Η συμμαχική απόβαση στην Ευρώπη του Χίτλερ και οι επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα το 1943

Γερμανικά Πάντσερ αποβιβάζονται στη Λέρο.

Advertisement

Ζαχαρίας Δ. Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος

Ι. Μόλις το μέτωπο της Βόρειας Αφρικής άρχισε να ξεκαθαρίζει, με την εκεί συντριπτική νίκη των συμμάχων, ξεκίνησαν και τα σχέδια για τη μεταφορά του μετώπου στην Ευρώπη, με τελικό στόχο το ίδιο το Βερολίνο. Στη Διάσκεψη της Καζαμπλάνκας τον Ιανουάριο του 1943, πάρθηκαν οι τελικές αποφάσεις για το πού και πότε θα γινόταν το αναγκαίο προγεφύρωμα στην Ευρώπη. Η συμφωνία επήλθε μετά από σφοδρές διαφωνίες μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων για το τι έπρεπε να γίνει. Ο αρχηγός του Επιτελείου του αμερικανικού στρατού Τζορτζ Μάρσαλ μετέφερε την άποψη πως η απόβαση έπρεπε να γίνει στη Δυτική Ευρώπη και μόνο εκεί, δείχνοντας τη Νορμανδία. Αντίθετα ο Τσόρτσιλ επιθυμούσε το προγεφύρωμα να γίνει στις μεσογειακές ακτές, όπου έκρινε ότι επιχειρησιακά ήταν εφικτό κάτι τέτοιο. Αυτό που αποφασίστηκε ήταν η εισβολή των συμμάχων στη Σικελία με το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Χάσκι» (Operation Husky). Στόχος της ήταν οι συμμαχικές δυνάμεις να αποσπάσουν τη Σικελία από τις δυνάμεις της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. Παράλληλα είχε επιτευχθεί η παραπλάνηση του αντιπάλου και η διασπορά δυνάμεών του με δήθεν σχεδιαζόμενες αποβάσεις στη Σαρδηνία και στην Πελοπόννησο. Η επιχείρηση που άρχισε τη νύκτα μεταξύ 9ης και 10ης Ιουλίου 1943 οδήγησε μέχρι τις 17 Αυγούστου στην κατάληψη ολόκληρης της Σικελίας από τους Συμμάχους και στην κατάρρευση του φασιστικού κόμματος. Περίπου 30.000 Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες χαθήκαν, ενώ για τις αμερικανικές δυνάμεις, πολλές από τις οποίες πήραν το βάπτισμα του πυρός, οι νεκροί ανήλθαν στους 2.500 άντρες. Λίγο μεγαλύτερες υπήρξαν οι απώλειες για τους Βρετανούς (2.700 περίπου).

Ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 1944, οι συμμαχικές δυνάμεις ήξεραν επιχειρησιακά τι σημαίνει να επιχειρείς απόβαση σε εχθρικό έδαφος και σαφώς πιο προετοιμασμένοι πέτυχαν ευκολότερα το στόχο τους, αντιμετωπίζοντας εκεί στις νορμανδικές ακτές υποδεέστερες ναζιστικές δυνάμεις από αυτές που αντίκρισαν στη Σικελία. Η κινηματογραφική παραγωγή «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (1998), μας έχει δώσει μια μάλλον δυσανάλογη με την πραγματικότητα εικόνα της αντίστασης των γερμανικών δυνάμεων και το αντίστροφο μια μάλλον υπερεκτιμημένη εικόνα της προσπάθειας που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι για τον έλεγχο της νορμανδικής ακτογραμμής. Στη Σικελία τα πράγματα ήταν σαφώς χειρότερα.

II. Η συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια υπέρ των συμμαχικών δυνάμεων διάδοχη κατάσταση στα Δωδεκάνησα, που από το 1911 ήταν ιταλικά. Το κενό εξουσίας, όμως, που αυτή συνεπαγόταν δε σήμαινε και την άμεση κατάληψη των νησιών από τις συμμαχικές δυνάμεις παρά το γεγονός ότι η θέση των νησιών κρινόταν ήδη από το Μάιο του 1943 ως ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, μπροστά μάλιστα στην προοπτική μιας αποβατικής απόπειρας στην Ευρώπη από το Αιγαίο. Μέσα στον Αύγουστο του 1943 το βρετανικό επιτελείο είχε ήδη ετοιμάσει σχέδιο αποβατικών επιχειρήσεων με την κωδική ονομασία «Accolade», με κύριο στόχο την κατάληψη της Ρόδου.

Παρά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Τσόρτσιλ για τη μεταφορά ενός μετώπου πολέμου στο Αιγαίο και από εκεί στα Βαλκάνια, η επιτυχημένη εκστρατεία στη Σικελία στα τέλη Αυγούστου 1943 είχε ήδη μειώσει τη στρατηγική σημασία των Δωδεκανήσων. Η 8η Ινδική Μεραρχία που θα επωμιζόταν το κύριο βάρος των αποβατικών επιχειρήσεων στα Δωδεκάνησα μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο μέτωπο της Ιταλίας. Επιπλέον, η απόφαση του Βερολίνου να αντισταθεί στην προέλαση των συμμάχων νότια της Ρώμης δυσχέρανε ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες του Τσόρτσιλ να πείσει τον Ρούσβελτ για την αναγκαιότητα της απόβασης στα νησιά του Αιγαίου. Έτσι οι στρατιωτικοί ηγέτες των Συμμάχων, από κοινού με τους Αμερικανούς πολιτικούς, έβλεπαν αρνητικά τη διαίρεση των δυνάμεων που θα απαιτούσε μία τέτοια επιχείρηση. Ήδη η προέλαση των συμμάχων στην Ιταλία δέσμευε μεγάλο αριθμό συμμαχικών δυνάμεων, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα.

Η εξέλιξη των πραγμάτων στην αμέσως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση περίοδο και μετά την απόφαση του συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής για τη δημιουργία προγεφυρώματος στα Δωδεκάνησα υπήρξε ιδιαίτερα δυσάρεστη ως προς το αποτέλεσμα των επιχειρήσεων. Παραμονές της συνθηκολόγησης πάνω στα υπό ιταλική κατοχή νησιά υπολογιζόταν ότι βρισκόταν συνολική ιταλική δύναμη 50.000 ανδρών. Στη Ρόδο, που αποτελούσε κύριο συμμαχικό στόχο, υπήρχαν 30.000 Ιταλοί, συγκροτημένοι σ’ ένα σύνταγμα πεζικού, και 7.000 Γερμανοί, που σε αντίθεση με τους Ιταλούς είχαν διαταγές να κρατήσουν το νησί υπό τον έλεγχό τους. Παρά τους δυσμενείς συσχετισμούς οι Γερμανοί, μόλις η Ιταλία έπαψε να βρίσκεται στο πλευρό του Ράιχ, αντέδρασαν άμεσα. Οι διαβεβαιώσεις του ταγματάρχη λόρδου Τζέλικο προς τον Ιταλό Διοικητή Ινίγκο Καμπιόνι για άμεση υποστήριξή τους από τα συμμαχικά επιτελεία δεν υλοποιήθηκαν γρήγορα, καθιστώντας ανώφελη οποιαδήποτε προσπάθεια αντίδρασης των αποσχισμένων από τον Άξονα Ιταλών.  Η γερμανική αντεπίθεση του υποστράτηγου Ούλριχ Κλέμαν (Generalleutnant Ulrich Kleemann) αφού εξουδετέρωσε τις αιφνιδιασμένες ιταλικές δυνάμεις μετέτρεψε τη Ρόδο σε απόρθητο φρούριο για τις συμμαχικές αποβατικές δυνάμεις, δημιουργώντας ισχυρή αεροπορική κάλυψη στο νησί με περίπου 333 αεροπλάνα και επάκτια θωράκιση με πυροβόλα 3 έως 14 ιντσών.

Σε συνδυασμό και με το πέρασμα της Καρπάθου, που διέθετε αεροδρόμιο και επάκτιες θέσεις άμυνας, στη γερμανική κατοχή, οι συμμαχικές επιφυλάξεις -βρετανικές και κυρίως αμερικάνικες- για τη σκοπιμότητα μιας ευρείας αποβατικής επιχείρησης πολλαπλασιάστηκαν, αναλογιζόμενοι το υψηλό κόστος της επιχείρησης. Παρά τις δυσμενείς εξελίξεις ο Τσόρτσιλ επέμεινε στον άμεσο σχεδιασμό αποβατικών επιχειρήσεων από το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής με στόχους, εκτός από το μικρό Καστελόριζο, τα νησιά Κω, Λέρο και Σάμο, που διέθεταν αεροδρόμια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις, χωρίς να αποκλειόταν επιχειρησιακά και μια από τα παραπάνω νησιά απόβαση στη Ρόδο.

Οι Βρετανοί, προκειμένου να πείσουν τους πολιτικούς τους για τη σημασία μιας τέτοιας επιχείρησης, υπερέβαλαν για τα πολιτικά οφέλη που αυτή θα απέφερε.  Το ενδεχόμενο να εγκατέλειπε η Τουρκία την πολιτική της ουδετερότητας υπέρ των συμμαχικών δυνάμεων εάν μεταφερόταν το μέτωπο των επιχειρήσεων στα Δωδεκάνησα οπωσδήποτε επηρέασε τις αποφάσεις του Καΐρου για την υλοποίηση των επιχειρησιακών σχεδίων στα Δωδεκάνησα. Το χρονικό διάστημα από τις 10 Σεπτεμβρίου 1943 έως και τις 22 του ίδιου μήνα  μία αποσπασμένη από τη Μέση Ανατολή βρετανική ταξιαρχία με τη συνδρομή ειδικών καταδρομικών δυνάμεων (Special Boat Squadrom), που περιελάμβαναν και ελληνικά τμήματα, προωθήθηκε σταδιακά με καΐκια και αντιτορπιλικά σκάφη ML μέσω των τουρκικών χωρικών υδάτων στα Δωδεκάνησα. Στις 10 Σεπτεμβρίου η ιταλική φρουρά του Καστελλόριζου παραδόθηκε στους βρετανούς καταδρομείς. Μέσα σε μια εβδομάδα μικρές βρετανικές δυνάμεις είχαν αποβιβαστεί στα νησιά Κω, Λέρο, Λειψούς, Πάτμο, Φούρνοι και Ικαρία.

Ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων υπήρξε η κατοχή του αεροδρομίου στην Κω και η κατάληψη στις 22 Σεπτεμβρίου της ναυτικής βάσης της Λέρου. Οι επιχειρήσεις αυτές έγιναν με τη συνεργασία των εκεί ιταλικών δυνάμεων στις οποίες και ανατέθηκε σημαντικό μέρος της άμυνας των νησιών. Μέχρι και τις αρχές Οκτωβρίου περίπου 4.000 βρετανοί στρατιώτες είχαν σκορπιστεί σε οχτώ νησιά των Δωδεκανήσων και στη Σάμο, με την παρουσία και μικρών μονάδων  Ελλήνων καταδρομέων του Ιερού Λόχου. Η ιταλική δύναμη ανερχόταν στους 8.000 στρατιώτες. Η ετερόκλητη αυτή δύναμη κλήθηκε να αντιμετωπίσει τη γερμανική αποφασιστικότητα που ήθελε το Αιγαίο υπό την εξουσία του Βερολίνου. Από την άλλη πλευρά οι επιχειρησιακές αδυναμίες των συμμάχων και η κωλυσιεργία στην αποστολή ενισχύσεων έδειχναν πως από τη στιγμή εκκίνησης της γερμανικής αντεπίθεσης ήταν ζήτημα χρόνου η αλλαγή της κυριότητας των νησιών αυτών.

Οι Γερμανοί, που από καιρό είχαν επανεκτιμήσει τη σημασία της κυριαρχίας στο νησιωτικό χώρο και την Κρήτη ιδιαίτερα, θέτουν άμεσα σε εφαρμογή την επιχείρηση «πολική αρκούδα». Στις 23 Σεπτεμβρίου ο αντιστράτηγος Φρίντριχ Βίλχελμ Μύλλερ (Generalleutnant Friedrich-Wilhelm Müller), διοικητής της 22ης Μεραρχίας Πεζικού που φρουρούσε το «Φρούριο Κρήτη», έλαβε εντολή να καταλάβει την Κω και τη Λέρο. Στις 3 Οκτωβρίου 1943 η προσέγγιση γερμανικών αποβατικών σκαφών στην Κω έδειξε τα όρια αντοχής των εκεί αμυνομένων δυνάμεων. Οι Ιταλοί, που διέθεταν τις μεγαλύτερες δυνάμεις πάνω στο νησί, προέβαλαν στοιχειώδη αντίσταση, όμως, μετά την κατάληψη του αεροδρομίου παραδόθηκαν. Γερμανοί αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το αεροδρόμιο εξουδετερώνοντας γρήγορα το αιφνιδιασμένο βρετανικό τάγμα που είχε αναλάβει τη φρούρησή του. Οι από την ηπειρωτική Ελλάδα προερχόμενες ναζιστικές αποβατικές δυνάμεις ανάγκασαν το βρετανικό τάγμα στα βόρεια του νησιού σε παράδοση. Μεθοδικά οι Γερμανοί κατέλαβαν το ένα μετά το άλλο τα νησιά περιορίζοντας τις συμμαχικές δυνάμεις στη Λέρο.

Η Λουτβάφε πάνω από τα Δωδεκάνησα.

Οι προσπάθειες συμμαχικής αντίδρασης είτε στη θάλασσα είτε πάνω στα νησιά ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία μπροστά στην από αέρος πίεση της Λουτφβάφε. Ο ανηλεής βομβαρδισμός του κόλπου Άλιντα στη Λέρο έκανε εύκολη υπόθεση τη ρίψη 600 αλεξιπτωτιστών στις 12 Νοεμβρίου 1943. Στις σφοδρές- σώμα με σώμα – μάχες που ακολούθησαν γύρω από τα πεδία ρίψης οι βρετανοί καταδρομείς δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την κατάληψη της νήσου.  Με σοβαρές απώλειες  περίπου 2.000 ανδρών, η βρετανική ταξιαρχία του Πέντεργκαστ παραδόθηκε στις 16 Νοεμβρίου 1943 στο στρατηγό Φρίντριχ Βίλχελμ. Το πέρασμα των αιχμαλώτων Βρετανών από τους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας υπήρξε αφορμή για εκδηλώσεις συμπαράστασης του πληθυσμού, αποτέλεσε όμως και πηγή απογοήτευσης για τους κατοίκους που διαπίστωσαν για άλλη μια φορά ότι η Κατοχή θα αργούσε να φτάσει στο τέλος της.

Στη Σάμο οι εξελίξεις ήταν διαφορετικές καθώς στο νησί υπήρχε έντονη παρουσία αντιστασιακών δυνάμεων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου και του Ε.Λ.Α.Σ. Η επίθεση του συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ εναντίον της ιταλικής διοίκησης του στρατηγού Σανταρέλι δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια άμεση ανάληψη της διοίκησης του νησιού από τον τοπικό πληθυσμό στο αμέσως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση διάστημα. Τελικά οι αντιστασιακοί κατόπιν και της υιοθέτησης από την ιταλική μεραρχία διαλλακτικότερης στάσης ανέλαβαν την πολιτική διακυβέρνηση του νησιού. Ο Ε.Λ.Α.Σ με επικεφαλής τον Γιάννη Ζαφείρη  υποστήριξε την εκλογή της Πανσαμιακής Διοικητικής Επιτροπής της οποίας πρόεδρος έγινε  ο Μητροπολίτης Ειρηναίος.

Οι Βρετανοί όταν έφθασαν βρέθηκαν προ τετελεσμένων γεγονότων χωρίς περιθώρια να αντιδράσουν. Οι καταδρομείς του υποστράτηγου Άρνολτ που αποβιβάστηκαν στις 16 Σεπτεμβρίου στο νησί αναγνώρισαν τη νέα διοίκηση. Η πολιτική σημασία της αναγνώρισης θορύβησε την εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού η οποία φοβήθηκε πως αντίστοιχες συμφωνίες μπορεί να προέκυπταν  κατά τη σταδιακή απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας. Ο Τσουδερός ζήτησε την κατάργηση της επιτροπής και την άμεση αποστολή –με αλεξίπτωτα μάλιστα- του Ιερού Λόχου. Για την διαχείριση της πολιτικής εξουσίας στάλθηκαν  ο βρετανός ταξίαρχος Μπέρντ και ο  Σοφούλης. Τίποτα από αυτά όμως δεν πρόλαβε να γίνει, καθώς ο αγώνας κρίθηκε γρήγορα και έληξε με μεγάλη γερμανική νίκη. Η γερμανική αντεπίθεση που εκδηλώθηκε στις 17 Νοεμβρίου από τον αέρα και την ξηρά ανάγκασε τους Βρετανούς και τους αντάρτες, παράγοντες της βραχύβιας «ανεξαρτησίας», να εκκενώσουν το νησί στις 23 Νοεμβρίου με τελικό προορισμό τη Μέση Ανατολή. Πριν από το τέλος Νοεμβρίου οι Γερμανοί ήταν πλέον απόλυτοι κυρίαρχοι της περιοχής των Δωδεκανήσων και οι Βρετανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μεγάλη ήττα.

III. Στα Δωδεκάνησα επιτεύχθηκε ουσιαστικά μια από τις τελευταίες νίκες του Άξονα εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ήταν μια νίκη που στηρίχτηκε στην από αέρος ισχύ κυρίως με τα καταδιωχτικά αεροσκάφη Στούκα και τα βομβαρδιστικά Junkers-52. Οι Βρετανοί έχασαν συνολικά πέντε τάγματα, περίπου 4.800 άντρες και από τα 33 αντιτορπιλικά (7 ελληνικά) που πήραν μέρος στην εκστρατεία 6 βυθίστηκαν μαζί με 2 υποβρύχια, ενώ πολλά πλοία υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Μεταξύ των αντιτορπιλικών που χάθηκαν στα νερά της Δωδεκανήσου ήταν και το «Βασίλισσα Όλγα». Ένα άλλο ελληνικό αντιτορπιλικό, το «Αδριάς», ακρωτηριασμένο από νάρκη (αποκόπηκε ολόκληρη η πλώρη μέχρι τη γέφυρα του πλοίου) κατέφυγε στο Μπουντρούμ (Αλικαρνασσός) της Τουρκίας και από εκεί στην Αλεξάνδρεια. Στον αέρα οι συμμαχικές απώλειες υπήρξαν εξίσου σημαντικές. Από τα 288 αεροπλάνα της R.A.F που επιχείρησαν 113 χάθηκαν.

Οι γερμανικές απώλειες έφτασαν τους 1.184 νεκρούς, ενώ 15 αποβατικά σκάφη και μικρά πλοία βυθίστηκαν. Παρά τις απώλειές τους οι Γερμανοί ήταν αναμφισβήτητα οι μεγάλοι νικητές της μάχης. Πέρα από το στρατιωτικό όφελος της διατήρησης του Αιγαίου υπό την κυριαρχία τους υπήρξαν και σημαντικά πολιτικά κέρδη. Η Τουρκία παρά τις περί του αντιθέτου αρχικές προθέσεις της αναγκάστηκε να παραμείνει την κρίσιμη αυτή στιγμή πιστή στην πολιτική της ουδετερότητας. Σε διπλωματικό επίπεδο, η αποτυχία αυτή των συμμάχων έθαψε οριστικά τα σχέδια του Τσόρτσιλ για δημιουργία νέου μετώπου στα Βαλκάνια. Ήδη, όμως, στην Ευρώπη ο ναζισμός είχε αρχίσει να ξηλώνεται…

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement