Απροσδόκητες σκηνές από την κατάληψη της Κρήτης από τους Ναζί

 

Γράφει ο Χρίστος Μακρής φιλόλογος-συγγραφέας

Advertisement

Αφιερώνεται στον αλησμόνητο πατέρα μου παπά Γιάννη Νικολάου Μακρή για τη συμμετοχή του στη Μάχη της Κρήτης στο Ρέθεμνος από τη δεύτερη μέρα ως το τέλος της

Είναι γνωστό ότι και στους σκληρότερους και βαρβαρότερους πολέμους αναδύονται ενίοτε από την εξαγριωμένη ψυχή των αντιμαχομένων αισθήματα ανθρωπισμού. Μια ανέλπιστη έκφραση τέτοιων αισθημάτων θα μας απασχολήσει στο προ οφθαλμών σημείωμα.

Μόλις είχε κριθεί η έκβαση της μάχης της Κρήτης κατά των αλεξιπτωτιστών ανατολικά του Ρεθέμνους κι ένας γερμανός αξιωματικός βρίσκεται ξαπλωμένος με βαρύ τραύμα στη λεωφόρο Π. Κουντουριώτη της πόλης κι απέναντι περίπου στο Β΄ Δημοτικό σχολείο. Η πολιτεία βομβαρδισμένη και ερειπωμένη είχεν ακόμη ως κύριους κατοίκους τον τρόμο και την απόγνωση.

Δυο άνδρες, προερχόμενοι από το πεδίον της μάχης για να δουν την κατεστραμμένη πόλη, με τον αέρα των νικητών πλέον, πλησίαζαν στο σημείο, όπου ο γερμανός τραυματίας. Ο ένας ήταν ο αείμνηστος σοφέρης Τζόνης (Ιωάννης Βασιλάκης), πατέρας του πολύκλαυστου αεροπόρου Μάκη Βασιλάκη, που λόγω της βαθειάς ανθρωπιάς του βυθίστηκε με το αεροπλάνο του στο Αιγαίο, κι ο άλλος ήταν ένας αυστραλός στρατιώτης. Ο Τζόνης, αν και εθελοντής πολεμιστής, είχε ντυθεί με στρατιωτική στολή. Μόλις είδαν, καθώς περπατούσαν, τον γερμανό αξιωματικό ξαπλωμένο, ο αυστραλός έσυρε το περίστροφό του για να σκοτώσει τον γερμανό. Αστραπιαία ο Τζόνης κτυπάει με το χέρι του το οπλισμένο χέρι του αυστραλού προς τα πάνω και η σφαίρα χάθηκε στον αέρα. Ο τραυματίας σώθηκε. Ο Τζόνης επιτιμά αυστηρά τον αυστραλό: Νόο, αιχμάλωτος! Τραυματίας!

Παίρνει σερτά ύστερα ο Τζόνης τον γερμανό αξιωματικό και τον βάζει, ξαπλωμένο βέβαια, μέσα στο απέναντι δημοτικό κοντά στην είσοδο. Του βάζει κάποιο αντικείμενο για προσκέφαλο και αφήνει στο πλευρό του γεμάτο νερό το παγούρι του. Μετά του λέει: -Δεν έχω δά ίντ’ άλλο να σου κάμω.

Είναι γνωστό ότι όλοι οι τραυματίες, ανεξάρτητα από την εθνικότητά των, της νικηφόρας μάχης του Ρεθέμνους  μεταφέρονταν στο Σπήλι σε ένα οίκημα ευρύχωρο που βρισκότανε εκεί που είναι σήμερα το δεσποτικό. Ο αγιοβασιλειώτης γιατρός αείμνηστος Μανόλης Φραγκιαδάκης τους προσέφερε κάθε δυνατή φροντίδα. Εκεί μεταφέρθηκε και ο γερμανός τραυματίας, που μας απασχολεί εδώ. Τον τοποθέτησαν σ’ ένα δωμάτιο κατά το δυνατόν άνετο και συνάμα με θέα στον απ’ έξω του κτηρίου δρόμο, που είναι αρκετά πλατύς και ίσιος και οδηγεί στα πρώτα σπίτια του Σπηλίου. Από το παράθυρό του ο γερμανός έβλεπε όλη την κίνηση.

Εκείνες τις μέρες άρχισε να ηρεμεί η κατάσταση ύστερα από τις αθρόες και βάρβαρες εκτελέσεις, την απαγόρευση της νυκτερινής κυκλοφορίας και την άνευ προηγουμένου τρομοκρατία κι ο κόσμος άρχιζε κάθε άλλο παρά χωρίς φόβο να κυκλοφορεί. Ο Τζόνης, ντυμένος με πολιτικά ρούχα βέβαια, με μια παρέα συνομηλίκων του από τα χωριά τα βορειοανατολικά του Σπηλίου βάδιζαν με γέλια και αστεία για το Ρέθεμνος. Όταν περνούσαν από το δρόμο που είπαμε, ο τραυματίας γερμανός τον αναγνώρισε από το παράθυρό του, τον επεσήμανε σ’ ένα γερμανό στρατιώτη και τον έστειλε να του τον φέρει στο δωμάτιό του. Σπεύδει ο γερμανός στρατιώτης, σταματά την παρέα: -Του κόμ (συ έλα). Ο Τζόνης φοβήθηκε, γιατί φορούσε άσπρο πουκάμισο, λόγω του καλοκαιριού και από μέσα, στηριγμένο στη ζώνη του, είχε ένα περίστροφο. Προσπάθησε τότε να ξεφύγει λέγοντας: -Νόο, νόο, ιχ μπιν γκουτ τσιβίλι (όχι, όχι, εγώ είμαι καλός πολίτης). : -Νόο, κομ, του απαντά ο στρατιώτης αυστηρά και τον φέρνει μπροστά στον ξαπλωμένο αξιωματικό.

Ακολούθησε ο εξής διάλογος στην «ελληνογερμανική» και την νοηματική της μαύρης και τραγικής εκείνης εποχής. Ο αξιωματικός ρωτά τον Τζόνη: -Με γνωρίζεις; Ο Τζόνης έκπληκτος και φοβισμένος: -Νομίζω ότι σας γνωρίζω, αλλά δεν είμαι και σίγουρος. Ο αξιωματικός: -Ιχ μπιν (εγώ είμαι) ο αξιωματικός τραυματίας σ’ ένα δρόμο του Ρέτιμο κι εσύ έσωσες τη ζωή μου από τον αυστραλό και με περιποιήθηκες. Θα σε ευγνωμονώ σε όλη μου τη ζωή. Όλη βέβαια αυτή η συζήτηση, που ήταν κωμικοτραγική, έγινε με τη βοήθεια και της σωματικής γλώσσας.

Εν τω μεταξύ ο αξιωματικός διέκρινε το πιστόλι, που ο Τζόνης κρατούσε στη μέση του, πίσω από το πουκάμισό του, άπλωσε το χέρι του ήρεμα και του το πήρε. Το ’βαλε κάτω από το μαξιλάρι του και το ίδιο ήρεμα λέει στον Τζόνη. –Ντας νάιν, νόου φερμπότεν (αυτό όχι, όχι, απαγορεύεται). Τότε ο Τζόνης, που είχε ανατρομάξει λίγο συνήλθε και πάλι.

Τότε ο τραυματίας λέει στον συνεχώς έκπληκτο και ανήσυχο συνομιλητή του: -Ιχ, εγγώ, λίγγο μέρα μόργκεν, μόργκεν, μόργκεν, (αύριο, αύριο, αύριο) Ρέτιμο Γκρες Κομαντατούρ. Του (εσύ) κομ (έλα) κομαντατούρ (διοίκηση). Κομαντατούρ σπρέχεν (να μιλήσομε) ιχ (εγώ) του (σε σένα). Αου φι ντερζέν. Ο Τζόνης κατάλαβε, χαιρέτισε με νοηματικές ευχές για ανάρρωση τον τραυματία και έφυγε. Και από κείνη τη στιγμή άρχισε να βασανίζεται ο ευεργέτης.

Ο Τζόνης άρχισε να διερωτάται, τί να τον θέλει ο μετ’ ολίγον διοικητής του νομού του Ρεθέμνους. Να πάει ή να μην πάει. Κι αν δεν πάει, μήπως ο κατοχικός διοικητής θα του δημιουργήσει προβλήματα; Το συζήτησε και με φίλους του. Να με θέλει για ρουφιάνο; Αν ναι, καλύτερα ν’ αυτοκτονήσω ή να πιάσω τα βουνά. Να με θέλει για να με ευχαριστήσει; Αλλά το έχει κάνει ήδη. Να μην πάω καθόλου. Κι αν αυτό θα φταίει να με αναζητά, σε ποιά θέση θα βρεθούν οι δικοί μου; Ύστερα από αυτή την εσωτερική διαπάλη απεφάσισε να παρουσιαστεί στον κομαντατούρ κι ό,τι βγει, καθώς είχε γνωστοποιηθεί στο Ρέθεμνος η τοποθέτηση του γερμανού διοικητή του νομού.

Φθάνει, λοιπόν, ο Τζόνης στη γερμανική διοίκηση και λέει στο φρουρό με «ελληνογερμανικά» και με νοήματα ότι ο κομαντούρ θέλει ιχς (εμένα). Ο φρουρός, ρώτησε το γερμανό διοικητή, γυρίζει και τον ερευνά από τα νύχια ως την κορφή και τον οδηγεί στο γραφείο του.

Προς έκπληξη του Τζόνη ο γερμανός διοικητής τον υποδέχτηκε πολύ φιλικά και ανθρώπινα, αντίθετα με τον απερίγραπτο τρόμο πού ’σκιαζε και πλάκωνε τότε τις καρδιές των ανθρώπων. Σημειώνω τη λεπτομέρεια ότι κατά διαταγήν των κατοχικών αρχών η κυκλοφορία τη νύκτα απαγορευόταν και όποιος κυκλοφορούσε -ειδοποιούσε η διαταγή- μετά τη δύση του ηλίου, αν δε σταματούσε μόλις του φώναζεν η περίπολος, θα ετουφεκίζετο επί τόπου.

Αφού ευχαρίστησε τον Τζόνη ο γερμανός διοικητής για τη σωτηρία της ζωής του, έγραψε σ’ ένα «χαρτί»- κρίμα που χάθηκε- λίγες σειρές στα γερμανικά, το υπέγραψε, το σφράγισε και το ’δωσε στο Τζόνη. Δίδοντάς του το χαρτί του λέει: -Μ’ αυτό θα κυκλοφορείς όποια ώρα θέλεις και θα πηγαίνεις, όπου θέλεις, θα το δείχνεις στους γερμανούς και θα ’σαι ελεύθερος. Με πολλές ευχαριστίες πήρε ο Τζόνης το «ελευθέρας» του κι έφυγε.

Το σκέφτηκε πώς να βεβαιωθεί για τη διαβεβαίωση του γερμανού, το συζήτησε μ’ ένα φίλο της απόλυτης εμπιστοσύνης του -δυστυχώς τον ξέχασα- και ξεκίνησαν νυκτερινό περίπατο στα στενά του Ρεθέμνους. Η πρώτη γερμανική περίπολος που τους είδε τους φώναξε ένα βαρύ άλτ και κατόπιν κόμ. Είχε έλθει η στιγμή της κρίσης για τους δυο φίλους. Ο Τζώνης δείχνει το «χαρτί» και οι γερμανοί στάθηκαν αμέσως σε βροντερή προσοχή, χαιρέτησαν φασιστικά, με πρόταση της δεξιάς κι αναφώνησαν το αλησμόνητο χάιλ Χίτλερ. Το ίδιο επαναλήφτηκε κάμποσες φορές την ίδια νύκτα.

Μέσα στην κόλαση της εποχής υπήρχε και ανθρωπιά. Από τον καθένα μας εξαρτάται η ανθρωπιά να αναδυθεί στις καρδιές όλων των ανθρώπων του κόσμου.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement