O δημιουργός του “Πατούχα”…

 

Κορυφαία μορφή της πνευματικής Κρήτης-μαζί με τον Γεώργιο Χορτάτση και τον Βιτσέντζο Κορνάρο-

και αναμφίβολα μια ισχυρή μονάδα με φανερή επίδραση στους μεταγενέστερους. Αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρουσίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας και δικαίως θα πρέπει να λογαριάζεται στους θεμελιωτές της πεζογραφίας μας. Πρόκειται βέβαια για τον Ιωάννη Κονδυλάκη, τον δημοφιλέστατο συγγραφέα του «Πατούχα», της «Πρώτης Αγάπης», του «Όταν ήμουν δάσκαλος», των «Άθλιων των Αθηνών» πλήθους κρητικών διηγημάτων. Αναντίρρητα, τα παραπάνω φέρνουν τη σφραγίδα της γνησιότητας, της ρωμαίικης παράδοσης, του…

Advertisement

περίτεχνου λόγου, που αξιοποιεί και ανυψώνει την παράδοση αυτή. Ακόμη και με αυστηρά ποιοτικά κριτήρια, παραμένει άριστος διηγηματογράφος, τεχνικότερος και από τον Παπαδιαμάντη.

Γεννηθείς τον Δεκέμβριο του 1862 στην επαρχία της Βιάννου, όπου έμεινε μέχρι τα δώδεκά του χρόνια (εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στα Χανιά). Σύντομα- επειδή τα Χανιά τότε δεν είχαν γυμνάσιο- ο έφηβος Κονδυλάκης μετακομίζει στο Ηράκλειο για να ξεκινήσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1877 βρίσκεται στην Αθήνα για να τις συνεχίσει στην Βαρβάκειο σχολή.

Η αγάπη του όμως για την πατρίδα τον αναγκάζει να επιστρέψει στην μεγαλόνησο, ώστε να συμμετάσχει στην επανάσταση. Από το 1879 έως το 1882, εργάστηκε ως δικαστικός υπάλληλος στη Σητεία. Εκεί έκανε παράλληλα τα πρώτα του βήματα στην δημοσιογραφία, ως αντιπρόσωπος της εφημερίδας “Αλήθεια”, που έβγαζε στα Χανιά ο Τιμόθεος Ψαρουδάκης.

Η επιστροφή στην Αθήνα τον βρίσκει φοιτητή στην Φιλοσοφική σχολή. Το 1884, υπηρετεί ως δάσκαλος στο Γεράνι Κυδωνίας. Το 1985 ξεκινάει ενεργά την ενασχόληση με το συγγραφικό του έργο. Εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα από το 1889 έως το 1897 όπου ξανακατεβαίνει προσωρινά στην πατρίδα του ως πολεμικός ανταποκριτής μαζί με τον ελληνικό στρατό (τον Γενάρη του ίδιου χρόνου οι τούρκοι βάφουν με αίμα το ελληνικό στοιχείο). Η σύντομη αυτή αναδρομή στη ζωή του Ιωάννη Κονδυλάκη, τελειώνει με την επάνοδο (από την πρωτεύουσα) στην γενέτειρά του, την Βιάννο, όπου σφάλισε τα μάτια του σε ηλικία, μόλις, 58 χρόνων.

Γι’ αυτό, λοιπόν, γύρισε ο Κονδυλάκης στην Κρήτη, για να κλείσει τον κύκλο της ζωής εκεί όπου ανοίχτηκε. Η αγάπη του για τον γενέθλιο τόπο του, είχε διατηρηθεί ασφαλώς μέσα στα δημοσιογραφικά γραφεία της Αθήνας. Το όνειρο του ήταν να βρεθεί και πάλι στην Βιάννο, την πατρίδα που εγκατέλειψε στα δώδεκά του και αποχωρίστηκε οριστικά το 1889 ,αλλά η εικόνα της είχε μείνει βαθιά χαραγμένη στην μνήμη του. Το γεγονός ότι η παρουσία της Κρήτης υπερισχύει στο έργο του, υπογραμμίζεται και από τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο. Στο αφιέρωμά του στην “Νέα Εστία” γράφει: “Οι Κρητικοί, όπου κι αν βρεθούν, φέρνουν μαζί τους την Κρήτη ολόκληρη. Δε μπορούν να υπάρξουν, αν δεν συλλογιούνται εκατό φορές την ημέρα κι άλλες τόσες τη νύχτα, πως γεννήθηκαν και θα πεθάνουν Κρητικοί. Έτσι και ο Κονδυλάκης .Το σχήμα της ζωής του στην Αθήνα είναι απλό: το χρονογράφημα του “Εμπρός”, τα χαρτιά, οι περιστασιακές συναναστροφές, η μοναξιά της ασκητικής κατοικίας. Αλλά όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με κάτι εκτενέστερο, ανατρέχει στην Κρήτη, την πρώτη και αστείρευτη πηγή. Γράφει τον “Πατούχα”. Γράφει και το “Όταν ήμουν δάσκαλος”, αυτό το εξαίρετο επίσης κείμενο. Γράφει και το πώς “Ερώμιεψε το χωριό”. Γράφει και τον “Επικήδειο”, ένα χιουμοριστικό αριστούργημα. Γράφει και τον “Κερκέζο>>. Παντού παρούσα η ΚΡΗΤΗ του”.

Ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος δείχνει φυλετική συνείδηση, που τη συνοδεύει επίγνωση και περηφάνια. Δεν είναι εθνικιστής, εθνικός είναι. Το ήθος του, λοιπόν, είναι πολύ ευρύτερο από τον ηρωισμό (που με την πρώτη ματιά διακρίνει κανείς στα έργα του), αλλά και πολύ βαθύτερο. Πρόκειται για τη λεβεντιά, την ανθρωπιά και την ψυχική ευγένεια, που είναι-άλλωστε-τα βασικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παράδοσης. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν είναι τοπικά Κρητικός ο Κονδυλάκης. Είναι ο Κ Ρ Η Τ Ι Κ Ο Σ με την πανελλήνια, την ρωμαίικη συνείδηση!

Άτομο, κατεξοχήν, πολυπράγμον και ενδιαφέρον, δεν θα μπορούσε παρά ν’ αφήσει το στίγμα του. Η σχέση του με την δημοσιογραφία, η οποία προαναφέραμε ότι ξεκίνησε γράφοντας άρθρα σε τοπικές εφημερίδες, αποδείχτηκε αρκετά περιπετειώδης για τον ίδιο. Συγκεκριμένα, οι περισσότεροι βιογράφοι του Κονδυλάκη αποδίδουν την αποχώρηση του από την δημοσιογραφία και την επιστροφή του στην Κρήτη στη νευρασθένεια, που τον είχε καταβάλει, μετά από την τόσο έντονη και εξοντωτική βιοπάλη με την δημοσιογραφία. Η κόπωση του ήταν φανερή σε όλους. Αποφάσισε να την εγκαταλείψει πολύ αργά, αφού το τελευταίο “επαγγελματικό” χρονογράφημα του δημοσιεύθηκε στο “Εμπρός” στις 31 Ιανουαρίου του 1918 και εκείνος σφάλισε τα μάτια-όπως είδαμε παραπάνω- στις 25 Ιουλίου του 1920.

Επιπρόσθετα, ασχολήθηκε και με την λαϊκή τέχνη και την λαϊκή ιστοριογραφία, γράφοντας λαογραφικά κείμενα (εκδεδομένα και ανέκδοτα). Αξιόλογο είναι και το μεταφραστικό του έργο καθώς μετάφρασε Λουκιανό (τα σατυρικά του). Το “παραφόρτωμα” όμως του δημιουργικού του έργου με τόσες ασχολίες, αποβαίνει ασφαλώς εις βάρος του λογοτέχνη Κονδυλάκη, που είναι και ο πιο πρωτότυπος και ο πιο ουσιαστικός. Μοναδικός στο είδος του. Η συνέπεια, η οξυδέρκεια, οι πλατύτατες γνώσεις, το φιλοσοφημένο πνεύμα, η ετοιμότητα, η λεπτή αίσθηση του Κονδυλάκη και-προ πάντων- οι αρχές του τον είχαν καταστήσει πρόσωπο σεβαστό σε ολόκληρο τον πνευματικό κόσμο.

 Της Αργυρώς Βουβουδάκη – apodimoikrites.blogspot.com

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement