Φιλολογικά και… επώνυμα

Του Συνδέσμου Φιλολόγων

Με πολλή χαρά αρχίζουμε σήμερα στη στήλη μας «Φιλολογικά και… επώνυμα» τη δημοσίευση των εισηγήσεων από την ημερίδα που είχε διοργανώσει ο Σύνδεσμος Φιλολόγων με θέμα: «Ιστορία και Λογοτεχνία: Γόνιμος διάλογος και νέες προσεγγίσεις στη διδασκαλία». Το σημερινό κείμενο αφορά τη βαλκανική λογοτεχνία και ήταν η εισήγηση δύο συναδέλφων από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, της κας Κωνσταντοπούλου Καλλιρρόης και της κας Παπαδημητρίου Ζωής. Λόγω της έκτασης του κειμένου της εισήγησης θα δημοσιευθεί σε τρία μέρη:

Advertisement

Στις 5 Μαρτίου 2010 πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο ημερίδα για τη διδασκαλία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Είχαμε την τιμή, μετά από πρόσκληση του Συνδέσμου Φιλολόγων Ρεθύμνης, να παρουσιάσουμε στους συναδέλφους την εισήγησή μας με θέμα «Η διδασκαλία κειμένων βαλκανικής λογοτεχνίας ως παράλληλων κειμένων». Η ίδια εισήγηση είχε παρουσιαστεί πρώτη φορά στο 36ο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, που έγινε το Νοέμβριο του 2009 στη Μυτιλήνη, και δημοσιεύεται πλέον στα πρακτικά του Συνεδρίου της Π.Ε.Φ. Θέλοντας να ευχαριστήσουμε τους φίλους μας στο Ρέθυμνο για την πρόσκληση και φιλοδοξώντας ότι οι Βαλκάνιοι συγγραφείς θα ενθουσιάσουν τους συναδέλφους μας, όσο και μας, σας παρουσιάζουμε σημαντικούς συγγραφείς των γειτονικών χωρών και σπουδαία και αξιοποιήσιμα στη διδακτική πράξη, κατά τη γνώμη μας πάντα, έργα τους. Ευθύς εξαρχής δηλώνουμε ότι δεν είμαστε «ειδικοί» στη Βαλκανική λογοτεχνία. Κινηθήκαμε από αγάπη για τους αλλοδαπούς μαθητές, που βρίσκονται όλο και περισσότεροι μέσα στις τάξεις μας, και από τη διάθεσή μας να αμβλύνουμε τις εντάσεις που πολλές φορές μπορεί να δημιουργεί η αντίληψη ότι πρόκειται για «παρακατιανούς».

Αγαθή επιδίωξή μας επίσης είναι να δώσουμε το έναυσμα στο φιλόλογο, και όχι μόνο, να «ανακαλύψει» αξιόλογους συγγραφείς και έργα και των άλλων χωρών της Βαλκανικής. Όσο μας αφορά, η προσπάθεια να γνωρίσουμε καταρχήν τους κλασικούς των γειτόνων μας και να αξιοποιήσουμε στο μέτρο του δυνατού το έργο τους μας οδήγησε σε δρόμους δύσκολους αλλά πολύ γοητευτικούς. Διαπιστώσαμε πάρα πολλές φορές  το μέγεθος της αξίας τους και ήρθαμε αντιμέτωπες με τον ίδιο πόνο και τα ίδια βάσανα που εδώ και αιώνες φαίνεται ότι συνδέουν τους λαούς των Βαλκανίων.

Το ταξίδι μας στα Βαλκάνια αρχίζει από την Αλβανία. Αν και  η Αλβανία έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1912, λογοτεχνική παραγωγή υπάρχει στη γειτονική χώρα από τον 15ο αιώνα. Οι συγγραφείς, όμως, που γνωρίζουμε εδώ στην Ελλάδα, εμφανίστηκαν μετά την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη γειτονική χώρα.

Ο σημαντικότερος Αλβανός συγγραφέας και ο πιο γνωστός εκτός των συνόρων της χώρας του, αφού εδώ και χρόνια είναι υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, είναι ο Ισμαήλ Κανταρέ. Ο Κανταρέ εκμεταλλεύεται με ευρηματικό τρόπο την πλούσια λογοτεχνική προφορική παράδοση των Βαλκανίων (μύθους, θρύλους, παραλογές, ήθη και έθιμα). Η αφηγηματική ροή των έργων του είναι φυσική και απλή, όχι όμως απλοϊκή, γεγονός που θα μπορούσε να τα κάνει προσιτά ακόμα και στους μαθητές.

Στα ελληνικά, κυκλοφορούν τα περισσότερα βιβλία του. Δύο από αυτά το «Ποιος έφερε την Ντορουντίν» και «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες» είναι εμπνευσμένα από δύο παραλογές που είναι διαδεδομένες σε όλη την Βαλκανική, «Του νεκρού αδελφού» και «Του γιοφυριού της Άρτας». Ο Κανταρέ οικοδομεί πάνω στα εκπληκτικά για την αισθητική τους πληρότητα αυτά δείγματα της λαϊκής παράδοσης δύο πεζογραφήματα.

Στο πρώτο, η γνωστή παραλογή μετατρέπεται σε αστυνομικό θρίλερ. Η Ντορουντίν (Αρετή της παραλογής) γυρίζει στο σπιτικό της με τη βοήθεια του νεκρού αδελφού. Πρόκειται για νεκρανάσταση; Η εκκλησία δε δέχεται αυτή την εκδοχή. Για τον Κανταρέ, που προσπαθεί να ενισχύσει την εθνική συνείδηση του Αλβανικού λαού, αυτό που φέρνει πίσω τη Ντορουντίν είναι η μπέσα, η υπόσχεση που έδωσε ο αδελφός στη μητέρα τους. Τι είναι όμως η μπέσα για τον Αλβανό; Ο συγγραφέας μας δίνει την απάντηση μέσα από τον ήρωά του, το Στρες, ο οποίος είναι ο αστυνομικός που ανέλαβε να εξιχνιάσει την υπόθεση. «Γι’ αυτό, λοιπόν, υποστηρίζω ότι εκείνος που έφερε την Ντορουντίν ήταν ο αδελφός της ο Κωνσταντίνος και κανείς άλλος. Ήταν εκείνος που είχε δώσει το λόγο του, την μπέσα του. Αυτό το ταξίδι δεν εξηγείται και δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί αλλιώς. Και για να είμαι πιο σαφής, θα έλεγα ότι, δια μέσου του Κωνσταντίνου, είμαστε εμείς όλοι, εσείς, εγώ, οι νεκροί μας, εκείνοι οι οποίοι φέραμε πίσω την Ντορουντίν.

… Κάθε λαός, απέναντι στον κίνδυνο, ακονίζει τα όργανα της άμυνάς του και, αυτό είναι το βασικότερο, επινοεί καινούρια μέσα άμυνας… Κάτω απ’ αυτές τις καινούριες συνθήκες επιδεινώσεως του γενικού κλίματος ανά τον κόσμο, σ’ αυτούς τους καιρούς των δοκιμασιών και των εγκλημάτων, ποιο θα είναι το πρόσωπο του Αλβανού; Θα συμβιβαστεί με το κακό ή θα αντισταθεί; Με άλλα λόγια, θα αλλάξει μορφή, φορώντας το προσωπείο της εποχής, ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, ή θα διατηρήσει αμετάβλητο το πρόσωπό του, διακινδυνεύοντας να προκαλέσει την οργή του χρόνου; Η Αλβανία βλέπει να πλησιάζει γι’ αυτήν ο καιρός της δοκιμασίας, της επιλογής ανάμεσα στα δύο πρόσωπα. Αν, λοιπόν, ο αλβανικός λαός έχει ήδη αρχίσει να καλλιεργεί μέσα στο βαθύτερο είναι του τόσο ύψιστες αρχές, όπως η μπέσα ,αυτό σημαίνει ότι η Αλβανία έχει ήδη αρχίσει να κάνει την επιλογή της».

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κανταρέ εκμεταλλεύεται το θρύλο αυτού του δημοτικού τραγουδιού,  ένα θρύλο που συναντάμε σε πολλές βαλκανικές χώρες εκτός από την Αλβανία, όπως τη Σερβία, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία. Τα αντίστοιχα δημοτικά μπορεί να τα βρει κάποιος στην «Ανθολογία Βαλκανικής ποίησης – Αίμος». Σ’ αυτό τον τόμο ανθολογούνται το αλβανικό δημοτικό τραγούδι, «Κωνσταντής και Δοκίνα», το δημοτικό της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, «Η κόρη και τα αδέλφια της», το βουλγαρικό δημοτικό τραγούδι, «Λάζαρ και Πετκάνα», το ρουμανικό δημοτικό τραγούδι, «Της Βόικας» και το δημοτικό τραγούδι της Σερβίας «Η κόρη και τα αδέλφια της».

Το δεύτερο βιβλίο, «Το γεφύρι με τις τρεις καμάρες», συνδέεται με την παραλογή του Γιοφυριού της Άρτας. Βέβαια, υπάρχει και αλβανικό δημοτικό τραγούδι, «Το κάστρο της Ροζάφα», στο οποίο απαιτείται η θυσία μιας νεαρής γυναίκας. Στο δικό του έργο ο Κανταρέ προσπαθεί να εξηγήσει με τη λογική το γκρέμισμα του γεφυριού. Πάντως, άνθρωπος στοιχειώνεται και κει αλλά δεν είναι κάποιος αθώος, όπως στην περίπτωση του θρύλου. Είναι αυτός που προκαλεί τις δολιοφθορές στο γεφύρι.

«…Μιλούσαν παντού για το μεγάλο ποσό που θα εισέπραττε η οικογένεια εκείνου που θα χτιζόταν, κι έλεγαν ακόμα πως εκτός απ’ αυτό το ποσό, που θα δινόταν σε κουδουνιστά νομίσματα, θα έπαιρνε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κι ένα μέρος από τα δικαιώματα των διοδίων, όπως ακριβώς και κείνοι που είχαν χρηματοδοτήσει το έργο… Όλα αυτά μου έδιναν την εντύπωση ενός παράξενου ονείρου. Ήταν πρωτάκουστα, ένα είδος θανάτου με προϋπολογισμό δαπανών, σφραγίδες και ύψος τόκου».

Καθηλώνει επίσης η περιγραφή της «θυσίας» του Μουράς Ζενεμπίσι, ενός ασήμαντου ανθρώπου που μάλλον κατηγορήθηκε άδικα.

«Ήταν εκεί, άσπρος σαν μάσκα, μπογιατισμένος με ασβέστη και δε διέκρινες παρά το πρόσωπο, το λαιμό κι ένα μέρος από το στήθος του. Το υπόλοιπο σώμα, τα χέρια, τα πόδια του, χάνονταν μέσα στον τοίχο… Ο στοιχειωμένος έμοιαζε να’ χει φυτρώσει μέσα στην πέτρα. Οι ρίζες του, η κοιλιά, τα πόδια, ο κορμός βρίσκονταν μέσα της. Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του σώματός του ξεπρόβαλλε.

Συνεχίζεται…

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement