Η πολιτική διαδρομή του Γιώργου Παπανδρέου είναι ταυτισμένη με το βαρύ όνομά του
Του Μανώλη Σκαρσουλή
Η πολιτική διαδρομή του Γιώργου Παπανδρέου είναι ταυτισμένη με το βαρύ όνομά του, με το γεγονός ότι είναι ο εγγονός του Γέρου της Δημοκρατίας και γιος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Παπανδρέου. Μ’ αυτό το όπλο εξελέγη πρώτος βουλευτής το 1981 στην Αχαΐα και στη συνέχεια συμμετείχε στις κυβερνήσεις του πατέρα του και στο καθοδηγητικό όργανο του ΠΑΣΟΚ. Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν ένα ιδιότυπο κράμα αμερικανικού φιλελευθερισμού και σκανδιναβικής σοσιαλδημοκρατίας. Η επιρροή της μητέρας του ήταν βαθιά και εμφανής. Ίσως σ’ αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι η ενσωμάτωσή του στο ΠΑΣΟΚ δεν ήταν ποτέ ολοκληρωτική. Υπήρχε από τη δεκαετία του 1980 ένα έλλειμμα.
Ο θάνατος του πατέρα του κατά μία τραγική ειρωνεία λειτούργησε σαν εφαλτήριο για την πολιτική απογείωση του γιού. Αν και ο Γιώργος δεν ήταν και ούτε παρουσιαζόταν σαν πολιτική προέκταση του Ανδρέα, διαπίστωνα ότι «η πολιτική κληρονομιά των Παπανδρέου πέρασε σ’ αυτόν μ’ ένα αδιόρατο, αλλά πολύ αποτελεσματικό τρόπο. Φωτισμένος από την αρχέγονη ακτινοβολία της δυναστείας και βοηθούμενος από τη μετριοπαθή και ήπια πολιτική συμπεριφορά του, μέσα σε ελάχιστο χρόνο ο «Γιωργάκης» απέκτησε στα μάτια της κοινωνίας ανάστημα πολιτικού πρωταγωνιστή. Ήταν πια ο κληρονόμος. Ενώ μέχρι τότε η κοινή γνώμη τον υποτιμούσε, μετά τον χαμό του Ανδρέα τον υπερτίμησε. Ο Γιώργος Παπανδρέου συνειδητοποίησε εγκαίρως την κρίσιμη αυτή αλλαγή στη συλλογική συνείδηση του εκλογικού σώματος. Εγκατέλειψε την Αχαΐα και στις εκλογές του 1996 έθεσε υποψηφιότητα στη δύσκολη Α’ Αθηνών. Εξελέγη πρώτος βουλευτής και η δημοτικότητά του εκτινάχθηκε στα ύψη.
Στις αρχές του 2004, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έδωσε και επισήμως στον Γιώργο Παπανδρέου το δαχτυλίδι. Η μάχη της διαδοχής είχε λήξει πριν καν αρχίσει. Το βαρύ όνομά του, η καλή διεθνής εικόνα του, η ευγένεια και η μετριοπάθειά του συνέβαλαν ώστε ο τότε Εξωτερικών να κατακτήσει μια πολύ υψηλή δημοτικότητα και να θεωρείται ο επίδοξος διάδοχος, που μπορούσε να επιτύχει το καλύτερο δυνατό εκλογικό αποτέλεσμα. Σημείωνα τότε «η διαδοχή δεν ήταν μόνο η αποτροπή της διαφαινόμενης εκλογικής πανωλεθρίας, λόγω της χαμηλής κοινωνικής αποδοχής της κυβέρνησης Σημίτη».
Ούτε η πιο νοσηρή φαντασία δεν θα μπορούσε, για παράδειγμα το 1960, να διανοηθεί ότι στα μέσα της δεκαετίας του 2000 πρωθυπουργός θα ήταν ο ανιψιός του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα ήταν ο εγγονός του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γεωργίου Παπανδρέου και υπουργός Εξωτερικών η θυγατέρα του Κώστα Μητσοτάκη.
Οι μεγάλες προσδοκίες που είχαν επενδυθεί στο πρόσωπο του νέου αρχηγού του ΠΑΣΟΚ (για την ακρίβεια στο όνομά του!) γρήγορα προσγειώθηκαν ανωμάλως. Το πρώτο σοκ ήρθε με τις μεταγραφές των πρώην στελεχών της ΝΔ Στέφανου Μάνου και Ανδρέα Ανδριανόπουλου, καθώς και των πρώην στελεχών του Συνασπισμού Μαρίας Δαμανάκη και Μίμη Ανδρουλάκη. Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπέστησαν σοκ, επειδή οι δύο πρώτοι είναι δεδηλωμένοι νεοφιλελεύθεροι και οι δύο τελευταίοι είχαν πρωτοστατήσει στην παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο το 1989. Η διεύρυνση, άλλωστε, μόνο επιφανειακά ήταν αμφίπλευρη. Στην πραγματικότητα, ο Στέφανος Μάνος και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, χωρίς να ταυτίζονται ιδεολογικά με τη Μαρία Δαμανάκη και τον Μίμη Ανδρουλάκη, είχαν ως κοινό παρονομαστή τον φιλελευθερισμό, στη βάση του οποίου υπήρχε και η εκλεκτική συγγένεια με τον τότε νέο αρχηγό του ΠΑΣΟΚ.
Το μεταπολιτικόλάιφστάιλ του Γιώργου Παπανδρέου ήταν ο μανδύας και το όχημα μιας βαθύτατα ιδεολογικής επιλογής που αντιστοιχεί σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή του φιλελευθερισμού. Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν έπασχε μόνο στο επίπεδο της ρητορικής. Ο βηματισμός του ήταν ασταθής και ο πολιτικός λόγος του αδύναμος, σε σημείο που να δημιουργεί την αίσθηση ότι οι γνώσεις του για κρίσιμα θέματα διακυβέρνησης ήταν ελλιπέστατες. Γρήγορα φάνηκε ότι ο Γιώργος Παπανδρέου αντιλαμβανόταν τον αρχηγικό ρόλο του με όρους μονάρχη. Η αλήθεια είναι ότι η αναρρίχησή του στην ηγεσία έμοιαζε περισσότερο με στέψη βασιλιά παρά με εκλογή προέδρου σε ένα κόμμα. Ως πρόεδρος μοίραζε ρόλους, αλλά δεν μοιραζόταν την εξουσία του. Έφτιαχνε αξιώματα, αλλά όχι συγκροτημένη ηγετική ομάδα. Η ρητορική του περί ανανέωσης και συμμετοχικής δημοκρατίας ήταν ουσιαστικά ένα πρόσχημα όχι μόνο για να ελέγξει και να αποδυναμώσει τον εσμό κόμμα, αλλά και για να επαναφέρει με έναν μεταμοντέρνο τρόπο την αρχέγονη σχέση αρχηγού-πλήθους. Έτσι ερμηνεύεται και η επιμονή του να εκλεγεί ο πρόεδρος από τα μέλη και τους οπαδούς και όχι από κάποιο συλλογικό κομματικό όργανο.
Στις εκλογές της16ης Σεπτεμβρίου 2007, οι ψηφοφόροι έδωσαν στον Κώστα Καραμανλή μια δεύτερη ευκαιρία, όχι τόσο επειδή τον εμπιστεύονταν πολιτικά, όσο επειδή το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου δεν τους έπειθε ως εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της διακυβέρνησης. Η καθαρή εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ ήταν αναπόφευκτο να εγείρει θέμα διαδοχής. Το έθεσε ρητά τη νύχτα των εκλογών ο ίδιος ο επίδοξος διάδοχος. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι η μάχη για την ηγεσία θα ήταν ένας περίπατος για τον Βαγγέλη Βενιζέλο.
Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων οφειλόταν σε πολλούς παράγοντες. Ο πρώτος ήταν τα ουκ ολίγα σφάλματα του ίδιου του Βαγγέλη Βενιζέλου. Ταυτίστηκε με τον σημιτισμό. Έδειξε αμετροέπεια και μια πολιτική βουλιμία όσον αφορά την αρχηγική φιλοδοξία του. Φάνηκε ότι περιστοιχίζεται από στελέχη με ηθικά διαβλητή εικόνα στην κοινωνία. Μέσα σ’ εκείνο το κλίμα, τα οποία ελαττώματα και λάθη του Βαγγέλη Βενιζέλου αξιοποιήθηκαν στο έπακρο για να στιγματίσουν τη δημόσια εικόνα του. Ο ίδιος σχεδόν δαιμονοποιήθηκε. Αντιθέτως, ο Γιώργος Παπανδρέου αντιμετωπίστηκε με επιείκεια από την παράταξη. Είναι ενδεικτικό ότι η απόπειρά του να εκβιάσει την ψήφο εμπιστοσύνης των βουλευτών, αν και κατακρίθηκε σχεδόν απ’ όλους, μόνο προσωρινά ανέκοψε την άνοδό του. Το σύνδρομο της πολιτικής δυναστείας του τα συγχωρούσε όλα. Η μάχη για την προεδρία ήταν σε μεγάλο βαθμό μια σύγκρουση δύο όψεων του ΠΑΣΟΚ, που δεν είναι ένα ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα. Ειδικά ο κομματικός μηχανισμός διακατέχεται από νοοτροπία φυλής.
Το επιφανειακά παράδοξο είναι ότι ο Γιώργος Παπανδρέου υποστηρίχτηκε από το ΄΄παλιό ΠΑΣΟΚ΄΄, με το οποίο είχε ελάχιστη σχέση στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο. Στη σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου εκφώνησε μια ομιλία η οποία περιείχε όλα όσα ήθελαν να ακούσουν οι ανδρεϊκοί υποστηρικτές του. Εμφανίστηκε σαν πολιτικός επίγονος του πατέρα του και σαν ιδεολογικός αντίπαλος του Κώστα Σημίτη, ενώ η μέχρι τότε πορεία του αποδείκνυε το ακριβώς αντίθετο. Αποδείκνυε, δηλαδή, ότι κινείται πολύ πιο κοντά στον σημιτικό εκσυγχρονισμό παρά στην εκδοχή του λαϊκού και πατριωτικού ΠΑΣΟΚ.
Η στάση των δύο μονομάχων δεν ήταν η ίδια όσον αφορά το ζήτημα της ενότητας. Σε αντίθεση με τον Βαγγέλη Βενιζέλο, που δήλωνε ότι θα σεβαστεί το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, ο Γιώργος Παπανδρέου αρχικά απέφευγε να αναλάβει προσωπικά τέτοια ρητή δέσμευση. Άφηνε, μάλιστα, να πλανάται το ενδεχόμενο της διάσπασης, γιατί ήθελε να έχει ανοιχτή αυτή την επιλογή. Ως πρόεδρος και ως γιος του ιδρυτή είχε πολιτικά τη δυνατότητα να τορπιλίσει τη διαδικασία εκλογής και να προκαλέσει ρήξη.
Την έμμεση απειλή διάσπασης τη μετέτρεψε σε έμμεση απειλή διαγραφών. Το «σε όποιον δεν αρέσει να πάει να φτιάξει δικό του κόμμα» άλλαξε νόημα. Πριν, το έμμεσο μήνυμά του ήταν ότι δεν θα παραδώσει το ΠΑΣΟΚ στον Βαγγέλη Βενιζέλο. Στη συνέχεια, ήταν ότι όποιος μετά την επανεκλογή του τον αμφισβητήσει θα διαγράφεται. Το ΄΄παλιό ΠΑΣΟΚ΄΄ ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων και διαμόρφωσε το προεκλογικό κλίμα. Ήταν ένας στρατός στην επίθεση. Επιδόθηκε σε εκστρατεία απαξίωσης του Βαγγέλη Βενιζέλου και σε μεγάλο βαθμό τα κατάφερε. Ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέουαπέφευγε να εμπλέκεται σε ανταλλαγές πυρών με τον επίδοξο διάδοχό του. Τον καθημερινό πόλεμο φθοράς του αντιπάλου του τον διεκπεραίωσαν άλλοι για λογαριασμό του.
Ο Βενιζέλος επιχείρησε να ανατρέψει το δυσμενές κλίμα με μάλλον σπασμωδικές κινήσεις. Το κεντρικό επιχείρημά του ήταν αυτό που καταγράφουν και οι δημοσκοπήσεις: Ήταν ικανότερος του Γιώργου Παπανδρέου να επαναφέρει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Οι αντίπαλοί του δεν το αρνούνταν, αλλά έστρεψαν κι αυτό το επιχείρημα εναντίον του. Τον κατηγόρησαν για κυβερνητισμό. Η άνετη ενδοπαραταξιακή νίκη του Γιώργου Παπανδρέου δημιούργησε ένα γενικό αίσθημα ανακούφισης, επειδή η διαδικασία έληξε χωρίς να προκύψει διάσπαση. Για πρώτη φορά μια εσωκομματική μάχη άφησε και στο επίπεδο των ψηφοφόρων νικητές και ηττημένους.
Η ενδοπαραταξιακή εκλογή της 11ης Νοεμβρίου 2007 λειτούργησε ως η «αναγκαία τελετουργία ταπείνωσης του Βαγγέλη Βενιζέλου, που επιτρέπει πια στο ΄΄παλιό ΠΑΣΟΚ΄΄ να τον αποδεχθεί ως πιθανό μελλοντικό ηγέτη του». «Εάν ο ίδιος παίξει μέχρι τότε σωστά, το ΠΑΣΟΚ θα τον δει με τελείως άλλο μάτι. Χρειάζεται να χυθεί πολιτικό αίμα για να αποδεχθεί το κόμμα-φυλή ως αρχηγό έναν ΄΄ξένο΄΄, που τόλμησε να στραφεί εναντίον του γόνου της δυναστείας και που με την αλαζονεία του έκανε όλα αυτά τα χρόνια πάρα πολλούς να νιώθουν μειονεκτικά».
Στις 4 Οκτωβρίου 2009, το ΠΑΣΟΚ σημείωσε συντριπτική νίκη με διαφορά πάνω από 10 μονάδες. Εάν κάποιος την άνοιξη του 2008 εξέφραζε την εκτίμηση ότι το φθινόπωρο του 2009 το ΠΑΣΟΚ θα κέρδιζε εκλογές με διψήφια διαφορά, θα τον θεωρούσαν τερατολόγο. Αυτό που μέσα σε ενάμιση χρόνο μεταμόρφωσε στα μάτια της κοινής γνώμης τον Γιώργο Παπανδρέου από ακατάλληλο για την πρωθυπουργία σε ελπιδοφόρο πρωθυπουργό ήταν η μηχανική του πολιτικού συστήματος.
Όταν η ζυγαριά έγειρε για τα καλά και ήταν φανερό πως ο Γιώργος Παπανδρέου θα είναι ο επόμενος ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου, τα ΜΜΕ και οι ψηφοφόροι άρχισαν να τον βλέπουν με άλλο μάτι. Δεν ανακάλυψαν, βεβαίως, έναν μεγάλο πολιτικό ηγέτη, αλλά σε συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας πιάστηκαν από τις προεκλογικές επαγγελίες του.
Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε αποδεδειγμένα ενημερωθεί πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009 για τη δραματική κατάσταση των δημοσίων οικονομικών. Τήρησε αρνητική στάση σε πολιτικές και μέτρα που λάμβανε η κυβέρνηση Καραμανλή και υποσχέθηκε κάποιες παροχές. Όταν, μάλιστα, η ΝΔ τον πίεσε να πει πού θα βρει τους πόρους για να τις χρηματοδοτήσει, ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μετά από λίγο πρωθυπουργός είχε απαντήσει με την περιβόητη φράση «λεφτά υπάρχουν», που τον κυνηγάει μέχρι σήμερα.
Για να κάνει πράξη το ολιγομελές σχήμα, ο Γιώργος Παπανδρέου προχώρησε σε τεχνητή διάσπαση και συγκόλληση υπουργείων, η οποία δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’ όσα έλυσε. Για την ακρίβεια, προκάλεσε ένα σχετικό χάος στη λειτουργία του κράτους, ενώ η κρίση χτυπούσε δυνατά την πόρτα της Ελλάδας. Σημειώθηκαν μεγάλες καθυστερήσεις και στον ορισμό αρμοδιοτήτων κυρίως σε υφυπουργούς, αλλά και στον διορισμό των γενικών και ειδικών γραμματέων στα υπουργεία. Δεν υπήρχαν, δηλαδή, τα στελέχη που κινητοποιούν σε σε καθημερινή βάση τον διοικητικό μηχανισμό. Ουσιαστικά, η μετάβαση από τη γαλάζια στην πράσινη κατάσταση καθυστέρησε, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Ο νέος πρωθυπουργός παραβίασε κατάφωρο τη στοιχειώδη αρχή ότι καταργείς μια δομή μόνο όταν είσαι έτοιμος να την αντικαταστήσεις με μια άλλη, η οποία να είναι σχεδόν αμέσως σε θέση να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Στην περίπτωσή μας, βεβαίως, δεν συνέβη κάτι τέτοιο.
Πρόσθετη απόδειξη της βαθιά αντιθεσμικής νοοτροπίας του Γιώργου Παπανδρέου είναι ότι έκοβε και έραβε υπουργεία με βάση τα πρόσωπα. Τα υπουργεία, όμως, είναι κυβερνητικές μονάδες που πρέπει να έχουν συνέχεια και σταθερότητα. Αλλαγές σ’ αυτό το επίπεδο πρέπει να γίνονται με προσοχή και μόνο όταν επιβάλλονται από τις εξελίξεις στην κοινωνικοποκονομική δομή και κατ’ επέκταση στο μοντέλο διακυβέρνησης περίπου σαν videogame!.
Απόρροια της αντιθεσμικής αντίληψης του πρωθυπουργού ήταν και το γελοίο φαινόμενο της διαρκούς μετονομασίας των υπουργείων . Η αντικατάσταση των παραδοσιακών λιτών ονομασιών από σχοινοτενείς και βαρύγδουπες είναι αλάνθαστη ένδειξη όχι μόνο εντυπωσιοθηρίας, αλλά και φλυαρίας, η οποία υποδηλώνει διανοητική σύγχυση και μια φετιχιστική προσκόλληση στο φαίνεσθαι.
Μια σημαντική αιτία των δυσλειτουργιών που παρατηρήθηκαν το πρώτο διάστημα ζωής της κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν η διαδικασία επιλογής γενικών και ειδικών γραμματέων στα υπουργεία μέσω της ηλεκτρονικής κατάθεσης βιογραφικών. Η μέθοδος των βιογραφικών πούλησε επικοινωνιακά, αλλά ταιριάζει περισσότερο σε μεγάλες εταιρείες παρά σε κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν μόνο ένα επικοινωνιακό εύρημα. Ήταν ένα έξυπνο περιτύλιγμα που επέτρεψε στον Γιώργο Παπανδρέου να διορίσει γενικούς και ειδικούς γραμματείς της δική του επιλογής ή της επιλογής του στενού κύκλου του.
Είναι κοινό μυστικό ότι ο Γιώργος Παπανδρέου όχι μόνο διακατεχόταν από μοναρχικό σύνδρομο, αλλά είχε και αισθητικό πρόβλημα με το ΄΄παλιό ΠΑΣΟΚ΄΄. Το θεωρούσε χρήσιμο μόνο ως εκλογικό εργαλείο. Γι’ αυτό πρόθεσή του ήταν να περιθωριοποιήσει τον κομματικό μηχανισμό και να αποστρατεύσει σταδιακά την παλιά φρουρά στελεχών και ειδικά τους συνομηλίκους του, μη εξαιρουμένων όσων τον υποστήριξαν εναντίον του Βαγγέλη Βενιζέλου. Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να ολοκληρώσει το σχέδιό του, επειδή η επέλαση της κρίσης όχι μόνο δεν του άφηνε περιθώρια για τέτοιες κινήσεις, αλλά και τον υποχρέωσε να τηρήσει ισορροπίες για να διατηρηθεί στην εξουσία.
Ο νέος πρωθυπουργός είχε ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κρίσης και έπαιρνε προειδοποιητικά μηνύματα για το επερχόμενο τσουνάμι. Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησής του, όμως, ήταν ένα είδος επικοινωνιακής καταιγίδας που καλλιέργησε κλίμα εφησυχασμού, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα της αναδυόμενης κρίσης.
Το φθινόπωρο του 2009, χωρίς να μιλήσει ακριβώς για απογραφή, η κυβέρνηση Παπανδρέου αποκάλυψε με λιγότερο θόρυβο τις αντίστοιχες ταχυδακτυλουργίες της κυβέρνησης Καραμανλή. Και στις δύο περιπτώσεις, η νέα κυβέρνηση προσπάθησε να φορτώσει στην προηγούμενη όσο περισσότερα βάρη μπορούσε, ώστε να είναι ευκολότερο για την ίδια να εμφανίσει πρόοδο.
Το 2004,η Κομισιόν είχε υποδεχθεί με δυσφορία την απογραφή, αλλά δεν μπορούσε να κατηγορήσει την κυβέρνηση Καραμανλή. Αντιθέτως, την είχε επαινέσει για την αποκάλυψη των πλασματικών στοιχείων. Ήταν , όμως, δεδομένο πως δεν θα συνέβαινε το ίδιο το 2009. Τη δεύτερη φορά και με τα δύο κόμματα εξουσίας σε αντίστροφους ρόλους, η Κομισιόν ενομιμοποιείτο να μιλήσει για συστηματική παραπλάνηση εκ μέρους της Ελλάδα, για greekstatistics. Αυτό και έπραξαν.
Οι αγορές πήραν το σήμα και αμέσως ανέλαβαν δράση. Στοχοποίησαν την ελληνική οικονομία και προβάλλοντας τον κίνδυνο της χρεοκοπίας ανέβασαν στα ύψη το κόστος του δανεισμού. Το ευρωπαϊκό ιερατείο δεν ήθελε να ρίξει την Ελλάδα στον γκρεμό, αλλά δεν ήταν και διατεθειμένο να την ξελασπώσει. Επιδίωκε να την κρατήσει με τον πέλεκυ πάνω από το κεφάλι της, προκειμένου να την υποχρεώσει να λάβει δραστικά μέτρα για τη μείωση και του ελλείμματος και του χρέους.
Ιστορική αναδρομή : Σταύρος Λυγερός «Κλεπτοκρατία – Χρεοκοπία»