Επί τη επετείω της 28ης Οκτωβρίου 2011

Θα περίμενε κανείς ο χρόνος να έφερνε το ξέφτισμα του γεγονότος

 

Tου Γιάννη Τσουδερού

Advertisement

γιατρού

 

Θα περίμενε κανείς ο χρόνος να έφερνε το ξέφτισμα του γεγονότος. Λογικό θα ήταν. Αφού το γεγονός ανήκει πλέον στην ιστορία. Θα περίμενε ακόμα κάποιος ο σημερινός κόσμος να είχε καταλάβει το γιατί ένας λαός κάτω από δικτατορία, πασπαλισμένη όπως όλες οι δικτατορίες με φασισμό, με εξορίες και φυλακές και μύρια όσα όμοια, όταν του λεν ότι σου παίρνω την πατρίδα γαία σου, σηκώνεται γελώντας, τραγουδά θούριους, βάζει στ’ αυτί γαρύφαλλο και σγουρό βασιλικό και φωνάζει μάνα, φεύγω, γραικάς ντα γίνεται; Πες τση Μαριώς μου αντίο. Όσοι θυμόμαστε τις σκηνές αυτού του ξέφρενου πανηγυριού κι όσοι είχαμε ακούσει και μάθει από την ιστορία μας για την παραμονή της μάχης των Θερμοπυλών, όπου οι μαχητές λούστηκαν και στολίστηκαν περιμένοντας να κάνουν όσα ήξεραν από τη μάνα τους. Δηλαδή; Μα, το γύρνα με την ασπίδα σου (νικητής), ή πάνω σ’ αυτή νεκρός (νικημένος). Εμείς, μικροί τότε, βλέπαμε και περήφανοι αναγνωρίζαμε τους προγόνους μας, σ’ όλους τους σύγχρονους Έλληνες, οι οποίοι έφευγαν πάλι για τη μάχη στις νέες Θερμοπύλες που είχαν στηθεί αυτή τη φορά στην Πίνδο και στο Καλπάκι. Όχι με τον Λεωνίδα, αλλά με τον Δαβάκη.

Εβδομήντα χρόνια ζούσαν οι ψυχές τους μέσα στις δικές μας, αν και τα κορμιά τους έμειναν άθαφτα πάνω στα βουνά μας που υπερασπίστηκαν. Θυμόμασταν την ιστορία τους που είχε γίνει δικιά μας περήφανη ιστορία. Την πρώτη ήττα του φασιστικού άξονα Βερολίνο – Ρώμη – Τόκιο αυτοί την δημιούργησαν. Ήταν αυτοί οι ξεβράκωτοι, κακοπλισμένοι, ξυπόλυτοι φαντάροι. Έγινε εκεί. Εκεί, όπου ακόμα βρίσκεις τα διασκορπισμένα άθαφτα κόκαλά τους.

Κι ύστερα ήρθε η κόλαση της κατοχής. Όλη η φασιστική μηχανή κατ’ επάνω μας. Εμείς, εκεί, στο μετερίζι του χρέους και της αρετής. Πείνα να δεις τότε. Με το σκουπιδιάρικο καρότσι μάζευαν τα πτώματα της πείνας, στους δρόμους της Αθήνας. Στην Καισαριανή, για πρωινό τραγούδι, το κελάιδισμα του πολυβόλου, το οποίο θέριζε τα κορμιά που αντιστέκονταν στη φασιστική κατοχή. Βραστή λαχανίδα τρώγαμε κι ήταν πεσκέσι, αν τη βρίσκαμε. Ω! βέβαια, υπήρχαν κι οι θάνατοι εξ ασιτίας. Κι εμείς όλοι εκεί. Μαύρη μπογιά για να γραφτούν τα απαγορευμένα συνθήματα στους τοίχους δεν υπήρχε. Άλλο κακό να μη μας βρει. Μάζευαν την κάπνα από τις καμινάδες και την έκαναν φούμο μπογιά. Και τι έγραφαν; Για φαντάσου, τι; Έγραφαν, Λευτεριά στο Λαό. Έγραφαν, Ζήτω η «Ελλάς». Έγραφαν, κάτω ο φασισμός. Και τα έγραφαν αυτά κομμουνιστές του Κ.Κ., σοσιαλιστές του ΕΑΜ, αγωνιστές από όλο το πολιτικό φάσμα, ακόμα και της δεξιάς.

Ε, όχι, δεν πεινάμε τώρα όσο τότε. Ε, όχι, δεν είμαστε απελπισμένοι όσο εκείνες τις μαύρες μέρες της ασήκωτης κατοχής. Όμως, για πρώτη φορά ξεχάσαμε να κρατήσουμε σφιχτά το νήμα της ιστορίας μας. Κι είπαμε στον πρώτο βαλκανιονίκη αθλητή μας Παπούλια, είπαμε στο δεκαπεντάχρονο αγόρι οπλίτη της Ελλάδας, κατά τη γερμανική κατοχή, Παπούλια, είπαμε πάνω απ’ όλα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας το ασιχτίρ προδότη! Είπαμε, βέβαια, συγχρόνως το ασιχτίρ στη νεολαία του 114, στους Λαμπράκηδες, στον Πέτρουλα, στους νέους του Πολυτεχνείου, που στύλωσαν με το αίμα τους την όποια δημοκρατία έχομε σήμερα. Είναι η πρώτη φορά που η ιστορία μας υφίσταται τέτοιου βαθμού σύληση. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε ν’ αρθρώσει τέτοιο βάρβαρο λόγο και να συμπεριφερθεί μ’ αυτό τον τρόπο στην ιστορία του τόπου του. Μπράβο σ’ όλους αυτούς τους προοδευτικούς. Η «αγανάκτησή» τους τους κατέταξε ήδη στην ιστορία μας.

Ντάξη, ρε, ντάξη! Όμως, όταν τιμάμε τις ψυχές που μας έφτιαξαν μούρη στον κόσμο, δεν γίνεται να φτύνουμε εμείς οι ίδιοι την ιστορική ζωή μας. Είναι ντροπή.

 

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement