Η μεγαλύτερη συχνότητα με την οποία αρρωσταίνει ένας καπνιστής
σε σχέση μ’ ένα μη καπνιστή οφείλεται στην ποσότητα καπνού και νικοτίνης που εισπνέει διαρκώς. Από τις μελέτες προκύπτει ότι στον οργανισμό του μη καπνιστή, ο οποίος εισπνέει τον καπνό των τσιγάρων (παθητικό κάπνισμα), συσσωρεύονται βλαπτικές ουσίες. Στο σάλιο και στα ούρα των συγκατοίκων ενός καπνιστή, για παράδειγμα, ανιχνεύεται η κοτινίνη, μεταβολίτης της νικοτίνης, σε ποσοστό περίπου 1% της ποσότητας που ανιχνεύεται στον καπνιστή. Μελέτες στην Ευρώπη, στην Ιαπωνία και στις ΗΠΑ απέδειξαν ότι η αναπνοή του καπνού του συντρόφου ή των συναδέλφων στο χώρο εργασίας αυξάνει κατά 20% τη συχνότητα του καρκίνου του πνεύμονα, ενώ οι σύζυγοι των “θεριακλήδων” έχουν διπλάσιες πιθανότητες να υποστούν καρδιοαγγειακές παθήσεις από τις συζύγους μη καπνιστών. Επιπλέον, η ζωή μ’ έναν καπνιστή μπορεί να είναι ιδιαίτερα βλαβερή για τα μικρά παιδιά, στα οποία τετραπλασιάζεται ο κίνδυνος λοιμώξεων, γιατί εξασθενεί το ανοσολογικό τους σύστημα, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες για αναπνευστικές λοιμώξεις (γρίπη, βρογχίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ωτίτιδα) και ασθματικές κρίσεις.
πηγή: focus