Στο Βουιδομαγεργειό, Δουμαεργειό, ή Κεντροχώρι
όπως αναφέρεται από το 1940 στις απογραφές, ίσως και σ’ όλη την περιφέρεια, ο Αγαμέμνων είναι ένας και μοναδικός! Όπως μοναδική είναι και η ταβέρνα που πήρε τ’ όνομά του! Ωστόσο, τα αρχαία ελληνικά κείμενα δεν κάνουν αναφορές στις μαγειρικές και γευστικές ικανότητες του αρχαίου βασιλιά. Ενώ, σημερινά και του πρόσφατου παρελθόντος κείμενα, αναφέρονται με διθυράμβους στην κουζίνα του Αγαμέμνονα του Κεντροχωρίου. Και ξένοι επισκέπτες του, λάτρεις του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, τον βάφτισαν «βασιλιά της κουζίνας».
Σ’ αυτό το χωριό, όπως συμβαίνει και στα περισσότερα της ενδοχώρας, σιγά- σιγά οι πόρτες σφαλίζουν τα τελευταία χρόνια, και ανοίγουν περιστασιακά από τους απογόνους ένα διήμερο
τη βδομάδα. Τώρα, στο Κεντροχώρι δίνουν ζωή περί τους τριάντα πέντε γέροντες ηλικίας 75 χρονών και άνω και μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού νέοι. Όλοι στον οικισμό περιμένουν κάθε χρόνο να έλθει ο Αύγουστος, για να μαζευτούν οι μέλισσες από την Αθήνα και να τρυγήσουν τη γύρη του έρμου χωριού. Μέχρι τότε τι άλλο να κάνουν, παρά να… ξοδεύουν από το περίσσευμα
της υπομονής τους; Μέσα, λοιπόν, στους λίγους γέροντες, αρσενικούς και θηλυκούς που τους βρήκε το 1988 περίπου εβδομήντα, ήλθε και ο Αγαμέμνων Χλιαουτάκης από την Αθήνα και επιχείρησε με μια του δραστηριότητα να ξαναδώσει ζωή στο χωριό. Και το επέτυχε ο «πολυμήχανος νεότερος βασιλέας του Κέντρους», όταν όλοι οι συγχωριανοί και γνωστοί από την ευρύτερη περιοχή σχολίαζαν, πως το εγχείρημά του «είναι τρέλα».
Ένα ρεπορτάζ του Μανόλη Παντινάκη στα «Νέα», το 1988 όπως λέει, του προκάλεσε μελαγχολία, του αφύπνισε το νου και το κινητοποίησε να πάρει τη μεγάλη απόφαση: Να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα, που είχε αρχίσει ήδη να γίνεται ανυπόφορη, και να γυρίσει στα πατρογονικά του. «Δεν ήταν εύκολο να φύγεις από μια πολιτεία» λέει σήμερα, «και να κατεβαίνεις σε μια άγονη περιοχή. Τόλμησα αυτό το πείραμα, μετά από μια εικοσαετία παραμονής εκεί, και το πείραμα
πέτυχε…»
«Εκείνο το ρεπορτάζ», συνεχίζει, «αναδείκνυε το πρόβλημα και χτυπούσε το καμπανάκι, δεν μπορούσα να το πιστέψω, όμως με ευαισθητοποίησε». Φτάνοντας στο χωριό αντίκρισε μια εικόνα θλιβερή, που χρόνο με το χρόνο γίνονταν περισσότερο θλιβερή και προκαλούσε πόνο: «Το Κεντροχώρι είχε ρημάξει, αλλιώς το άφησα φεύγοντας για την Αθήνα το 1970. Ετοιμαζόταν να γίνει γηροκομείο. Και έγινε! Και μάλιστα με λίγους τρόφιμους…»

ΣΗΚΩΣΕ ΤΑ ΜΑΝΙΚΙΑ
Μπορούσε, όμως, σ’ αυτό το γηροκομείο να λειτουργήσει και να ριζώσει ταβέρνα; Σήκωσε τα μανίκια, πολλαπλασιάστηκαν οι στροφές του μυαλού και είπε: «Ή τώρα ή ποτέ». Πίστεψε, ως …αρχαίος μαχητής στις δυνάμεις και στο έργο του και αναδείχθηκε νικητής στο «μεγάλο στοίχημα» που είχε βάλει. Φιλοσοφία του, κλειδί της επιτυχίας το χαρακτηρίζει ο Αγαμέμνων του Κέντρους,
«είναι η συνέπεια πρώτα με τον εαυτό σου, με το επάγγελμά σου και μετον κόσμο που συναναστρέφεσαι». Κατάφερε να «παντρέψει» και τα τρία μαζί και «η δουλειά ήρθε μόνη της». Γι’ αυτό και την προσπάθειά του αγκάλιασαν πολλοί από την άνοιξη μέχρι το τέλος Νοεμβρίου
καθημερινά και τις κρύες μέρες του χειμώνα τα Σαββατοκύριακα. Έχοντας γνώσεις της Κρητικής παραδοσιακής κουζίνας, ο Αγαμέμνων και η σύζυγός του Ουρανία, διαθέτοντας και άριστες επικοινωνιακές σχέσεις, προσφέροντας ντόπια και εύγεστα εδέσματα, κατόρθωσαν να προσελκύσουν επισκέπτες απ’ όλη την Κρήτη, την Ελλάδα και χώρες του εξωτερικού την περίοδο του καλοκαιριού.
Ομως, και Ευρωπαίοι που διαμένουν και τους χειμερινούς μήνες σε χωριά της
επαρχίας Αγίου Βασιλείου, προτιμούν την ταβέρνα του Αγαμέμνονα για να γιορτάσουν προσωπικές και οικογενειακές τους επετείους. «Κρατώ την παραδοσιακή μας
κουζίνα με θρησκευτική ευλάβεια», λέει. «Σπεσιαλιτέ μας είναι τα τσιγαριαστά με
τις παλιές συνταγές που μας κληροδότησαν, κοκκινιστά, κουκιά, μπουμπουριστοί χοχλιοί, χόρτα, κατσικάκι στη γάστρα, γαρδουμάκια, κοκορέτσι και πλήθος άλλων φαγητών που αρέσουν…»
Μετά το μεσημβρινό γεύμα, που απολαμβάνεις στους πρόποδες του Κέντρους ατενίζοντας το όρος «Ασιδέρωτο», φτάνει ο ταβερνιάρης μ’ ένα δίσκο που έχει ένα καραφάκι ρακή με τέσσερα ρακηδοπότηρα: -Να πιείτε και μια ρακή για το καλό! μας προτρέπει. Ευγενής η πρόθεσή του, δείγμα της Κρητικής φιλοξενίας. -Η τσικουδιά, μας επισημαίνει, όταν γατές και την πίνεις είναι χωνευτικό ποτό. Αν ξέρεις να την πίνεις είναι φάρμακο! Αυτή του η επισήμανση με έφερε πίσω
στους πατεράδες μας, που μετά τη δουλειά της μέρας στο χωράφι, ρουφούσαν ένα ποτηράκι ρακή και ανανεώνονταν…
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΙΣΜΟΥ
Ο Μιχ. Μ. Παπαδάκης στην εμπεριστατωμένη μελέτη του: Το Μοναστήρι του Πρέβελη, 1978, σ. 168, ασχολούμενος με την ιστορία της μονής του Αγίου Πνεύματος (βρίσκεται σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του Κεντροχωρίου), αναφέρει ένα θρύλο που εξηγεί την πρώτη ονομασία του χωριού, Βουιδομαγεργειό, που, όπως καυτηριάζει ο ιστοριοδίφης Στέργιος Σπανάκης στο δίτομο έργο του: Πόλεις και χωριά της Κρήτης, τόμος Α΄ σ. 198, «τόσο έχουν κακοποιήσει οι διάφοροι απογραφείς.».Σύμφωνα με το θρύλο αυτό, ζούσε στην περιοχή τη Βυζαντινή περίοδο μια
βυζαντινή αρχόντισσα Μαρία, ιδιοκτήτρια όλης της περιοχής από την κορυφή του όρους Κέδρος μέχρι το Λιβυκό πέλαγος. Αυτή έκτισε και τη μονή του Αγ. Πνεύματος, όπου εμόνασε, πέθανε
και ετάφη. Για την καλλιέργεια των κτημάτων της είχε το χωριό, όπου κατοικούσαν οι ζευγολάτες και εκεί ήταν οι σταύλοι των αροτριώντων ζώων. Γι’ αυτό ακριβώς πήρε το όνομα από τα βόδια, που τότε εζευγάριζαν τα χωράφια, και το μαγερειό, που ετοίμαζε το φαγητό στους ζευγολάτες…
Στέλλα Καράλη