Ο Μανώλης Αναγνωστάκης έγραψε το Νοέμβριο του 1983:
«Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία -μεσούντος κάποιου Ιουλίου-
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
[.]Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο»
Σήμερα ο φόβος, αν και βαθιά ανθρώπινο συναίσθημα, είναι πολυτέλεια. Τουλάχιστον για κάποιους από εμάς, που διαλέξαμε (ή μας έτυχε) να μετρηθούμε μ’όλα τούτα. Και κυρίως με κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Τον ίδιο τον κακό μας εαυτό. Αυτόν που κανακεύαμε αμέριμνοι επί χρόνια.
Γι’αυτό φόβος δεν χωράει.
Μόνο περίσκεψη κι απόφαση
για το δικό μας σάλτο!