Η προπαγάνδα του δικομματισμού

Του Εμμανουήλ Ακουμιανάκη

Πολιτικού Επιστήμονα

E-mail:emmakoum@otenet.gr

Advertisement

http://soixantedix.blogspot.com

Είναι κοινά αποδεκτό  ότι, η στρατηγική ενός κόμματος δεν συνίσταται μόνο στον τρόπο συνδυασμού και ιεράρχησης των επιλογών του, αλλά και στο συστηματικό τρόπο της προβολής των συγκεκριμένων επιλογών. Από μια συγκεκριμένη οπτική άλλωστε, τα κόμματα δεν είναι παρά μηχανισμοί άσκησης προπαγάνδας.

Τι είναι όμως η προπαγάνδα; Είναι η τεχνική διάδοσης ιδεών με σκοπό τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και συνήθως τη δημιουργία διάθεσης για δράση. Κατά κανόνα απευθύνεται σε μάζα, δηλαδή σε ανθρώπινα σύνολα που υφίστανται ταυτόχρονα μια κοινή ψυχική επίδραση και αντιδρούν κατά ένα τρόπο ομοιόμορφο ψυχολογικά. Σε γενικές γραμμές τα κόμματα μοιάζουν όταν ασκούν προπαγάνδα: όλα σχεδόν, ακολουθούν τις αρχές τις προπαγανδιστικής επικαιρότητας και επαγωγής, προσπαθούν δηλαδή να εκμεταλλευτούν το κοινό αίσθημα της κάθε στιγμής και να το αναγάγουν σε κάποια γενική αρχή που επιβεβαιώνει την πολιτική φιλοσοφία του κόμματος. Όλοι οι κομματικοί σχηματισμοί επίσης, υπερτονίζουν με αισιοδοξία τις δυνατότητές τους και τα περιθώρια που έχουν για να τις πραγματοποιήσουν. Συνάμα επιδιώκουν την ενεργοποίηση όλων των βασικών ψυχολογικών ενστίκτων των οπαδών τους, στους οποίους προσπαθούν να ξυπνήσουν ταυτόχρονα τα ένστικτα της ηδονής, της επιθετικότητας, της φιλαλληλίας και της αυτοσυντήρησης.

Ο Γάλλος σκιτσογράφος και πολιτικός στοχαστής Wolinski πρεσβεύει ότι «η δημαγωγία αποτελεί το θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού». Αυτό δεν είναι καινοφανές. Και στην Αρχαία Αθήνα οι δημαγωγοί  χειραγωγούσαν την κοινή γνώμη. Στον «πολιτισμό εικόνας» που ζούμε σήμερα και όπου υπάρχει ισχνή παρουσία του λόγου (parole) και, κατά προέκταση, αποδυνάμωση της αιτίας (raison), η προπαγάνδα όλων σχεδόν των κομμάτων τείνει να ενισχύει τη συγκινησιακή και να υποβαθμίζει τη λογική της διάσταση.

Υπάρχουν κόμματα που κατά κύριο λόγο ασκούν «λευκή» προπαγάνδα, δηλαδή, συνηθίζουν να αναλαμβάνουν επώνυμα την πατρότητά της και προσυπογράφουν τις θέσεις τους  και κόμματα που προτιμούν τη «φαιά», την ανώνυμη προπαγάνδα, προτιμούν δηλαδή να επηρεάζουν την κοινή γνώμη σε επιμέρους θέματα, όπως π.χ. οι μετανάστες, εμφανίζοντας τις σχετικές θέσεις τους ως προϊόντα ανώνυμων ή παράλληλων κυκλωμάτων.

Τα κόμματα επίσης διαχωρίζονται: α) σε εκείνα που ασκούν σταθεροποιητική προπαγάνδα στους ήδη πεπεισμένους οπαδούς τους, η οποία πολλές φορές παίρνει μορφή κομματικής γυμναστικής των πιο εξτρεμιστικών σχηματισμών και χρησιμοποιεί το σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας του κόμματος, β) σε αυτά που ασκούν διασπαστική προπαγάνδα ασχολούμενα κυρίως με το να προβοκάρουν τους πεπεισμένους οπαδούς των αντίπαλων κομμάτων καταδεικνύοντας τις εσωτερικές ασυνέπειες της ιδεολογίας τους και γ) σε αυτά που ασκούν παραπειστική προπαγάνδα απευθυνόμενα κατά κύριο λόγο στους αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους, προβάλλοντας «μαλακά» θέματα με ένα διαλλακτικό πολιτικό λόγο. Τα περισσότερα πάντως κόμματα κατά την προεκλογική περίοδο κατά κανόνα περνούν από τη σταθεροποιητική στην παραπειστική προπαγάνδα. Αυτό συμβαίνει σχεδόν  πάντα στα δικομματικά συστήματα.

Στην Ελλάδα έχουμε ισχυρό δικομματισμό, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Με τη συναίνεση στη νέα δοτή κυβέρνηση, τα κομματικά στεγανά των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της χώρας χάσκουν επικίνδυνα, ως απόρροια  μιας ιδιότυπης κυβερνητικής όσμωσης βουλευτών της πλειοψηφίας και της μείζονος μειοψηφίας. Αυτό δημιουργεί σύγχυση, διότι προκαλείται η εντύπωση ότι, η κοινή παρουσία υπουργών διαφορετικής προέλευσης σε μια συγκυβέρνηση, τους εξομοιώνει υπό το βάρος του κοινού σκοπού της ομάδας, που πρέπει να παραδώσει συγκεκριμένο έργο. Παρόλο που η νέα κυβέρνηση  υποστηρίζεται σθεναρά κοινοβουλευτικά, ταυτόχρονα υπονομεύεται σε επίπεδο δημόσιας έκφρασης, ιδιαίτερα από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Είναι ολοφάνερο ότι, το τέλος της μεταπολίτευσης συνδέεται με τη δομική κρίση του δικομματικού συστήματος, την οποία κανενός είδους προπαγάνδα δεν μπορεί να αποσοβήσει. Ο νέος δικομματισμός βρίσκει πεδίο έκφρασης στη  «μνημονιακή συμπολίτευση» του ανύπαρκτου σοσιαλισμού με την υπαρκτή δεξιά και στην «μνημονιακή αντιπολίτευση» της κατακερματισμένης Αριστεράς, από την άλλη. Θα υπάρξει άραγε νικητής;  Κι αν ναι, ποιό θα είναι το τίμημα; Η απάντηση δεν θα αργήσει να δοθεί.

Add a Comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Keep Up to Date with the Most Important News

By pressing the Subscribe button, you confirm that you have read and are agreeing to our Privacy Policy and Terms of Use
Advertisement