Μια περιήγηση στην πρωτεύουσα της κρίσης – Τα ναρκωτικά

Του Αιμίλιου Γάσπαρη

 

Ανάμεσα σε γιαουτρώματα και αυγοβολές πορεύεται σήμερα αυτή η χώρα. Όσο και αν φαίνεται παράξενο όλα τα συνηθίζει αυτός ο τόπος ο μικρός, ο μέγας κατά τον ποιητή. Θα συνηθίσουν και οι πολιτικοί αυτής της χώρας και μπροστά στα οφέλη τα προσωπικά που απομυζούν τι θα είναι ένα γιαούρτωμα. Μόνο να μην το συνηθίσουν οι πολίτες και να σταματούν εκεί και να ξεσπούν εκεί την αντίθεσή τους και την οργή που προκαλεί η απίστευτη σημερινή κατάσταση. Τι άλλο μπορεί να προκαλεί σε κάθε Έλληνα  που περπατά αυτή την πόλη, το θέαμα και μόνο ανθρώπων που την δόση τους έχουν πάρει και σέρνονται στους δρόμους της πρωτεύουσας και είναι έτοιμοι να πέσουν και δεν χρειάζεται να πας μακριά για να τους δεις.

Advertisement

Νέοι οι πιο πολλοί, σχεδόν παιδιά, και αγόρια και κοπέλες, που θα μπορούσαν να σπουδάζουν και τη ζωή να χαίρονται, τους βλέπεις καθημερινά  στις στάσεις των λεωφορείων πίσω από το Πανεπιστήμιο μέχρι τριγύρω στο Μοναστηράκι σε φάση να πέσουν, να σωριαστούν, να ταλαντεύονται. Την δόση τους την έχουν πάρει και τούτη τη στιγμή δεν νοιάζονται ποιος θα τους δει και τι θα πουν και κυκλοφορούν με ράκη και τρεμουλιαστά και προκαλούν το δέος. Κανείς δεν θέλει να τον πλησιάσουν, κανείς δεν θέλει ούτε από κοντά του να περάσει ή δίπλα του να σταθεί εκείνος που ξεπέρασε το μέτρο και έπεσε στην ανάγκη της παραίσθησης. Και όλοι πισωπατούν γιατί ούτως ή άλλως και να προσφέρουν κάτι δεν μπορούν. Αυτό κι αν είναι μια πληγή που αιμορραγεί στην πόλη, μεγάλη πληγή που τρέμεις να σε αγγίξει, να μην τύχει στα παιδιά σου, στους οικείους και στους φίλους.

Για τις αιτίες τι να πεις αυτής της τραγικής κατάστασης, είναι βαθιές και δύσκολες και οι πτυχές είναι πυκνές. Θα μείνω στις εικόνες και σε κάποια σχόλια που δένουν την πορεία μας  σαν κοινωνία, σαν λαό που παραδέρνει από το όχι και το ναι, από το ζενίθ στο ναδίρ και επιλέγει πάντα τους δημαγωγούς εκείνους που στο χαμό τον οδηγούν. Σίγουρα κάποιοι φταινε όταν στην πόλη σου οι ναρκομανείς και οι έμποροι των ναρκωτικών ανάμεσα Πολυτεχνείο και Αρχαιολογικό Μουσείο, στην οδό Τοσίτσα, έχουν κάνει παζάρι για αυτές τις τόσο εθιστικές ουσίες και τόσο ερεθιστικές είναι εκεί οι συνευρέσεις και η προσφορά και η ζήτηση. Τι τον ήθελαν πεζόδρομο οι αρχές αυτής της πόλης αυτό τον δρόμο αφού να τον υποστηρίξουν δεν μπορούν! Δεν θα ήταν καλύτερα να περνούν χιλιάδες αυτοκίνητα από το να συναθροίζονται εκεί και να παρκάρουν τα ράκη τα ανθρώπινα και να παζαρεύουν εκεί τη δόση τους, να γίνονται βαποράκια ενός χωρίς όρια εξευτελισμού. Να μένουν μέρα νύχτα στον πεζόδρομο αυτοί που αποχώρησαν από τα μέτρα τα κοινωνικά και έγιναν εικόνα θλιβερή και ασυμβίβαστη με τους αγώνες που το κτίριο δίπλα τους συμβολίζει. Ως πότε τελικά εμείς οι Έλληνες θα πρέπει να εορτάζουμε και να καμαρώνουμε για όσα πολύ γρήγορα ξεθώριασαν και αποδείχτηκε πόσο απατηλά ήταν και πόσο έντεχνα οι πρωταγωνιστές τους κίνησαν τα νήματα για να έχουν να κοιμίζουν. Σε ποια σε όλο τον κόσμο πρωτεύουσα θα δεις τέτοια εικόνα, σε ποιο λαό οι πλέον άχρηστοι θα είναι ικανοί να επιβάλουν την απάτη τους, όσο σε μας. Λαός ευκολοπίστευτος και πάντα προδομένος και έτσι που να δέχεται δίπλα στο Πολυτεχνείο, το σύμβολο υποτίθεται των αγώνων της νέας γενιάς εκείνης που όλα τα κατασπάραξε, το αλισβερίσι του θανάτου και της εξάρτησης. Πως γίνεται να δέχεται δίπλα στο Εθνικό Μουσείο με τα υπέροχα δείγματα ενός πολιτισμού ανεπανάληπτου να δίδεται παράσταση μιας τέτοιας παρακμής και απελπισίας. Και να ήταν μόνο η Τοσίτσα θα ήταν καλά, ολόκληρη η Αθήνα έχει κατακλυστεί με τον παράγοντα παραίσθηση, με τον καπνό του πάθους, με το εμπόριο του αργού θανάτου και παράλληλα με την αναισθησία του κράτους και της πολιτείας και το μέγεθος της πληγής γίνεται βιβλικό.

Ένα από τα μεγαλύτερα λιανεμπόρια ναρκωτικών στην Ευρώπη σήμερα γίνεται στο δρόμο αυτό και επεκτείνεται μέχρι το Πεδίον του Άρεως. Κάτω από τη μύτη μιας αναίσθητης ηγεσίας βρίσκουν το χώρο να αλωνίζουν από δουλέμποροι και διακινητές μέχρι προαγωγοί και μετανάστες που την παραβατική τους συμπεριφορά άνετα την  εξασκούν στην πόλη μας. Μια κόλαση του Δάντη, στη σκάλα του κακού το έσχατο σημείο, μια εθνική ταπείνωση γιατί, αν αυτόν τον μικρό δρόμο μετά τόσες αναγγελίες ότι θα καθαριστεί, περνούν τα τέρμινα και στην ίδια κατάσταση τον βλέπεις, τότε πως οι άχρηστοι αυτοί θα μας βγάλουν από το χρέος. Οι φοιτητικές νεολαίες που και φέτος ετοιμάζονται να γιορτάσουν αυτό που αντίκρισμα πια δεν έχει πως ανέχονται μια τέτοια εικόνα στο κατώφλι τους. Πως αγωνίζονται ή μήπως όλα λόγια παχιά και το βράδυ μετά όλα σβήνονται στα καφέ και τα μεζεδοπωλεία των Εξαρχείων. Μέχρι εκεί φτάνομε και για αυτό φτάσαμε και μέχρι εδώ. Η λύση τουλάχιστον για τον δρόμο αυτό είναι απλή. Ας τον ανοίξουν για τα αυτοκίνητα και ας παρκάρουν εκεί τα πούλμαν που φέρνουν τους επισκέπτες του Μουσείου. Ας  πάρουν τα ταλαίπωρα αγάλματά του και έτσι δεν θα κοστίσει η αλλαγή σχεδόν τίποτα και οι ταλαίπωροί του άνθρωποι κάπου αλλού θα βρουν πρόσφορη γωνιά για να συνεχίζουν την καθοδική τους πορεία.

Μετά τόσα χρόνια διεφθαρμένης εξουσίας, μετά από τόσους αναίσθητους ηγέτες που το μόνο τους επίτευγμα είναι πως οδήγησαν την χώρα στη χρεοκοπία, πως να μην φτάσουμε στο επίπεδο της Κίνας που πριν την επανάσταση οι αποικιοκράτες την πότιζαν με όπιο για να ελέγχουν εξαθλιώνοντας το λαό. Έτσι και εδώ και πρέπει να παράγουμε και να καταναλώνουμε ναρκωτικά κάθε υφής και ειδικά η πρωτεύουσα να βρίσκεται στην πιο δεινή θέση. Αυτό κι αν είναι συμβολισμός και μήνυμα. Στην περιβόητη εφεδρεία στελέχη ειδικευμένα και απαραίτητα για να αντιμετωπίσουν τους χρήστες, που μόνο βαριά άρρωστους πρέπει να τους θεωρείς, τα στέλνει το φοβερό νομοσχέδιο και θα τα απολύσει γιατί δεν αποτελεί η σωτηρία των παιδιών αυτών προτεραιότητα, τους παπάδες όμως τους εξαιρεί. Επιλογή των αφεντικών δεν είναι και αυτό δείχνει τις επιλογές ενός κράτους που το ίδιο δαγκώνει τα παιδιά του. Για άλλα σίγουρα τυρβάζουν οι διψασμένοι για εξουσία, οι άλλοι διψασμένοι τη δόση θα την βρίσκουν στους δρόμους της πρωτεύουσας που ασύστολα σε πλησιάζουν τόσοι και στην πλασάρουν φανερά. Με πόσο σαρκασμό οι άλλοι διψασμένοι για μια αληθινή πατρίδα, για μια δίκαιη δημοκρατία θα παρακολουθούν τους αναρμόδιους αρμόδιους να ψεύδονται και να εξαπατούν.

Ως τότε πίσω από το Εθνικό Θέατρο που το βράδυ μετά την παράσταση κοινό και θεατρίνοι με συνοδεία πρέπει πια να βγουν, εκεί που ο Κακλαμάνης, δήμαρχος υπήρξε κι αυτός της ρημαγμένης πόλης, αγόρασε ένα κτίριο και λίγο πριν τις εκλογές το έριξε κάτω με ελεγχόμενη κατεδάφιση και θα έκανε μια μικρή βιοκλιματική πλατεία και κόστισε αυτό περί τα τρία εκατομμύρια εύρο κι όλα για την δική του προβολή, θα σέρνονται οι ναρκομανείς. Από πλατεία δεν θα δεις τίποτα, τώρα λαμαρίνες το κλείνουν το οικόπεδο και μέρα μεσημέρι είδα το πιο αποτρόπαιο θέαμα, τον νεαρό κουρέλι, σερνάμενο, χλωμό και απισχναμένο, έτοιμο να πέσει με τη σύριγγα κάτω από τη γλώσσα. Όχι έτοιμο μόνο να πέσει, έτοιμο να φύγει και οι περαστικοί να κάνουν πίσω. Τι είδους κατοχή έχει αυτή η πόλη, τόσο αισχρή που ούτε στην πρώτη γερμανική κατοχή. Από το Θέατρο μέχρι την πλατεία Βάθης, από την Κουμουνδούρου μέχρι τη Συγγρού και από εδώ μέχρι εκεί δεν είναι να απορείς γιατί βρεθήκαμε με τέτοιους στο τιμόνι. Από την μια παραίσθηση στην άλλη, από το ένα όραμα στο άλλο και τελικά σε ένα λαβύρινθο που κανείς Θησέας δεν θα βρεθεί να αρπάξει το κουβάρι. Όσο για τον σημερινό τον πρώτο της ντροπής, τον πιο μικρό και ακατάλληλο, δεν μπορεί, υπάρχει και η Νέμεσις.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement