. Από την ώρα που πολύ πρωί θ’ ακούσεις να μπαίνει το κλειδί στην πόρτα παύεις να υπάρχεις. Τα βήματα σου γίνονται βαριά. Παύεις να σκέφτεσαι. Μπορεί να σε πάρουν και στα χέρια αν βλέπουν πως πέφτεις. Τι ευγένεια δολοφόνων… Ύστερα όταν φθάσεις εκεί σε ρωτάνε αν θέλεις να σου κλείσουν τα μάτια για να μην αντικρίζεις τα ελληνικά όπλα που σε σημαδεύουν. Έτσι χωρίς να βλέπουν θ’ ακούσεις και την τελευταία λέξη της ζωής σου «Πυρ». Μπορεί και να μην την ακούσεις. Κάποτε πεθαίνεις πριν την ακούσεις. Αν δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου, σε δένουν σ’ ένα δέντρο για να μην πέσεις. Πρέπει να πεθάνεις όρθια. Χτυπημένη θα σε ρίξουν κάτω για ναρθεί ο αξιωματικός για την χαριστική βολή. Είδατε πόσο όμορφα την ονοματίζουν. Χαριστική. Σου κάνουν τη χάρη να σε αποτελειώσουν για να μη σπαρταράς ώσπου να τελειώσεις. Όλα αυτά τα δου¬λεύω στο μυαλό μου, τα συνταιριάζω και τα σκέφτομαι χωρίς να ξέρω ακριβώς το πώς γίνονται τα πράγματα. Κάπως έτσι, τα φαντάζομαι. Κάπου διάβαζα στο Ντοστογιέφσκυ για τις εκτελέσεις. Τώρα όλα εξελίχτηκαν. Ακόμα και η αγριότητα παίρνει πολλές όψεις…

Δεν είμαι ηρωίδα. Ένα απλό κορίτσι ήμου¬να (τώρα δεν είμαι τίποτα) που ήθελε καλλίτερη την κοινωνία. Μια αόρατη φωνή μου φωνάζει: «Γιατί είπεδ το Όχι; Ζώντας θα βοηθούσες αυτή την κοινωνία. Ενώ τώρα…». Με τρώει αυτή η σκέψη/Ήταν λάθος μου αυτό το Όχι, ή ήταν λάθος αυτωνών που βαφτίσανε το Όχι αμάρτημα. Τελικά για μένα ήταν ένα θα¬νάσιμο αμάρτημα. Κάποιοι θα με πουν δειλή. Ας με πουν. Όμως ας μου πουν αν υπήρ¬ξε κανένας τις παραμονές της εκτέλεσης του που δεν καρδιοχτύπησε, που δεν μετάνιω¬σε, όχι για τις ιδέες του αλλά για το άχρηστο Όχι του. Άχρηστο για όλους. Και τώρα κατα¬λαβαίνω πως ήταν ψέματα αυτά που διάβα-ζα πως τάχα κάποιοι πέθαναν ηρωικά, πιστεύοντας πως έκαμαν το ιδεολογικό τους χρέος. Δεν μπορεί. Είναι πέρα από τα ανθρώπινα μέ¬τρα, πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις τέτοιου είδους ηρωισμοί μπροστά στο θάνατο. Ψέματα, Ψέματα, Ψέματα. Όλοι βλέπουν αλλιώς τη ζωή όταν βρίσκονται στα πρόθυρα του βίαιου θα¬νάτου τους. Μπροστά στη Σκηνή του θεάτρου των δολοφόνων το Όχι γίνεται εύκολο/Ύστερα όμως, όταν ριχτούνε στο σκοτεινό κελί και λα-χταράνε μια ακτίνα ήλιου, όλα αλλάζουν. Σκέ-πτονται πως δεν μπορούνε πια να υπηρετήσουν την ιδέα για την οποία ολοζωής πάλεψαν. Ύστερα σκέπτονται αν είναι λάθος – ένα από τα πολ¬λά λάθη που μας έφεραν στο χαμό.

Ακόμα δεν ξημέρωσε… Ακούω βήματα κοντά στο κελί μου. Όλο και πλησιάζουν. Μπαίνει το κλειδί στην πόρτα κι οι δεσμοφύλακες με προστάζουν να ετοιμαστώ. Κάθε στιγμή ετοιμασίας είναι ένα δευτερόλεπτο προς το θάνατο. Τους παρακαλώ να μου χαρίσουν δυο λεπτών ζωή. Όσο να τελειώσω αυτό το κείμενο. Είναι καλά παιδιά. Με αφήνουν περισσότερο. Προσπαθούν να βρουν λόγια παρηγοριάς. Μα δεν υπάρχουν τέτοια σε καμιά γλώσσα του κόσμου.

«Γονείς και αδέρφια μου, αγαπημένε μου γεια σας. Όχι δε θέλω να με λέτε ηρωίδα για να παρηγοριέστε. Ούτε ν’ αφήσετε να με λένε ηρωίδα. Ήμουν ένα μικρό κορίτσι που δεν μπόρεσα όσο ζούσα να πιστέψω πωδ υπάρ¬χουν άνθρωποι που έχουν μέσα τουδ κάποιες ύαινες που ουρλιάζουν. Είμαι ένα παιδί που δεν έχει μέλλον. Που σε λίγη ώρα δεν θα έχει ούτε παρόν. Οι στρατιώτες βιάζονται να με πά¬ρουν… Γεια σας! Γεια σας! Γεια σας…».

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement