Η ανανέωση με τις…Μούσες – Η νοικοκερά μας στο Λυκαβηττό, του Κώστα Βάρναλη. (1903)

Λέγω η νοικοκερά «μας», γιατί δεν ήταν αποκλειστικά δική μου

 

Advertisement

Του Μανώλη Σκαρσουλή

 

Λέγω η νοικοκερά «μας», γιατί δεν ήταν αποκλειστικά δική μου. ήτανε η νοικοκερά όλης της Δεξαμενής – κι αυτωνών που κατοικούσαν στο σπίτι της, κι αυτωνών που… δεν κατοικούσανε. Η δράση της ξεπερνούσε τα όρια μιας γυναίκας, που έχει και νοικιάζει δωμάτια. Μ’ άλλα λόγια δεν ήτανε μοναχά «νοικοκερά…».

Ήτανε θρύλος.

Όπως τα πεύκα κι οι λεύκες, ο γαλανός ουρανός από πάνω και η αστραφτερή θάλασσα πέρα αποτελούσανε το απαραίτητο κάδρο της ποιητικής μας έκτασης• όπως το καφενείο του κυρ Γιάννη αποτελούσε την απαραίτητη γης Χαναάν του πρωινού κουλουριού με τον καφέ «επί πιστώσει»• έτσι κι η κυρά Κ. ήτανε απαραίτητη για τη στέγαση και την «περίθαλψη» των βασανισμένων χρόνων.

Είχε ένα δίπατο σπίτι κοντά στα σκαλιά του Λυκαβηττού. Γωνιακό και σχεδόν απομοναχιασμένο. Λίγα βήματα αν έκανε (το… σπίτι) θα χωνότανε μέσα στο πευκόδασο του βουνού. Απάνου στην ταράτσα μια σοφίτα. Εκεί κατοικούσαμε μαζί με τον Αυγέρη.

Εκεί απάνου, μετεωρισμένοι στον … αέρα, είκοσι ως είκοσι πέντε χρονών παιδιά, δε λογαριάζαμε τους κοριούς, που μας τρώγανε, τη βόχα, που έβγαζε ο βόθρος, το στιφό πηγαδήσιο νερό, που μας πότιζε η κυρά Κ. γεμάτο μικρόβια του τύφου. Γιατί εκεί μας επισκεπτότανε οι Μούσες! Από κει ετοιμάζαμε την… ανανέωση του Κόσμου. Αλλ’ αν αγκομαχούσαμε ζητώντας τις ρίμες δεν αγκομαχούσαμε λιγότερο για να βγάλουμε το ψωμί μας.

Εκεί απάνω μας ξεχνούσε και η νοικοκερά, -εμάς και τα νοίκια, που της χρωστάγαμε. Μα και κανένας άλλος από τους νοικάρηδες δεν ήτανε καλοπληρωτής. Κι η κυρά Κ. το είχε παράπονο, πως ο Αυγέρης της εσύσταινε όλους εκείνους τους «ιππότες», που είχανε

σπαθί στο πλευρόν

εις τον πίλον πτερόν

το βαλάντιον πλήρες…

Πλήρες… αέρος!

Μα η πονηρή κυρά Κ. έβρισκε τον τρόπο να τους παίρνει τα τάληρα, όταν καταλάβαινε πως είχαν. Μόλις μισανοίγανε τα μάτια τους από το βαρύ μεσημεριάτικο ύπνο, αντικρίζανε καθισμένη στο προσκεφάλι τους να τους κοιτάει τρυφερά και να χαμογελά κάποιαν άγνωστη και δειλή περιστέρα από τις πρωτόβγαλτες.

Είναι η κόρη του στρατηγού δείνα• η ανηψιά του ναυάρχου τάδε, έλεγε η κυρά Κ. ρεκλαμάροντας την πραμάτεια της.

Η κυρά Κ. είχε τότες περασμένα τα πενήντα. Παλιά βετεράνα του έρωτα, ήτανε τώρα σχεδόν ερείπιο. Χοντρή, βαριά, φαλακρή, φορούσε περούκα, είχε ψεύτικες μασέλες και λάκο στη μύτη. Και δεν έβλεπε και καλά. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ένα φράγκο από ένα εικοσάλεπτο. Μεγαλομανής, δεν είχε καμία αίσθηση του χρόνου, των τόπων, των αριθμών. Σκέψη και κουβέντα ασυνάρτητες.

Στα νιάτα της γνώρισε τη «δόξα». Είχε κάνει υπηρέτρια σε κάποιο μεγάλο σπίτι της Αθήνας. Στην αγκαλιά της μεγαλώσανε όλοι οι γιοί του σπιτιού. Κι αφού μεγαλώσανε, πέφτανε στην… αγκαλιά της. Αργότερα παντρεύτηκε ένα γέρο Ηπειρώτη, που σε δύο χρόνια της πέθανε και της άφησε κληρονομιά το σπίτι που είχε.

Απάνου στο κρεβάτι της είχε κρεμασμένη στον τοίχο μέσα σε κάδρο μια μεγεθυμένη παλιά της φωτογραφία, σαν ήτανε νέα. Μαύρα μαλλιά, στερεή κορμοστασιά, λείο πρόσωπο και βεντάγια στο χέρι. Κι από κάτω από τη φωτογραφία στημένο σ’ ένα καρφί καμάρωνε ένα παλιό κόκκινο πηλήκιο λοχαγού του γαλλικού στρατού.

–    Ο μακαρίτης ο άντρας μου, ο στρατηγός…

–    Στρατηγός; Εσύ μας είπες πως ήτανε φούρναρης.

–    Ε καλά! Μα πήγε εθελοντής στο γαλλικό στρατό και πολέμησε κι έγινε αξιωματικός. Να το πηλήκιο του.

–    Μα αυτό είναι πηλήκιο λοχαγού.

–    Όταν πέθανε ήταν λοχαγός. Μα αν ζούσε τώρα δε θα ήτανε στρατηγός;

Τις νύχτες του καλοκαιριού τις περνούσε στα μπαλκόνια της σάλας, ξαπλωμένη και κουνάμενη σε μια σαίζ-λόγκ. Έπλεε στην απεραντοσύνη της μακαριότητας.

Εδώ στο μπαλκόνι μου είμαι βασίλισσα. Όλη η οικουμένη είναι δική μου. δεν πειράζω κανένανε και δε θέλω να με πειράζει κανείς.

Ήτανε όμως και ερωτευμένη παρόλα τα ψεύτικα μαλλιά της, τις ψεύτικες μασέλες και το λάκο στη μύτη. Ερωτευμένη με… δύο στρατιωτικούς γιατρούς, που μένανε στην επαρχία και που τους είχε στα φοιτητικά τους χρόνια νοικάρηδες. Και πάντα τους περίμενε να έρθουνε να την «πάρουνε».

Εξόν αυτούς τους… ιδανικούς αγαπητικούς του… εξωτερικού είχε και άλλους μέσα στην Αθήνα. Τον πατέρα ενός δημοσιογράφου, που ερχότανε ταχτικά τα βράδια και της έφερνε ότι καλό φαγί είχε μαγειρέψει στο σπίτι του, καθώς και το χαρτζιλίκι του. Επίσης και το γείτονα τον κυρ Νικόλα.

Μα η κυρά Νικόλαινα είχε μυριστεί τη βρωμοδουλειά. Έβλεπε πως ο γέρος της είχε καταχρεώσει το σπίτι – και στο τέλος το πούλησε. Κι η κυρά Νικόλαινα που αγαπούσε το κρασί, όσες φορές μεθούσε και γινότανε τύφλα, έβγαινε στην εξώπορτα του σπιτιού της κι άρχιζε το βρισίδι με όλη της στην αγριοφωνάρα και με τέτοιο λεξιλόγιο, που θα κοκκίνιζε κι ο Αρετίνος, αν την άκουγε. Και πάλλοντας στον αέρα μια σανίδα εξορμούσε κατά του εχθρού. Ανέβαινε τις σκάλες της κυρά Κ., την έριχνε κάτου και την αλάλιαζε στο ξύλο. Κι η γειτονιά μαζεμένη απόξω έσκαγε στα γέλια.

Μα όλη την «κακία» του κόσμου δεν την είχε η κυρά Νικόλαινα. Συχνά ανεβαίνανε στο σπίτι άγνωστοι στρατιώτες και ναύτες και της παίρνανε λεφτά, μαχαιροπήρουνα, τραπεζομάντηλα και φεύγανε. Και η κυρά Κ. δεν τολμούσε να τους καταγγείλει. Φοβότανε την αστυνομία.

Στην επιστράτευση του 1915 ήμουνα αποσπασμένος από το λόχο μου γραφέας στο Β΄ Νοσοκομείο Εκπαιδεύσεως. Όσες φορές όμως είχα άδεια διανυκτερεύσεως, κοιμόμουνα στης κυρά Κ. σε όποιο από τα δωμάτια της ήτανε ανοίκιαστο. Και πλήρωνα μια δραχμή.

Μια νύχτα είχα βολευτεί σ’ ένα δωμάτιο του δευτέρου πατώματος, με τη μακριά και στενή βεράντα δίπλα στην κουζίνα. Ήτανε καλοκαίρι, κι είχα την πόρτα και το παράθυρο ανοιχτά προς τη βεράντα. Περασμένα μεσάνυχτα. Όλη η συνοικία ησύχαζε. Ξαφνικά ακούω κάτι σπαραχτικά ξεφωνητά:

–    Κώστααα! Κώστααα!…

Τινάζομαι επάνω (τρομαγμένος και ξανακούω το ξεφωνητό «Κώσταααα» να βγαίνει από την κουζίνα). Τρέχω μισόγυμνος εκεί και βλέπω ένα λοχία (το Λελέ, δεν τον ήξερα τότες, μα ύστερα από… είκοσι χρόνια το έφερε η τύχη να γνωριστούμε) κι ένα στρατιώτη, και τους δύο τύφλα στο μεθύσι. Είχανε αρπάξει την κυρά Κ. και προσπαθούσανε να τη φιλήσουνε.

–    Συνάδελφοι τους λέγω δεν είναι σωστά πράγματα αυτά. Αφήστε την κακομοίρα τη γυναίκα

Η κυρά Κ., η παλιά βετεράνα του έρωτα, δεν φοβότανε φυσικά μήπως χάσει ότι πολυτιμότερο είχε. Φοβότανε πρώτα να μην πάρει είδηση η αστυνομία και έρθει κι ύστερα το ρεζιλίκι που θα πάθαινε στη γειτονιά και στους νοικάρηδες. Κι έτρεμε.

–    Καθείστε να σας ψήσω καφέ… να σας κεράσω γλυκό… Είσαστε καλά παιδιά… τι θέλετε από μένα;

–    Εσένα θέλουμε, απαντούσε ο Λελές και μου έκλεινε το μάτι για να καταλάβω ότι ήρθε μονάχα για να κάνει φασαρία και να γελάσει.

–    Τι να με κάνετε εμένα! Είμαι γριά. Ελατ’ εδώ!

Έβγαλε τη περούκα της και τους έδειξε το φαλακρό της κρανίο. Έβγαλε τις ψεύτικες μασέλες της και τους έδειξε το κούφιο στόμα της – μαύρην άβυσσο, όπου η γλώσσα έπαιζε βαθιά στο κενό κάνοντας α! α! α! σα να ήτανε κομμένη.

Μπροστά σ’ αυτή τη φρίκη, ο δύο μεθυσμένοι «συνάδελφοι» εξαφανίστηκαν.

Κάποτε όμως τα πράγματα σκουρύνανε. Τα έμπλεξε για καλά με την αστυνομία.

Είχε μια μικρούλα ανεψιά ως δεκατεσσάρω χρονώ, πολύ όμορφη – στυφός καρπός, που μόλις είχε δέσει. Ροδοκόκκινη, πεταχτούλα, με παμπόνηρα μάτια, ήτανε ο πειρασμός του σπιτιού. Μα η κυρά Κ. την είχε «ταμπού». Δεν άφηνε σε κανένα νοικάρη να της μιλήσει. Γινότανε θερίο. Μια φορά, που κάποιος την πείραξε τη μικρή και κείνη πάτησε τις φωνές, η κυρά Κ. είχε τόσο θυμώσει, που πήρε όλα τα πιάτα και τα έσπασε το ένα κατόπι στ’ άλλο απάνου στις πλάκες της κουζίνας κι ύστερα άρχισε να πετάει και τους τεντζερέδες, τα μαχαίρια και το μπαλντά του κρέατος.

Δύο μέρες ύστερα απ’ αυτήν την καταστροφή η αστυνομία έπιανε θεία και ανεψιά και τις έκλεινε στο τμήμα.

Δω και μερικές βδομάδες η κυρά Κ. είχε συχνά ανεβοκατεβάσματα στο Φάληρο τα βράδια. Έπαιρνε τη μικρή και ξεκινούσε να πάει ν’ αναπνεύσει την… θαλάσσιαν αύρα με το αυτοκίνητο. Κάποιος σοφέρ της έκαμνε αυτήν τη γαλαντομία, όσο που τα κατάφερε να γίνει ο μοιραίος καστροκαταλύτης της ανεψούλας.

Με ήρθε η ώρα κι έμαθε η μάνα του κοριτσιού το δυστύχημα κι έτρεξε στην αστυνομία ζητώντας να αποζημιωθεί η κόρη της για τη ζημιά που έπαθε.

Η μάνα του κοριτσιού ζητούσε 50 χιλιάδες δραχμές – όλο σα να λέμε το σπίτι – η κυρά Κ. τρομοκρατημένη έτρεξε στο συμβολαιογράφο και παραχώρησε το σπίτι σ’ ένα γαμπρό της,  με τον όρο να τη θρέφει όσο να πεθάνει και να κάθεται κι η ίδια στα διαμερίσματα που είχε πάντα.

Περάσανε τα χρόνια. Σιγά-σιγά τη βγάλανε από τη σάλα και την περιορίσανε στα δύο ανατολικά δωμάτια. Ύστερα τη βγάλανε κι από κει και την κατεβάσανε στο ισόγειο. Μετά τη ρίξανε μέσα στο υπόγειο, όπου κατοικεί ακόμα χωρίς να βλέπει ήλιο και κόσμο.

Είμαι όμως βέβαιος, πως δεν έχασε τη βασιλεία της… φαντασίας της. Εκεί καταχωνιασμένη θα… κουνιέται ακόμα στη σαίζ-λόγκ του μπαλκονιού, θα βλέπει τη θάλασσα του Φαλήρου δική της• θα βλέπει τον άντρα της το… στρατηγό καβάλα σε άσπρο άλογο να νικά την Ευρώπη• θα καμαρώνει το άγαλμά της μπροστά στην εκκλησιά του χωριού και θα νομίζει πως είναι ακόμα είκοσι χρονώ. Και θα περιμένει ώρα την ώρα τους δυο στρατιωτικούς γιατρούς να έρθουνε από την επαρχία να την «πάρουνε…».

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement