ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΜΑΝ. ΝΕΟΝΑΚΗΣ

 1937-2011

 

Του ΜΑΝΟΛΗ ΣΚΑΡΣΟΥΛΗ

Ράφτης-Τσαγκάρης-Κρεοπώλης-Χοιροτρόφος-Κουνελοτρόφος-Περβολάρης-Αμπελουργός-Ελαιοπαραγωγός

Πρόεδρος: Μάρτυς είχες σχέση με τον τεθνεώτα ;

Μάρτυς:  Κε Πρόεδρε ήταν ο άντρας της αδερφής μου που τον έκανα κι εγώ αδερφό.  Θα είμαι όσο μπορώ αντικειμενικός στην κατάθεσή μου.

 Ο άνθρωπος που πετύχαινε σε όλες τις δουλειές γιατί πρώτα τις πίστευε. Μετά τις δούλευε ορεξάτα και μετά μοίραζε απλόχερα την καρδιά του στον κόσμο που τον αγκάλιαζε με την αγάπη και την φιλία του.

Από μικρό σαν μοναχοπαίδι το ονοματίσανε «Αντρεάκι» χαϊδευτικά αλλά και πραγματικά, μιας και ήτανε μικροκαμωμένος.  Όμως τ’Αντρεάκι παίρνοντας τις αρετές του Νεόνη, την ομορφιά της Νεόναινας και την καρδιά του παππού του Αντρουλή, έγινε δουλευταράς κι ατρόμητος, θεριό ανήμερο όταν τον προσπερνούσαν, αλλά φίλος, δικός, χωριανός, συντοπίτης, όταν πίνανε σ’ ένα γύρο τσι ρακές τους και για στσι χαρές και στσι λύπες.

Συνήθως οι περισσότερες παρέες και ειδικά της «ντελάς» δεν θένε ντουσούτισμα.  Όλες τις καλεί η ώρα και η ώρα τις ξετελεύγει, ομαλά ή ανώμαλα.  Οι παρεϊτζήδες σε κάθε περίπτωση έχουν λύση βραχυπρόθεσμα τα προβλήματά τους.

Εδώ χρειάζεται καλό τιμόνι.  «Το περίσιο χαλά το ίσιο». Η υπερβολή όχι μόνο δεν λύνει προβλήματα έστω και στιγμιαία, αλλά υποσκάπτει σιγά-σιγά την ικμάδα της ζωής.

Δυστυχώς στην ύπαιθρο που ερημοποιείται και κάθε μέρα ανοίγονται καινούργια μνήματα, το μόνο μέσο που απομένει για κοινωνική συναναστροφή, εκτός των μνημοσύνων και των κηδειών, είναι τα ανθυγιεινά φαγητά μετά της συνοδείας των ευγενών, εντοπίας προέλευσης, οινοπνευματωδών ποτών (ρακκόκρασα).

Οι τρεις τελευταίοι ποθαμένοι στο χωριό μας,   Αγαθάγγελος 5/2/2011-Αντώνης 12/2/2011 –Αντρέας 24/2/2011 έγραψαν μόνοι τους την καταληκτική τους ημερομηνία, ακούγοντας μόνο την φωνήν τους.  Όσες φορές προσπάθησα  να μιλήσω με τον Αντρέα, μου απαντούσε με τον ίδιο τρόπο. Έχω κάνει το όποιο χρέος μου, είμαι ελεύθερος να πεθάνω.  Σήμερα αυτό που με στενοχωρεί  είναι οι νέοι, μικροί και μεγάλοι, που κάθονται γύρω από την ντεζιά της Αθανασίας και ακολουθούν τον ίδιο αδιέξοδο δρόμο.  Η έλλειψη ετερόφυλης συντροφιάς που έχει να κάνει με την ερημιά του νεκρικού τοπίου αφαιρεί από τους νέους μας το κίνητρο της δημιουργίας και τους ωθεί σε μια εικονική πραγματικότητα που δεν αργεί να παγώσει όταν κλείσουν την πόρτα του σπιτιού που κλείνει μέσα την μοναξιά τους.

Χρονική αναδρομή

1957-59 : Στρατιώτης, εν συνεχεία λοχίας πεζικού. Υπηρέτησε μαζί με τον αχώριστο του Κυδωνοβασίλη στα ακρότατα σύνορα και οι κοινές τους ιστορίες πάνω από 300 σελίδες απλώνονται κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Κοινό χαρακτηριστικό των ιστοριών ήταν η καλή τους έκβαση λόγω του θάρρους και της ικανότητας των πρωταγωνιστών.

1960-1963 : Μετά από κάποιο προϋπηρεσία στο τσαγκαράδικο του Τσαγκαρομανώλη άνοιξε δικό του σε χώρο που του παραχώρησε ο Μπάμπης στο μαγαζί του.

Ακολούθως το 1963 ζήτησε το χέρι της αδερφής μου Μαρίας και το έλαβε, με απόλυτη συναίνεση.  Εγώ τότε έλειπα πολύ μακριά στην Χώρα και δεν υπήρχε δυνατότητα να βρεθούν τα ναύλα 12+12=24 δρχ.  για να συμμετάσχω στην χαρά του σπιθιού μας.

Φυσικά το καλοκαίρι ανέλαβα τα καθήκοντα του αδελφού της αρραβωνιασμένης και τους είχα θέσει υπό  αυστηρά επιτήρηση για να προστατεύσω την παρθενία της αδερφής μου και την τιμήν του σπιθιού μας. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε καμία σφαγή και το ζευγάρι έδραττε τους καρπούς του, εν κρυπτώ και παραβύστω.

1965-1970: Τότε  έκτιζε ακόμα, ο γαμπρός το σπίτι του, για να καλοπιάσει την νύφη και να δείξει την νοικοκυροσύνη του. Ο Αντρέας χάλασε το πατρικό του και το μετασκεύασε. Πρώτος βοηθός εγώ που κουβάλησα στου Σπανουδάκη ούλα τ’αμμοχάλικα τση πλάκας, με τρεις γαϊδάρους.

Τον Αύγουστο του 1966 εγένετο ο γάμος που στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία.  Τα τραπέζια στσι ταράτσες μας και στου Σπανουδάκη άντεξαν την φαοπιοτούρα των τριών ημερών.  Ο Γουμενοβασίλης είχε αναλάβει την Μαρία την να βγάλει ασπροπρόσωπη στο χορό της νύφης.

Ο καρπός της ένωσης εβλάστησε στις 24.6.1967 την ημέρα τ’ Αη Γιάννη του Κληδώνου.  Ένα μαυριδερό μουτράκι έκανε την εμφάνισή του και το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ως εκ του Νεόνη προερχομένου.  Έτσι απέκτησα κι εγώ παρέα να παίζω μόνο πως μου ‘πεφτε μικρή και την άγκριζα τις πιο πολλές φορές.

Σε μικρό χώρο δίπλα απού του Παυλή, που του έδωσε ο παππούς του Παντελαντώνης έκτισε ένα καλό σπιτάκι στο οποίο μετέφερε το τσαγκαράδικο.  Πριν το 1970 συνεταιρίστηκε με τον ξάδερφό του Βαγγέλη  του Κανάκη κι έκαναν μια μικρή χοιροτροφική μονάδα στου Φραγκούλη.

Πολύ αργότερα άφησε τους χοίρους και ανάπιασε κουνέλια.

Το 1970 γεννήσανε και το μωρό με τα λακκάκια στα μάγουλα.  Το όνομα αυτού Μαρία, Νεόναινας ένεκεν. Έτσι δημιουργήθηκε συνωστισμός Μαριών, Μάνα, γυναίκα, κόρη και σίγουρα από τότε χάλασε η καλή επικοινωνία, μέχρι να  καθιερωθούν τα υποκοριστικά.

Στο τέλος της δεκαετίας του1960 παράτησε το τσαγκαράδικο κι άνοιξε κρεοπωλείο.  Ήταν ίσως η καλύτερη επιλογή της ζωής του.  Έδωσε και πήρε πολλά απ’αυτήν την δραστηριότητα, πάνω από όλα όμως καταξιώθηκε  στην δουλειά του με την εργατικότητα, την ειλικρίνεια, την φερεγγυότητα, την ευγένεια, την καθαριότητα (πρωτίστως).  Ο χώρος του κρεοπωλείου και τα εργαλεία του, άστραφταν πάντα και βλέποντάς τον ο πελάτης να τεμαχίζει το κρέας αριστοτεχνικά, γραφότανε στον κατάλογο της πελατείας του χωρίς  δεύτερη σκέψη.

Στην πρώτη πενταετία του 1970 έγινε εποχούμενος κι άρχισε τις μεταφορές στο Ηράκλειο, πιάνοντας γνωριμία με τους μεγάλους χασάπηδες της αγοράς.  Ένας από τους φίλους του ο Κυριάκος ο Δασκαλάκης του στάθηκε στην αρρώστια του και τον συνόδεψε μέχρι την τελευταία του κατοικία. Τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας.  Τέθοιοι ανθρώποι μας δίνουνε την ελπίδα πως η φιλία και η ανθρωπιά θα στέκουνε πάντα.

Στα επόμενα χρόνια μέχρι ν’ αναλάβει ο υιός, στερέωσε την φήμη του σ’ όλη την επαρχία και την κατάλληλη στιγμή αξιοποιώντας την αγορά ενός ακινήτου στην Αγία Φωτεινή,  κατάφερε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του, βοηθώντας τον γιό του, και να στήσει μια υπολογίσιμη επιχείρηση που του επέτρεπε να δουλέψει και να ζήσει την οικογένειά του.  Στο μαγαζί αυτό έδωσε όλες τις δυνάμεις του.  Ήτανε και δικό  του έργο και το καμάρωνε.  Ήτανε πολύ ευχαριστημένος και η χαρά του ήτανε να δουλεύει ακούραστα, με το γέλιο στην άκρα των χειλιών του.

Το μεγαλύτερο χάρισμα τ’ Αντρέα ήταν το αβίαστο γέλιο που έκρυβε όχι μόνο τις στενοχώριες του αλλά και την κούραση της δουλειάς.  Δέκα ώρες ορθοστασία είναι από μόνες τους απέραντα κουραστικές, εκτός κι αν τις αντιμετωπίζεις με  χαμόγελο.  Δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο που να καμουφλάρει τόσο τον πόνο.  Τον κρατούσε μόνο για τον εαυτό του όταν τον άφηνε να εκδηλωθεί.  Χρόνια τώρα υπέφερε με το χέρι του, ήταν το κυρίως πρόβλημά του. Ουδέποτε το επικαλέστηκε για να μη μείνει μακριά από το «κουτσούρι» του κρεοπωλείου, αν και η κάθε μπαλταδιά ή μαχαιριά πρώτα του έκοβε τον ώμο και μετά τα δάκτυλα, αυτά τα δάκτυλα που είδα κι έπαθα να τα ξεκατσουνιάσω πριν τον σκεπάσουν οι πλάκες.

Η μόνη φορά που τον νίκησε ο πόνος ήταν μια Γεναριάτικη νυχτιά.  Αδύνατον να τον παλαίψει ορθός. Ένα κατσούνι έγινε, να τον μαϊνάρει. Όμως αυτός δεν ήταν πόνος συνηθισμένος, ήταν ο πόνος που προμηνούσε το τέρμα που έφτασε μετά από ένα άνισο αγώνα 45 ημερών.  Υπέφερε όσο ουδείς άλλος, πάλαιψε παληκαρίσια τον θάνατο, πολλές  φορές κέρδιζε στα σημεία, όμως το χειρουργείο που μπορούσε να του δώσει ζωή δεν τ’ άντεξε.  Ο χάρος ζήλεψε την λεβεντιά του, κι αμέσως μετά δεν του ΄δωσε καμμιά ανάσα. Πριν προλάβει να τον πιάσει με τα πονεμένα του χέρια, ο Χάρος τον βούτηξε απού τα μαλλιά.

«Άφης με Χάρε απου τα μαλλιά κι πιάσμε απού την μέση»Απου κειδά τα πιάνω γω ούλα τα παλληκάρια»

Έφυγε με ανοιχτές πληγές που τρέχανε σαν φλέγες. Αδύνατο να μείνει κοντά μας να τον βεγγερίσομενε και να αναθιβάλομενε τσι τροζάδες τση ζωής του, όπως μόνο στα χωριά τιμούνε τον νεκρό, όσο τον έχουνε κοντά τους και τον αποσπερίζουνε.  Μόλις λιγοστέψει το κλάμα, αρχίζουν  οι ιστορίες και οι συζητήσεις και γίνεται τόσο οικείος ο ποθαμένος που δεν θέλει και πολύ να μας πει και την δική του γνώμη.

Τον φέραμε κατ’ ευθείαν στην εκκλησία σκεπασμένο.  Ούτε το κρεοπωλείο του είδε, ούτε την καρέ του Χαριδημάκη, ούτε το μέγα πλήθος που τ’ ακλουθούσε.  Ατάραχος στην εξόδιο ακολουθία δεν έδειξε καθόλου να ταράζεται από τα θαυμαστά λόγια του παπα-Κυριάκου και του παπα-Μανόλη που εκθείασε την εργατικότητα, την άοκνη συμμετοχή του στα κοινωνικά δρώμενα του τόπου και την προσωπική του βοήθεια σε ότι περνούσε από τα χέρια του.

Πριν τον σκεπάσουν οι πλάκες κουβεντιάσαμε αρκετά.  Του είπα σε πέντε λεπτά ότι θυμήθηκα από την κοινή ζωή μας των 48 χρόνων.  Ουδέποτε ανταλλάξαμε πικρό λόγο και ποτέ δεν ξεχώρισε το σπίτι του από το δικό μας. Κουβαλητής όλων των καλουδιών του τόπου μας κι άξιος περβολάρης εφοδίαζε και τα δυο σπιτικά χειμώνηδες και καλοκαίρια.

Λίγο πριν πεθάνει ο πατέρας μου, βλέποντας γεμάτους τσι μαγατζέδες,  είπε «Ιντα θελα γενούμενε αν δεν είχαμενε ετουτονά τον άνθρωπο !»

Ήτανε πραγματικά άνθρωπος, άξιος γιός του πάνσοφου και ιστορικού Νεόνη που τον χαρακτήριζε η ευγένεια και η ημερότητα των ηθών.

Το γελαστό πρόσωπο του Αντρέα είχε όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, του σεβασμού στην αξία του κάθε ανθρώπου, της δικαιοσύνης, της ευαισθησίας, της ανθρωπιάς, της σεμνότητας, της αξιοπρέπειας, της ευπρέπειας,  της κοσμιότητας. 

Άνθρωπος και ανθρωπιστής μαζί, θα μείνει πάντα ζωντανός στην μνήμη μας.

Αντρέα για μένα ήσουνε

και γαμπρός μου και αδερφός μου

και έτσι θα μείνεις μέσα μου.

 

 

 

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement